Έντυπη Έκδοση

Ο σχοινοβάτης των Δίδυμων Πύργων 27 χρόνια πριν

Γελώντας στο λαρύγγι του θανάτου

Κόλουμ ΜακΚαν

Κι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει

μτφρ.: Αύγουστος Κορτώ

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 461, ευρώ 23,43

Τον Αύγουστο του 1974, είκοσι εφτά χρόνια πριν από την πτώση τους, οι Δίδυμοι Πύργοι της Νέας Υόρκης σηματοδότησαν τα άκρα της εναέριας βόλτας ενός σχοινοβάτη, ο οποίος περπάτησε πάνω σε σύρμα που ένωνε τις δύο κορυφές τους. Αν κάποιος στοιχημάτιζε για την ευστάθεια του σχοινοβάτη σε σχέση με τα αείμνηστα μεγαθήρια του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, οπωσδήποτε οι πιθανότητες θα ήταν εναντίον του πρώτου. Η ζωή, ωστόσο, αποδεικνύεται πάντα πολύ πιο εφευρετική ακόμα και από την πιο ευφάνταστη ανθρώπινη αποκοτιά. Κάτω από τον θαυμαστό ουρανό εκείνου του πρωινού, ο ιρλανδός συγγραφέας Κόλουμ ΜακΚαν (Δουβλίνο, 1965) τοποθετεί πρόσωπα που επίσης σχοινοβατούν πάνω σε αόρατα τεντωμένα σκοινιά. Η δική τους αγωνία, ωστόσο, για ισορροπία δεν έχει τίποτα το μεγαλειώδες ή το υψηλόφρον. Με βήματα ασταθή και τρεμάμενα προσπαθούν να διαγράψουν στοιχειώδεις πορείες, τροχιές επιβίωσης σε δρόμους γεμάτους ρωγμές και λεπίδες. Σε αντίστιξη με την ουράνια ευθεία του σχοινοβάτη, εκείνοι περιορίζονται σε ομόκεντρους χαμηλούς κύκλους, υποταγμένοι στην εμβέλεια της κεντρομόλου δύναμης της δυστυχίας τους. Οι μυθοπλαστικοί χαρακτήρες, έχοντας δραπετεύσει από τους πιο διαφορετικούς χρόνους και τόπους, συνυπάρχουν ανυποψίαστοι σε μια μεγαλούπολη που άλλοτε στραγγίζει ολότελα τη ζωή από το φως και άλλοτε τυφλώνει με την απόκρυφη ομορφιά της. Στο μυθιστόρημα το ακροβατικό τόλμημα συστήνεται σαν «μια απόπειρα ωραιότητας», ενώπιον της οποίας κάποιοι άνθρωποι τεντώνουν τον λαιμό «διχασμένοι μεταξύ του πολλά υποσχόμενου ολέθρου και της απογοήτευσης του τετριμμένου». Ο Κόλουμ ΜακΚαν σκύβοντας πάνω από την αδημονία τους για θαύματα, ανασύρει τον ανομολόγητο τρόμο τους για την πτώση που τους παραμονεύει.

