Έντυπη Έκδοση

Μια πολύχρονη περιπέτεια

Το αστυνομικό μυθιστόρημα από την εποχή τού Πόε μέχρι τις μέρες μας

Ανδρέας Αποστολίδης

Τα πολλά πρόσωπα του αστυνομικού μυθιστορήματος

Δοκίμια για την ιστορία και τις σύγχρονες τάσεις του

εκδόσεις Αγρα, σ. 379, 21 ευρώ

Συγγραφέας, σκηνοθέτης και μεταφραστής, ο Ανδρέας Αποστολίδης έχει δημοσιεύσει τέσσερα αστυνομικά μυθιστορήματα, δύο αστυνομικές νουβέλες και δύο συλλογές αστυνομικών διηγημάτων, ενώ έχει μεταφράσει ορισμένους από τους σημαντικότερους αστυνομικούς μυθιστοριογράφους (κλασικούς και σύγχρονους) της διεθνούς σκηνής: από τον Ντάσιελ Χάμετ και τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, μέχρι τον Ερικ Αμπλερ, τον Γ.Ρ. Μπαρνέτ, την Πατρίτσια Χάισμιθ, τον Τζερόμ Τσάριν, τον Τζέιμς Κράμλεϊ, τον Τσέστερ Χάιμς, τον Φίλιπ Κερ και τον Τζέιμς Ελροϊ. Στον ανά χείρας τόμο, που φέρει τον εύστοχο τίτλο «Τα πολλά πρόσωπα του αστυνομικού μυθιστορήματος», αποτυπώνονται τα θεωρητικά ενδιαφέροντα του Αποστολίδη γύρω από τη γέννηση και την ανάπτυξη του αστυνομικού μυθιστορήματος, τόσο στον αγγλοσαξονικό κόσμο όσο και στην Ελλάδα. Με ένα υλικό, το οποίο προέρχεται από τα επίμετρα με τα οποία έχει συνοδέψει κατά καιρούς τις μεταφράσεις του, αλλά και από ομιλίες και διαλέξεις ή άρθρα που γράφτηκαν με ποικίλες αφορμές, ο Αποστολίδης επιχειρεί μια μακρά περιδιάβαση στο αστυνομικό μυθιστόρημα: μια περιδιάβαση η οποία εξετάζει τόσο τα μεγάλα συγγραφικά του ονόματα όσο και τις εξελίξεις που γνώρισε ως είδος από την εποχή τού Εντγκαρ Αλαν Πόε (ο ανυποψίαστος εισηγητής του) μέχρι τις μέρες μας, κατά τη διάρκεια των οποίων σημειώνεται μια πρωτοφανής εξάπλωσή του σε ολόκληρη την υδρόγειο.

