Έντυπη Έκδοση

Neil Diamond

Στο κλαμπ των 70άρηδων

Η πρόσφατη είσοδος του Neil Diamond στον οργανισμό του Rock and Roll Hall of Fame, τον περασμένο Δεκέμβριο, αποκατέστησε μία αδικία για έναν από τους πιο πετυχημένους τραγουδιστές και συνθέτες όλων των εποχών.

Δεκάδες τραγούδια του έγιναν επιτυχίες από τον ίδιο και άλλους ερμηνευτές, ο τρόπος ερμηνείας του έχει επηρεάσει μεγάλα ονόματα του ροκ, όπως ο Bruce Springsteen, όμως το αδύνατό του σημείο, που μέχρι πριν από δύο μήνες τον είχε κρατήσει εκτός του μεγάλου μουσείου του ροκ, ήταν οι καταπληκτικές μελωδίες του που δεν συνάδουν με την εικόνα του ροκ τραγουδιστή.

Ο Neil Diamond γεννήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 1941, στο Brooklyn της Νέας Υόρκης, και ούτε ο ίδιος δεν θυμάται καλά από πότε ασχολήθηκε με τη μουσική.

Οταν ήταν 16 ετών παρακολούθησε μια εμφάνιση του τραγουδιστή της φολκ Pete Seeger στη Νέα Υόρκη μαζί με μερικά άλλα παιδιά που είχαν γράψει ένα τραγούδι, το οποίο παρουσίασαν στον Seeger, και με αυτήν την αφορμή ο Diamond μπήκε στη διαδικασία να σκεφτεί για το αν θα μπορούσε και ο ίδιος να γράψει κάποιο τραγούδι. Ετσι, επιστρέφοντας στο σπίτι του από τη συναυλία αγόρασε μια κιθάρα και άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα μουσικής και να γράφει τραγούδια.

Αρχισε να γράφει τραγούδια για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του να εκφρασθεί και για να γίνει πιο εύκολα αποδεκτός από τους συμμαθητές του.

Η υποτροφία που κέρδισε για την πανεπιστημιακή σχολή της Βιολογίας δεν στάθηκε αρκετή για να τον κρατήσει μακριά από τη μουσική, έτσι αποφάσισε να την εγκαταλείψει και να προσληφθεί ως συνθέτης σε μία από τις εταιρείες της εποχής, ενώ παράλληλα νοίκιασε έναν μικρό χώρο στο Μανχάταν, πάνω ακριβώς από το κλαμπ Birdland, αγόρασε ένα πιάνο με 35 δολάρια και έγραφε συνέχεια τραγούδια.

Στην αρχή ηχογράφησε δύο αποτυχημένους μικρούς δίσκους, σαν ντουέτο με τον φίλο του Jack Parker, ο οποίος έκανε μαθήματα για τενόρος, με το όνομα Neil and Jack, με επακόλουθο την απόρριψή τους το 1963 από την εταιρεία Columbia, η οποία θα πληρώσει 10 χρόνια αργότερα ένα εκπληκτικό ποσό για την εποχή για να τον εντάξει στο δυναμικό της.

Πρότυπό του εκείνη την εποχή ο Neil Diamond είχε τον συμμαθητή του, στο Γυμνάσιο Lincoln, Neil Sedaca, ο οποίος σε νεαρή ηλικία είχε γνωρίσει αρκετές επιτυχίες ως επαγγελματίας τραγουδιστής και ακουγόταν συχνά στο ραδιόφωνο.

Την ίδια περίοδο έπαιζε σε διάφορα μικρά καφέ του Γκρίνουιτζ Βίλατζ, όπου και γνώρισε τη συνθετική δυάδα των Jeff Barry και Ellie Greenwich, ζευγάρι που τον παρουσίασε στον Jerry Wexler, ο οποίος τον βοήθησε στο να υπογράψει σε μια νέα τότε μικρή δισκογραφική εταιρεία, την Bang.

Η πρώτη του επιτυχία δεν ήλθε από τον ίδιο, αλλά από το συγκρότημα των Jay and The Americans και τη σύνθεσή του Sunday and me. Οι Monkees του χάρισαν ακόμα δύο μεγάλες επιτυχίες με τα Ι'm a believer και Α litlle bit me, a little bit you.

Ο ίδιος ακολούθησε με το Solitary man, που ακούστηκε σε διάφορες πόλεις, αλλά η καθοριστική επιτυχία ήλθε αργότερα με το Cherry, cherry.

Στη σκηνική του παρουσία αρχικά προσπάθησε να μιμηθεί τον Sammy Davis Jr., αλλά γρήγορα συνειδητοποίησε ότι αυτό ήταν αδύνατο, όπως το ίδιο αδύνατο ήταν να μιμηθεί τον Elvis Presley, ο οποίος ήταν μοναδικός· στη συνέχεια κατέφυγε στον Harry Belafonte, μέχρι να καταλάβει οριστικά ότι δεν έπρεπε να μιμηθεί κανέναν αλλά να βασιστεί μόνο στο δικό του ταλέντο, με επακόλουθο ακόμα και σήμερα, σε ηλικία 70 ετών, να είναι, όποτε κάνει εμφανίσεις, στους 10 πιο εμπορικούς καλλιτέχνες της χρονιάς. Αλλωστε δεν είναι τυχαία ένας από τους 10 πιο πετυχημένους καλλιτέχνες στην Αμερική από το 1955 μέχρι σήμερα.

