Έντυπη Έκδοση

Οι ήρωες του Μακρυγιάννη

Ο επιμελητής κειμένων μετεωρίζεται ανάμεσα σ' ένα μετά -και σ' ένα πριν-: μετά τον συγγραφέα και πριν από τον αναγνώστη. Μ' άλλα λόγια μετά τον αποστολέα και πριν από τον παραλήπτη αυτής της ανεξέλεγκτης ανταλλαγής ιδεών και αισθημάτων, στρατηγικής και γύμνιας, λέξεων και σιωπής, άγχους και προσδοκίας.

Κι αυτήν ακριβώς τη διαμεσολαβητική λειτουργία, αυτή τη λαθραία χειραψία, αυτή την ενίοτε αμφίθυμη σχέση, που μετεωρίζεται στην κόψη του τυπωθήτω, φιλοδοξούμε να χαρτογραφήσουμε με τη νέα θεματική στήλη μας.

Δώδεκα πρόσωπα, παλαιότερα και νεότερα, που σκύβουν με πάθος και συνέπεια πάνω σε κείμενα τα οποία καλούνται να οικειοποιηθούν με τον τρόπο του αφανούς αναγνώστη πριν παραδοθούν στην ευθύνη του συστηματικού ή του απλού αναγνώστη. Εξού και οι επιμελητές διασταυρώνουν κάτι από τη βάσανο της κριτικής και την απόλαυση της ανάγνωσης - κάτι που στη δεδομένη στιγμή της έκδοσης συνήθως λείπει από τον συγγραφέα, όταν βρίσκεται περικυκλωμένος από ανασφάλειες, κειμενικές και μη.

Στην ιστορία της γραφής περισσεύουν τα παραδείγματα, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, ανάμεσα σε συγγραφείς/«κρυπτοσυγγραφείς», εξάγοντας θυελλώδεις πνευματικές σχέσεις με αβέβαιη κατάληξη. Ταυτόχρονα όμως δεν έχει παρέλθει η εποχή που οι εκδότες ήταν δεινοί αναγνώστες αλλά και συγγραφείς και editors έδιναν ομηρικές μάχες για έναν χαρακτήρα, για μια παράγραφο, για μια λέξη, για μια άνω τελεία, για μια σιωπή;

Τριάντα, τριάντα δύο χρόνια πριν, «Praeterea censeo Makriyannem ...», ούτε θυμάμαι πώς είχε προσαρμόσει ο Λίνος Πολίτης τη συνέχεια, το «...Carthaginem esse delendam» στην περίπτωση Μακρυγιάννη, στο ότι πρώτο μέλημά μας, όπως ήταν το νόημα πια, μέλημά μου δηλαδή, έπρεπε να είναι η έκδοση των Οραμάτων και θαμάτων του Μακρυγιάννη.

Λέω «δεν θυμάμαι», μα αμφιβάλλω αν είχα ακούσει ποτέ ολόκληρη τη φράση, αφού από τις πρώτες συλλαβές, για να μην πω απ' τη στιγμή που πρόβαλλε το κεφάλι του στην πόρτα του γραφείου μου ο αείμνηστος Λίνος Πολίτης, έκλεινα νοερά τ' αφτιά μου, ελάχιστη πράξη αυτοπροστασίας.

Και λέω «αυτοπροστασίας», γιατί το υλικό που είχε παραδοθεί για έκδοση από τον κάτοχο του χειρογράφου, τον Αγγελο Παπακώστα, ήταν ιδιαίτερα προβληματικό. Το πήρε ευτυχώς στα χέρια του ο σοφός Πολίτης, το 'φερε σ' ένα λογαριασμό, το ακατάληπτο «ένα σαλόνι είχαν, κάηκε» έγινε «ένα σεντόνι είχαν καΐκι», το «πόλισμα» «πολύ αίμα», και απειράριθμα άλλα, έμενε η τυπογραφική επιμέλεια, που και πάλι έδειχνε σωστός Γολγοθάς.