Από την ιστορία μυστηρίου, στο θρίλερ και στη σαγήνη του εγκλήματος

Ο μελετητής χωρίζει την πορεία της αστυνομικής λογοτεχνίας, που ξεκινάει προς το τέλος της πρώτης πεντηκονταετίας του 19ου αιώνα, με τους «Φόνους της οδού Μοργκ» (1841) του Πόε, σε τρεις βασικές περιόδους. Στην πρώτη περίοδο (από τον 19ο στον 20ό αιώνα και από το διήγημα στο μυθιστόρημα) εμφανίζεται η ιστορία μυστηρίου, όπου ένας πανέξυπνος και δεξιοτέχνης ντετέκτιβ, με ικανότητες που ξεπερνούν κατά πολύ τις δυνατότητες του μέσου αστυνομικού (ο Σέρλοκ Χολμς τού Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο Ηρακλής Πουαρό τής Αγκαθα Κρίστι, ο Αρσέν Λουπέν τού Μορίς Λεμπλάν), διερευνά ένα οριστικά συντελεσμένο γεγονός: έναν μυστηριώδη φόνο, τον οποίο εξιχνιάζει με απόλυτη επιτυχία, παραδίδοντας τον ένοχο στη Δικαιοσύνη. Στη δεύτερη περίοδο, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η ιστορία μυστηρίου έρχεται να συστεγαστεί με το θρίλερ. Εδώ δεν υπάρχει πλέον ένα και μοναδικό γεγονός, αλλά μια σωρεία επεισοδίων, που μεταφέρουν τον ντετέκτιβ από τη θέση του λύτη σταυρολέξων και λογικών εξισώσεων σε μια καταιγιστική και εξαιρετικά βίαιη δράση, η οποία φεύγει από τους κλειστούς χώρους, για να ανοιχτεί στους σκοτεινούς δρόμους μιας άγρυπνης και απέραντης πόλης, απειλώντας συνεχώς τη σωματική του ακεραιότητα και τη ζωή του (ο Κοντινένταλ Οπ και ο Σαμ Σπέιντ τού Ντάσιελ Χάμετ, ο Φίλιπ Μάρλοου τού Ρέιμοντ Τσάντλερ, αλλά και το απέραντο γκανγκστεριλίκι τού Μπαρνέτ). Αντί να επαίρεται για την αναλυτική του δεινότητα, προφυλαγμένη μέσα στο καλοραμμένο του κοστούμι, ο ντετέκτιβ είναι τώρα πότης και γυναικάς, αλλά και χαλαρής ηθικής ή μπαγαπόντης, αν κάτι τέτοιο χρειαστεί, προκειμένου να παγιδέψει τους κακοποιούς, τους οποίους έχει βάλει στο στόχαστρο. Στην τρίτη περίοδο του αστυνομικού μυθιστορήματος, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και από τη δεκαετία του 1950 και μετά, ο ντετέκτιβ γίνεται ακόμη πιο ευάλωτος: μαζί με το αστυνομικό μυστήριο έχει να λύσει κι ένα προσωπικό του πρόβλημα - ένα σοβαρό τραύμα, το οποίο μπορεί να εκκινεί από τη μνημονική διαταραχή και να οδηγείται μέχρι την ψύχωση (το «μαύρο μυθιστόρημα» του Κόρνελ Γούλριτς). Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο ντετέκτιβ δεν αποκλείεται και να εξαφανιστεί κάποια στιγμή από το προσκήνιο, αφήνοντας να περάσουν τα πρωτεία είτε σ' έναν σαγηνευτικό εγκληματία, που θα παραμείνει ώς το τέλος ασύλληπτος και θα λατρέψει ανενόχλητος το Κακό (ο Τόμας Ρίπλεϊ τής Χάισμιθ), είτε σε μια σειρά πέρα για πέρα χαλασμένων αστυνομικών, που έχουν κυριολεκτικά αλώσει την κοινωνία με το αδιανόητο μέγεθος της διαφθοράς τους (οι αιματηρές ιστορίες τού Τζέιμς Ελρόι).

Οι ενδιάμεσοι σταθμοί σε αυτήν την τροχιά είναι, βεβαίως, άπειροι και ο Αποστολίδης δεν το ξεχνά ποτέ: από τον Τζερόμ Τσάριν, που εισάγει στην αστυνομική αφήγηση την αισθητική, για να την αποθεώσει σε στυλ Ναμπόκοφ, τον Ερικ Αμπλερ ή τον Τζον Λε Καρέ, που παντρεύουν το αστυνομικό με το πολιτικό και το κατασκοπικό μυθιστόρημα, και τον Ρόμπερτ Βαν Γκούλικ, την Ελις Πίτερς και τον Ουμπέρτο Εκο, που βάζουν στην αστυνομική λογοτεχνία τον παράγοντα του ιστορικού μυθιστορήματος, μέχρι τη σύγχυση ταυτοτήτων και το υπαρξιακά χάσματα του Τζέιμς Κράμλεϊ. Ο πίνακας συμπληρώνεται με τα θεατρικά σκηνικά του Φρίντριχ Ντίρενματ από την Ελβετία, τα εκλεπτυσμένα διανοητικά παιχνίδια του Μπόρχες από την Αργεντινή, τις γαστρονομικές παρεκβάσεις του Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν από την Ισπανία και του Αντρέα Καμιλέρι από την Ιταλία και τις προδρομικές (πριν και από τον Πόε) εξαγγελίες του Μ. Χάνσεν από τη Νορβηγία, που θα συνομιλήσουν, κατά τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με τις αλγερινές εικόνες του Γιασμίνα Χάντρα και τις μεξικανικές παραδοξότητες ή τις λαϊκότροπες διηγήσεις του Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ.