Ο Κόριγκαν, ο άγιος του μυθιστορήματος, δεν αντίκρισε αυτή τη μεγαλοφυή χειρονομία που χάραξε τον νεοϋορκέζικο ουρανό, αλλά, ούτως ή άλλως, εκείνος δεν δυσκολευόταν να πιστεύει στη θαυμαστή, μυστήρια ουσία της ανθρώπινης φύσης και ουδέποτε το σκοτάδι τον έπεισε για την απουσία του φωτός. Αφοσιωμένος στις «ιερές του αποτυχίες», τους απόκληρους του Μπρονξ, άφηνε τις πόρνες και τους νταβατζήδες να αφαιμάσσουν τη φιλευσπλαχνία του. Κάτισχνος και ασκητικός και πάντα παρών, δοκίμαζε την πίστη του, την εξέθετε στην αχρειότητα για να την τραυματίσει, προκειμένου να διαπιστώσει την αντοχή και την αλήθεια της. Ο πόνος των άλλων ήταν ο τρόπος του για να δαμάζει εσώτατα άλγη. Σήκωνε τις επίγειες λύπες τους με το βλέμμα στραμμένο ψηλά. Εκείνο για το οποίο πρωτίστως αγωνιούσε ήταν να διασωθεί η φευγαλέα χαρά, γι' αυτό αντιμετριόταν διαρκώς με «το απόλυτο τώρα». Στην ελεεινή εικονογραφία του Μπρονξ, ένα τοπίο διαλυμένο, λεηλατημένο, με την αποφορά του καμένου, εκείνος μπορούσε να συνομιλεί με τον Θεό, αν και κάποιες φορές παραδεχόταν πως ο Θεός ήταν πάνω από τις δυνάμεις του. Σε μια στιγμή ευλαβικής σκιαμαχίας, ανάμεσα στη δέηση και τον καβγά, ο Κόριγκαν υψώνει τα χέρια του προς τον ανεμιστήρα της οροφής του οικτρού του δωματίου, «λες και ήταν έτοιμος να τα χώσει στις περιστρεφόμενες λεπίδες, ν' αφήσει τα χέρια του εκεί απάνω, να τα δει να κατακρεουργούνται». Το έξοχο αυτό στιγμιότυπο προοιωνίζεται τον διαμελισμό του, λίγες σελίδες αργότερα.

Για τη Λάρα, μια κοπέλα που συγχρωτιζόταν με τους αμαρτωλούς του Βίλατζ, περιχαρής από την κοκαΐνη, η κρίσιμη στιγμή της ευθύνης συνέπεσε με τον θάνατο του Κόριγκαν, σ' ένα τροχαίο δυστύχημα, στο οποίο εν μέρει συνήργησε και η ίδια. Η βιαιότητα του θανάτου του άγνωστου άνδρα, μαζί με τη νεαρή συνοδηγό του, την παρωθεί να επωμιστεί τα λάθη τής μέχρι τότε ζωής της, με τη διάπυρη επιθυμία να προσανατολιστεί προς ένα «καθαρό αλλού». Οι δύο νεκροί επιτάσσουν τον αναλογισμό αποτυχιών και απωλειών. Κατασπαραγμένη από την ανάγκη της εξιλέωσης, με την αίσθηση ότι το δυστύχημα την κοιτά διαρκώς κατάματα, δεν μπορεί να διακρίνει στους βηματισμούς του σχοινοβάτη παρά μια ενοχλητική φιλαρέσκεια. Διαβάζοντας στην εφημερίδα για την ακροβασία του στο τεντωμένο σύρμα, έχοντας γίνει κομμάτια η ίδια από τους κλυδωνισμούς της συνείδησής της, αναρωτιέται τι άραγε θα μπορούσε να κάνει εκείνος με τα κομμάτια της σκορπισμένα ολόγυρα, «τόσο πολλά που θα ξεπερνούσαν τη δεξιοτεχνία του».

Ανάλογη αποστροφή νιώθει για τον υψιπετή ακροβάτη και η Κλερ, η οποία θεωρεί ότι αυτή η απροκάλυπτη, τόσο θρασεία περιφρόνηση του θανάτου προσβάλλει τον θάνατο του γιου της στο Βιετνάμ. Η Κλερ αποτελεί την πιο σύνθετη μορφή του μυθιστορήματος, έτσι όπως μετεωρίζεται ανάμεσα στο ψυχοβόρο πένθος και την οργή που είναι έτοιμη να αδικήσει. Ο τεταμένος της ψυχισμός αποτυπώνεται σε όλη του την ένταση μέσα από τη σχέση της με την Γκλόρια, η οποία επίσης πενθεί τρεις γιους, χαμένους στον ίδιο πόλεμο. Η Γκλόρια, μια μαύρη που διακυβεύει καθημερινά την καλοσύνη της στο εμπόλεμο όσο και πολύνεκρο Μπρονξ, θα ξαναγίνει μητέρα, αναλαμβάνοντας το μεγάλωμα των παιδιών της κοπέλας που είχε σκοτωθεί μαζί με τον Κόριγκαν. Ενα από τα παιδιά, νεαρή γυναίκα το 2006, η οποία κουβαλά τα προγονικά κρίματα, φροντίζοντας να μη γίνουν θηλιά, θα κλείσει το βιβλίο, συντροφεύοντας σαν φιλόστοργος ψυχοπομπός τις τελευταίες αναπνοές της Κλερ.