Αυτά στο εκδοτικό του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, το γνωστό πια ΜΙΕΤ, ποιο εκδοτικό δηλαδή, ο διευθυντής ο Ε. Χ. Κάσδαγλης κι η αφεντιά μου ήμασταν όλοι κι όλοι, μαζί με την καλή μας τη «Δεσποινίς Εξίσου», που κι αυτή ήταν από μόνη της ολόκληρη η Γραμματεία.

Ο Κάσδαγλης κι εγώ λοιπόν, να κάνει ο ένας πάσα στον άλλο το πικρότατο ποτήριο, και σωστός εφιάλτης ο Λίνος Πολίτης με το preterea censeo του. Κάποια στιγμή ανέλαβε επιτέλους ο Κάσδαγλης, ε καλά, θα βοηθούσα κι εγώ, άντε μαζί μετά, μόνος μου στο τέλος.

Είχε προηγηθεί, όπως είπα, γενναία εργασία του Πολίτη, είχε πάρει μια μορφή το υλικό του Παπακώστα, που παραταύτα φέρεται ακόμα σήμερα μεταγραφέας του χειρογράφου - θάμα κι αυτό. Μόλις όμως καταπιανόσουν σοβαρά, έβλεπες πως χρειαζόταν κι άλλη δουλειά. Ξανά στον Πολίτη, που το δίνει έπειτα στον παλαιογράφο Αγαμέμνονα Τσελίκα, παλιό μαθητή του, πλήθος και τα νέα ευρήματα, κι όλα αυτά ενώ τρέχουν οι τυπογραφικές διορθώσεις.

Ο τυπογράφος έχει παραφρονήσει, στο μεταξύ πεθαίνει ο Παπακώστας, η χήρα πιέζει με δικαστικά μέσα, οι συνθήκες είναι ασφυκτικές. Αλλά, όσο πιο βαθιά μπαίνει κανείς στο κείμενο, ένα κείμενο που είχε θεωρηθεί «θρησκοληπτικό έργο τρελού», ασυνάρτητο (δικαίως, έτσι που είχε παραδοθεί, πρέπει να προσθέσω), τόσο περισσότερο ανακαλύπτει τη σοφή συνοχή του, και τη γοητεία του. Το μεγάλο στοίχημα τώρα είναι να διαβαστούν όλες οι «αδιάγνωστες» λέξεις, να μην υπάρξει κενό. Κάνω κι εγώ συστηματική πια παραβολή με το χειρόγραφο, πλήθος και πάλι τα ευρήματα, έως φύλλα ολόκληρα που είχαν τοποθετηθεί σε λάθος θέση - το κείμενο αλλάζει ολοένα μορφή.

Αν δεν ήταν εφιάλτης, λόγω της πίεσης του χρόνου κυρίως, θα ήταν μόνο η μαγεία της ανακάλυψης, η ανακάλυψη εντέλει ενός χαμένου κειμένου, λέξη τη λέξη, κομμάτι το κομμάτι στο γιγάντιο παζλ. Ενα παράδειγμα μόνο:

Βλέπει όνειρο ο Μακρυγιάννης πως τον καλεί μαζί με τον Αντρέα Μεταξά ο Οθων στο παλάτι. Φτάνοντας βλέπει «κάτι γυναίκες πολλά λαμπρές»· τις ρωτάει πού πήγε ο Μεταξάς, και στο χειρόγραφο διαβάζουμε: «αυτον αυτον συρεεσιμσα σεπροςμνονμο λένε», δηλαδή: «αυτόν αυτόν σύρε εσύ μέσα, σε προσμένουν, μου λένε». Δύο φορές η λ. «αυτόν», που και μονή να ήταν, δεν θα 'βγαζε κανένα νόημα. Ετσι ο Πολίτης είχε σημειώσει στο κριτικό υπόμνημα ότι διττογραφείται το «αυτόν» και οι δύο λέξεις διαγράφονται. Κι όμως, ήταν πεντακάθαρα γραμμένες, πιο καθαρά απ' τις υπόλοιπες. Διάβαζα λοιπόν και ξαναδιάβαζα φωναχτά, ώσπου με συνέτρεξε η ρουμελιώτικη καταγωγή μου: «Πού πήε ο Μεταξάς;» ρωτάει ο Μακρυγιάννης -«Αφ' τον αυτόν», δηλαδή άσ' τον αυτόν, «σύρε εσύ μέσα...» του λένε. Να το το όραμα, να και το θάμα.