Η ελληνική περίπτωση

Πιάνοντας την εξιστόρηση του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος, ο Αποστολίδης δείχνει κατ' αρχάς πως η διαδρομή του δεν έχει ως αφετηρία της, όπως ευρέως έχει γίνει πιστευτό, την παραγωγή του Γιάννη Μαρή, αλλά βυθίζει τις ρίζες της στα λαϊκά περιοδικά «Μάσκα» (από τη δεκαετία του 1930) και «Μυστήριον» (από τη δεκαετία του 1950), όπως και στα μεταπολεμικά γυναικεία περιοδικά μαζικής κυκλοφορίας (ανάμεσά τους, το «Ρομάντζο», ο «Θησαυρός», αλλά και το «Πάνθεον» ή η «Γυναίκα»), που συνεχίζουν υπό μια έννοια την παράδοση των λαϊκών αναγνωσμάτων του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, με συνεργάτες τους τον Φέλιξ Καρ (Ορφέα Καραβία), τον Νίκο Μαράκη, τον Νίκο Κάρλα και τον Νίκο Μεϊμάρη. Με το που δημοσιεύει, άλλωστε, ο Μαρής το πρώτο του μυθιστόρημα («Εγκλημα στο Κολωνάκι», 1953), πολλοί είναι εκείνοι οι οποίοι σπεύδουν να τον ακολουθήσουν, χαράσσοντας τη δική τους γραμμή: ο Χρήστος Χαιρόπουλος, ο Τάκης Παπαγεωργίου, η Ελένη Βλάχου, ο Ανδρόνικος Μαρκάκης και η Αθηνά Κακούρη. Εκφραστές, εντούτοις, της μικροαστικής ιδεολογίας, καθώς και ενός αφόρητα διπολικού και σχηματικού κόσμου, ο Μαρής και οι συν αυτώ μένουν μακριά από την καυτή πολιτικοκοινωνική ζωή της μετεμφυλιακής Ελλάδας και χάνονται μετά το 1974, υπό το βάρος της μεταπολιτευτικής απέχθειας για κάθε ένστολη παρουσία.