Κυρίαρχο μοτίβο του μυθιστορήματος είναι το πένθος που αποδίδεται αριστοτεχνικά σε ποικίλες διαβαθμίσεις, οι οποίες κυμαίνονται από την έξαλλη λύπη και τη λυγμική παράνοια της άρνησης μέχρι τη θανατερή ηρεμία της παραίτησης. Δεν είναι τυχαίο ότι η αυλαία πέφτει πάνω σε ένα σώμα που ξεψυχά, ενόσω ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει γύρω από τα μικρά και τα μεγάλα. Ολα σχεδόν τα πρόσωπα υποφέρουν από συντριπτικές απώλειες ή από το ενδεχόμενο να στερηθούν κάτι ανεκτίμητο για την ύπαρξή τους. Η Κλερ αναζητά τον γιο της, ο οποίος διέπρεπε ως προγραμματιστής υπολογιστών, στα βολτ ηλεκτρικών συσκευών, ψιθυρίζοντας τις νύχτες στο ψυγείο της, μια επίσης μελανείμων μητέρα έχει την εντύπωση πως ο σχοινοβάτης είναι ο γιος της, ο οποίος εγέρθηκε από τον τάφο για να της πει καλημέρα, μια άλλη κλαίει την κόρη της, η οποία είχε σκοτωθεί σε τροχαίο, έχοντας περάσει τη σύντομη ζωή της στον δρόμο, η Λάρα θρηνεί τις ευκαιρίες που προσπέρασε και το ανέφικτο της επιστροφής σε έναν «πρωτύτερο, χαμένο, ολόγλυκο χρόνο», η ερωμένη του Κόριγκαν μαζεύει σε σχηματισμούς τις τρίχες του στο μπάνιο, απαρηγόρητη για το ματαιωμένο μέλλον, ενώ η Γκλόρια, μολονότι πίστευε απόλυτα ότι «το μέλλον της ψυχής ήταν μια φτυαριά χώμα», αναγνώριζε ταυτόχρονα πως το μόνο για το οποίο αξίζει να λυπάσαι είναι για την ομορφιά που δεν μπορείς να αντέξεις. Ο Κόριγκαν, από το άλλο μέρος, έτρεμε μήπως χάσει την πίστη του, αλλά δεν φοβόταν να τη σύρει στο σκοτάδι. Ασκημένος στα ερέβη ανισόπεδων διαβάσεων, είχε μάθει πως καμιά φορά το τούνελ κάνει το φως υποφερτό.

