Έντυπη Έκδοση

Ακουσες για τον καιρό;

Σκαρφάλωσε στον κάδο να ψάξει να φάει κι έπεσε μέσα. Είχε ζέστη εκεί. Το σκουπιδιάρικο ήρθε λίγη ώρα μετά.

Ο σκουπιδιάρης και ο άντρας μες στον κάδο είχαν συναντηθεί κάποια στιγμή, έξω από ένα σουπερμάρκετ, όπου, με την πηγαία τρυφερότητα που 'χουν αυτοί οι άνθρωποι, ο άντρας μιλούσε σ' ένα παιδί, στον πατέρα του παιδιού μετά, του 'λεγε πως είχε δοκιμάσει όλα τα κρασιά του σουπερμάρκετ, πως τα 'χε βαρεθεί, τα 'λέγε όλα αυτά γερμένος σ' έναν άρρωστο τοίχο, έμοιαζε σαν να 'βαζε πλάτη για να μην γκρεμιστεί ο κόσμος που όλα του τα γηρατειά κι όλη του η βρομιά ήταν σαν αποτυπωμένα πάνω στο κοκαλωμένο γένι, και η σάρκα σκαμμένη όλο ρυτίδες, σαν ουλές της γης παμπάλαιες, και η ηλικία αίνιγμα μέγα, αφού γευόταν καθημερινά τη μοναξιά του πεθαμένου, αίνιγμα μέγα πόσες ζωές μέσα σε μία πέθανε. Ο σκουπιδιάρης και ο άντρας συναντήθηκαν, και είδε σαν σε βουβή ταινία ο σκουπιδιάρης τον ορυμαγδό του απορριμματοφόρου να καταπίνει τα λόγια του άντρα, τα χείλη του να κουνιούνται, να μιλάνε σ' έναν κόσμο κουφό από καιρό.

Το σπίτι του σκουπιδιάρη ήταν εκεί κοντά και είπε στον συνάδελφό του ν' αδειάσει αυτός τον κάδο, να πεταχτεί μια στιγμή να δει τη γυναίκα του, δεν ήταν καλά, εκεί που θήλαζε το μωρό έβαζε τα κλάματα, η ρώγα της είχε γίνει κομμάτια, της έδωσε ο γιατρός χάπια να κόψει το γάλα, κι ένιωθε άχρηστη, κι έβαζε πάλι το θήλαστρο να τραβά (και γινόταν πέτρα απ' το γάλα το στήθος, το χέρι κουλό να μην μπορεί να σηκώσει το μωρό). Τη βρήκε στο πάτωμα, μιλούσε μόνη της, έμοιαζε σαν να απαντούσε σε μια φωνή που μόνον αυτή την άκουγε, της έλεγε κάτι για τον Σατανά. Τέλος, τα πέταξα τα σκουπίδια, του είπε. Κι αυτός ουρλιάζοντας να τρέχει για τον κάδο (τον τάφο των ανωνύμων σε χαλασμένο καιρό), γιατί σκουπίδια δεν είχαν, γιατί τα 'χε πετάξει, προτού φύγει για τη δουλειά, αυτός.

Ο άντρας ένιωσε κάτι μαλακό κι ελαφρύ να πέφτει πάνω στο στήθος του και τ' αγκάλιασε, θα 'χε ακούσει για τον θάνατο τον πιο ευλογημένο, για τον θάνατο που σε βρίσκει στο λιβάδι ύπνου. Λένε πως πριν πεθάνεις βλέπεις τη ζωή σου - ίσως το βρέφος ονειρεύτηκε τα βαθιά γεράματα κι ο γέρος νιότη βουερή, ίσως φανταστικές ζωές αντάλλαξαν κι όπως καρότσι στην αρχή ο κάδος, τη γη αφήνοντας σαν κούνια μετά στο τέρμα του τόξου της οι αλυσίδες στριγκλίζοντας με τράνταγμα απότομο τους άδειασε στον ουρανό.

Ηλίας Λ. Παπαμόσχος, Καστοριά

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Πάσχουσες ψυχές
Γελώντας στο λαρύγγι του θανάτου
Ο ειρωνικός και σατιρικός Ζορζ Μπρασένς
Ο φόβος και η ταπείνωση
Η ευτυχία βλάπτει...
Η φιλοσοφική στιγμή του '60 και η γενναιοδωρία της αγάπης
Η Μικρά Ασία δεν σταματά τα χωρατά στο πανηγύρι
Σε κυκλική και ατέρμονη πορεία
Το ξέφτισμα του κόσμου
Υπονοώντας τον δημιουργικό παλμό της ζωής
Ο ουγγρικής καταγωγής αμερικανός σκηνοθέτης Τζιμ Τζάρμους
Συνέντευξη: Νίκος Μαμαγκάκης
Ζώντας ανάμεσα στον ελληνικό λόγο, τον νέο και τον αρχαίο
Γιάννης Μηλιώκας
Ο Μαίανδρος και οι κινήσεις των αγαλμάτων
Συνέντευξη
Μεγαλοφυΐα ή παραφροσύνη;
"Καταθέτουν" πέντε Ελληνες μυθιστοριογράφοι
Οι 10 εντολές για το μυθιστόρημα
Αφανής αναγνώστης
Οι ήρωες του Μακρυγιάννη
Η τρίτη ανάγνωση
Ντάμα μπαστούνι
Από τις 4:00 στις 6:00
Στο κλαμπ των 70άρηδων
Άλλες ειδήσεις
Ακουσες για τον καιρό;
Μπράβο μας!
Ο σαιξπηρικός Αμλετ και οι προϋποθέσεις μιας δύσκολης επιλογής
Περί λογοτεχνίας, θανάτου και άλλων πραγματικών