Θα χρειαστεί να μεσολαβήσει μια ραγδαία αλλαγή, τόσο στο επίπεδο της ελληνικής κοινωνίας όσο και στο επίπεδο του χάρτη του εγκλήματος (από την τρομοκρατία της «17 Νοέμβρη» και την Εταιρεία Δολοφόνων της δεκαετίας του 1980 ώς την ανάδυση των συμμοριών της νυχτερινής ζωής και το λαθρεμπόριο πετρελαίου της δεκαετίας του 1990), για να περάσουν οι Ελληνες αστυνομικοί συγγραφείς σε έναν καινούριο προσανατολισμό και να απεικονίσουν με όλη τη δέουσα ένταση τον αναβρασμό και τα πολλαπλά αδιέξοδα του καιρού τους. Ο Αποστολίδης σταματά σε αυτό το σημείο την περιπλάνησή του, χωρίς να προχωρήσει σε περιπτώσεις και πρόσωπα: περιπτώσεις και ονόματα που έχουν γεμίσει τα τελευταία χρόνια το τοπίο με τα βιβλία τους και έχουν προκαλέσει επανειλημμένες συζητήσεις (πολύ πρόχειρα -και ανάκατα- σκέφτομαι τους Πέτρο Μάρκαρη, Πέτρο Μαρτινίδη, Φίλιππο Φιλίππου, Νένη Ευθυμιάδη, Αργύρη Παυλιώτη, Τόλη Νικηφόρου, Θοδωρή Καλλιφατίδη, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Τεύκρο Μιχαηλίδη, Ζέτα Κουντούρη, Δημήτρη Μαμαλούκα, Ντορίνα Παπαλιού, Σέργιο Γκάκα, Νεοκλή Γαλανόπουλο και Αύγουστο Κορτώ). Περισσότερη, πάντως, σημασία από τα πρόσωπα έχει η προσεκτική διασύνδεση, την οποία δοκιμάζει ο μελετητής, ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και την αστυνομική λογοτεχνία, δείχνοντας πεντακάθαρα τους αναμεταξύ τους δεσμούς, αλλά αποφεύγοντας την οιαδήποτε ιδεολογική αναγωγή σε ένα στρατευμένο ή αριστερόστροφο μυθιστόρημα, το οποίο θα κληθεί αίφνης να αναλάβει άμεσα πολιτικά χρέη. Το ίδιο, εξάλλου, αδογμάτιστος και πλαστικός είναι ο στοχασμός του Αποστολίδη σε όλες τις μελέτες του, ιστορικές και σύγχρονες, με ελληνικό ή ξένο αντικείμενο. Η θεωρία εντάσσεται πάντα στη μυθιστορηματική πράξη, το καλλιτεχνικό κριτήριο συνυπάρχει σταθερά με την ιστορική προοπτική και η κοινωνιολογική σκέψη δεν παραμερίζει ποτέ τις λογοτεχνικές προτεραιότητες. Ενα σαφές, πυκνό και άρτια δουλεμένο σύνολο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Υστατη κατάθεση
Πιο κοντά στον μύθο
Το κινούμενο ως εικόνα
Ο Πωλ Μπόουλς, η Ταγγέρη και ο Μπάροουζ
Η επιδημία του λευκού
Ο Γιάννης Ρίτσος πολίτης του κόσμου των ιδεών και της τέχνης
Πρωτοφανή κινήματα σε τόπους δίπλα στη θάλασσα της Μεσογείου
Μετά το ξεκλείδωμα
Τα όνειρα στην κλίνη της γλώσσας
Ο Αλμπέρ Καμύ και η ζωή του σαν μυθιστόρημα
Αλογα στον αρχαίο κόσμο με περίεργα παιδιά που λένε αλήθειες ή ψέματα
Βιβλία και περιοδικά από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων
Ο Απόστολος Καλδάρας και τα τραγούδια του
Αλλοτινοί μετανάστες, σύγχρονοι περιπατητές
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Υστατη κατάθεση
Πιο κοντά στον μύθο
Το κινούμενο ως εικόνα
Ο Πωλ Μπόουλς, η Ταγγέρη και ο Μπάροουζ
Η επιδημία του λευκού
Ο Γιάννης Ρίτσος πολίτης του κόσμου των ιδεών και της τέχνης
Πρωτοφανή κινήματα σε τόπους δίπλα στη θάλασσα της Μεσογείου
Μια πολύχρονη περιπέτεια
Μετά το ξεκλείδωμα
Τα όνειρα στην κλίνη της γλώσσας
Ο Αλμπέρ Καμύ και η ζωή του σαν μυθιστόρημα
Αλογα στον αρχαίο κόσμο με περίεργα παιδιά που λένε αλήθειες ή ψέματα
Βιβλία και περιοδικά από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων
Ο Απόστολος Καλδάρας και τα τραγούδια του
Αλλοτινοί μετανάστες, σύγχρονοι περιπατητές
Συνέντευξη: Σαρ. Κορωνάκος
Εκδόσεις Απόπειρα τριάντα χρόνια εκδοτικής παρουσίας
Από τις 4:00 στις 6:00
Σιωπή ...μέσα από τον ήχο της μουσικής
Μια λευκή που τραγουδούσε τη μουσική σόουλ
Παράσταση
Ενας «Διωγμένος» στο Καταφύγιο θηραμάτων
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς
Τα σφραγισμένα χείλη της Ιστορίας μιλούν δυνατά πια
Ανάμεσα σε βιβλία & περιοδικά
Εσωτερική αφήγηση
Κάνε μου σήμα