Μέσα από περίπλοκες διασταυρώσεις αλλότριων μεταξύ τους πόνων, ο Κόλουμ ΜακΚαν συνθέτει μια ζοφερή ανθρωπογεωγραφία, όπου το καλό συγκρούεται μετωπικά με το κακό, αφήνοντας πίσω τους ανθρώπινα ράκη. Εντυπωσιακή είναι η λεπτομέρεια, η λεπτολογία των σκηνών, η φόρτισή τους από καταλυτικούς υπαινιγμούς, ο υποβλητικός φωτισμός τους. Η αίσθηση μιας παράδοξης κατάνυξης υφέρπει στις κινήσεις των προσώπων. Η συντριβή τους φέρει την εκλέπτυνση και το βάθος της ποίησης. Το αστικό τοπίο έρχεται να ενθυλακώσει τις αντινομίες, κυκλώνοντας σε μια συνεχή περιστροφική κίνηση δάκρυα και χαμόγελα. Η ομορφιά αγγίζεται με τη βρομιά, ο θόρυβος παρεισδύει στη σιωπή, η μεταμέλεια διαβρώνει τον εφησυχασμό, η ζωή χρεώνεται με τον θάνατο των άλλων, ενόσω πόλεμοι μαίνονται στο παρελθόν και το παρόν, ζητώντας θύματα, μοιράζοντας ενοχές. Για τον Κόριγκαν η πίστη ήταν η απάντηση σε ένα αδήριτο ερώτημα, «πώς να χειριστείς τη στιγμή που δεν μπορείς να κρατηθείς άλλο, και πέφτεις και τσακίζεσαι». Πίστευε πως πιστεύοντας θα κατόρθωνε να σηκωθεί. Ακόμα και αν οι ιστορίες δεν σταματούν ποτέ στο γέλιο, ακόμα και αν δεν γίνεται να επιστρέψεις στους τόπους της ευτυχίας, ακόμα και αν τα απλά πράγματα επιστρέφουν και μας σφίγγουν την καρδιά, μπορείς πάντα να ξεγελάς τα πένθη, όπως η Κλερ, «γελώντας άγρια στο λαρύγγι του θανάτου». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Πάσχουσες ψυχές
Ο ειρωνικός και σατιρικός Ζορζ Μπρασένς
Ο φόβος και η ταπείνωση
Η ευτυχία βλάπτει...
Η φιλοσοφική στιγμή του '60 και η γενναιοδωρία της αγάπης
Η Μικρά Ασία δεν σταματά τα χωρατά στο πανηγύρι
Σε κυκλική και ατέρμονη πορεία
Το ξέφτισμα του κόσμου
Υπονοώντας τον δημιουργικό παλμό της ζωής
Ο ουγγρικής καταγωγής αμερικανός σκηνοθέτης Τζιμ Τζάρμους
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Πάσχουσες ψυχές
Γελώντας στο λαρύγγι του θανάτου
Ο ειρωνικός και σατιρικός Ζορζ Μπρασένς
Ο φόβος και η ταπείνωση
Η ευτυχία βλάπτει...
Η φιλοσοφική στιγμή του '60 και η γενναιοδωρία της αγάπης
Η Μικρά Ασία δεν σταματά τα χωρατά στο πανηγύρι
Σε κυκλική και ατέρμονη πορεία
Το ξέφτισμα του κόσμου
Υπονοώντας τον δημιουργικό παλμό της ζωής
Ο ουγγρικής καταγωγής αμερικανός σκηνοθέτης Τζιμ Τζάρμους
Συνέντευξη: Νίκος Μαμαγκάκης
Ζώντας ανάμεσα στον ελληνικό λόγο, τον νέο και τον αρχαίο
Γιάννης Μηλιώκας
Ο Μαίανδρος και οι κινήσεις των αγαλμάτων
Συνέντευξη
Μεγαλοφυΐα ή παραφροσύνη;
"Καταθέτουν" πέντε Ελληνες μυθιστοριογράφοι
Οι 10 εντολές για το μυθιστόρημα
Αφανής αναγνώστης
Οι ήρωες του Μακρυγιάννη
Η τρίτη ανάγνωση
Ντάμα μπαστούνι
Από τις 4:00 στις 6:00
Στο κλαμπ των 70άρηδων
Άλλες ειδήσεις
Ακουσες για τον καιρό;
Μπράβο μας!
Ο σαιξπηρικός Αμλετ και οι προϋποθέσεις μιας δύσκολης επιλογής
Περί λογοτεχνίας, θανάτου και άλλων πραγματικών