Από το 1977 που είχε παραδοθεί το χειρόγραφο, φτάσαμε στο 1982, τον Δεκέμβριο πεθαίνει και ο Λίνος Πολίτης, συνεχίζω τελείως μόνος, κι ενώ είχα πάρει, δύο ακριβώς μήνες πριν, το πρώτο μου παράσημο στο μέτωπο του Μακρυγιάννη, μια γενναία γαστρορραγία.

Συνεχίζω, περίπου γραφείο-σπίτι, σπίτι-γραφείο, ώς αργά το βράδυ, 11-11.30 πολλές φορές. Κάποιο από αυτά τα βράδια, φεύγοντας απ' το γραφείο, που τότε ήταν στην πλατεία Μητροπόλεως, και βαδίζοντας παραζαλισμένος στους έρημους δρόμους, κάτι πήρε το μάτι μου γραμμένο σ' έναν τοίχο, στην εσοχή μιας πολυκατοικίας, κάτι που για κλάσματα του δευτερολέπτου, ώσπου να το επεξεργαστεί ο καμένος εγκέφαλός μου, ένιωσα πως με αφορά, προσωπικά, κι ένας κόμπος συγκίνησης στάθηκε στον λαιμό μου. Κλάσματα του δευτερολέπτου είπα, και η συγκίνηση εξανεμίστηκε, έγινε λίγο ντροπή, λίγο οργή. Ομως αμέσως έπειτα γέλασα, γελάω πολύ όποτε το θυμάμαι.

Ο τοίχος έγραφε: «Τιμή στους ήρωες του Μακρυγιάννη», προφανώς για τη γνωστή «γιορτή του μίσους», και ήταν εξόχως αγριευτικό τότε αυτό, καθώς δεν ήταν μακριά πίσω μας η χούντα, κυρίως δεν είχαμε τόσο δηλητηριαστεί από την ακροδεξιά στρογγυλοκαθισμένη στα σαλόνια μας, τηλεοπτικά και μη.

Τώρα, τυπογραφική επιμέλεια ήταν αυτό; Μια συναρπαστική περιπέτεια πάντως.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Πάσχουσες ψυχές
Γελώντας στο λαρύγγι του θανάτου
Ο ειρωνικός και σατιρικός Ζορζ Μπρασένς
Ο φόβος και η ταπείνωση
Η ευτυχία βλάπτει...
Η φιλοσοφική στιγμή του '60 και η γενναιοδωρία της αγάπης
Η Μικρά Ασία δεν σταματά τα χωρατά στο πανηγύρι
Σε κυκλική και ατέρμονη πορεία
Το ξέφτισμα του κόσμου
Υπονοώντας τον δημιουργικό παλμό της ζωής
Ο ουγγρικής καταγωγής αμερικανός σκηνοθέτης Τζιμ Τζάρμους
Συνέντευξη: Νίκος Μαμαγκάκης
Ζώντας ανάμεσα στον ελληνικό λόγο, τον νέο και τον αρχαίο
Γιάννης Μηλιώκας
Ο Μαίανδρος και οι κινήσεις των αγαλμάτων
Συνέντευξη
Μεγαλοφυΐα ή παραφροσύνη;
"Καταθέτουν" πέντε Ελληνες μυθιστοριογράφοι
Οι 10 εντολές για το μυθιστόρημα
Αφανής αναγνώστης
Οι ήρωες του Μακρυγιάννη
Η τρίτη ανάγνωση
Ντάμα μπαστούνι
Από τις 4:00 στις 6:00
Στο κλαμπ των 70άρηδων
Άλλες ειδήσεις
Ακουσες για τον καιρό;
Μπράβο μας!
Ο σαιξπηρικός Αμλετ και οι προϋποθέσεις μιας δύσκολης επιλογής
Περί λογοτεχνίας, θανάτου και άλλων πραγματικών