Η συνθετική του ικανότητα επηρέασε ονόματα όπως ο Elvis Presley και οι Deep Purple, που διασκεύασαν τραγούδια του, όπως το Kentucky woman, ο Bobby Womack το Sweet Caroline, οι Ugle Overkill το Girl you'll be a woman soon, το οποίο χρησιμοποίησε ο Quentin Tarrantino στην ταινία του Pulp Fiction, οι UB40 το Red red wine, ενώ οι εμφανίσεις του με διαφορετικού ρεπερτορίου ονόματα, όπως οι Herman's Hermits και οι Who, δεν βοήθησαν από τότε την εδραίωσή του στον χώρο της ροκ, κάτι που πέτυχε όμως με τη σχετικά πρόσφατη συνεργασία του με τον παραγωγό Rick Rubin, ο οποίος τον παρακαλούσε για αρκετά χρόνια να συνεργαστούν, μια και ήταν το καλλιτεχνικό του είδωλο, και κατάφερε να τον πείσει μόλις πριν από μερικά χρόνια και να κάνει παραγωγή στα δύο τελευταία του άλμπουμ. Βασικό ρόλο σ' αυτό θα έπαιξε λογικά η επιτυχία που γνώρισε ο Rubin με τη συνεργασία που έκανε με τον Johnny Cash μερικούς μήνες πριν πεθάνει, με το γνωστό εκπληκτικό αποτέλεσμα.

Το 1973 ο Diamond θα υπογράψει ένα πανάκριβο δισκογραφικό συμβόλαιο για εκείνη την εποχή, αξίας 5 εκατ. δολαρίων, με την εταιρεία Sony, για την οποία θα ηχογραφήσει τη μουσική της ταινίας Jonathan livingston seagull (Το πέταγμα του γλάρου). Τα έσοδα του δίσκου θα ξεπεράσουν αυτά της ταινίας και θα ανοίξουν τον δρόμο για να γράψει αργότερα τη μουσική για την αναβίωση της ταινίας Ο τραγουδιστής της τζαζ, το 1980, στην οποία εμφανίστηκε στον ρόλο του Al Jolson, δίπλα στον Lawrence Olivier και τη Lucie Arnaz. Για τον ρόλο του κέρδισε μία υποψηφιότητα για τις Χρυσές Σφαίρες, αλλά χαρακτηρίστηκε και ο χειρότερος ηθοποιός από τα ετήσια βραβεία Razzie. Επιτυχία του ήταν και το τραγούδι Heartlight, που ήταν εμπνευσμένο από την ταινία Ε.Τ. The extra terrestrial, του Steven Spielberg.

Είχε μεσολαβήσει η εμφάνισή του στο Τελευταίο βαλς του Martin Scorsese, που ήταν η αποχαιρετιστήρια συναυλία των Band, και η συνεργασία του με τον Robbie Robertson, που ήταν ο παραγωγός το 1976 στο άλμπουμ Beautiful Noise και η μοναδική συνεργασία του με την Barbra Streisand στο τραγούδι You don't bring me flowers. Με την Barbra είχαν τραγουδήσει για πρώτη φορά μαζί στις αρχές της δεκαετίας του '60, ως μέλη της χορωδίας All City, στη Νέα Υόρκη.

Στη δεκαετία του '70, που ήταν και η πιο πετυχημένη στη μακρόχρονη πορεία του στη μουσική, ηχογράφησε και το Song sung blue, μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, μελωδία που είναι βασισμένη σε μέρος από το κονσέρτο για πιάνο Νο 21 του Mozart, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο Diamond άκουγε κλασική μουσική και έχει επηρεαστεί από αυτήν σε αρκετές μελωδίες του.

Από τη δεκαετία του '90, οι δραστηριότητές του είναι περισσότερο αισθητές από τις πετυχημένες συναυλίες του, τις διασκευές στα τραγούδια του, όπως αυτή των Smash Mouth το 2001 στο Ι'm Α Believer ή του Johnny Cash στο ομώνυμο άλμπουμ του 2000 Solitary Man.

Το 2008 και ύστερα από σχεδόν 50 χρόνια καριέρας, το άλμπουμ του Home before dark γίνεται το πρώτο που φτάνει στην κορυφή του αμερικανικού καταλόγου επιτυχιών, κάτι που δεν είχε πετύχει ούτε το πλατινένιο ζωντανά ηχογραφημένο Hot August night στη δεκαετία του '70.

Πριν από μερικές εβδομάδες κυκλοφόρησε το άλμπουμ Dreams, στο οποίο για πρώτη φορά περιλαμβάνει αποκλειστικά διασκευές του σε τραγούδια άλλων συνθετών.

Η ένταξή του στο Rock and Roll Hall of Fame βάζει οριστικό τέλος στην αμφισβήτηση μέρους του μουσικού Τύπου, που είχε επιφυλάξεις στο να κάνει αποδεκτό στη ροκ οικογένεια τον Neil Diamond. Τώρα, όπως δήλωσε ο ίδιος, νιώθει ευτυχισμένος που ανήκει στο ίδιο κλαμπ με ονόματα όπως οι Beatles, ο Elvis Presley, ο Ray Charles και οι Everly Brothers.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Μουσική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Πάσχουσες ψυχές
Γελώντας στο λαρύγγι του θανάτου
Ο ειρωνικός και σατιρικός Ζορζ Μπρασένς
Ο φόβος και η ταπείνωση
Η ευτυχία βλάπτει...
Η φιλοσοφική στιγμή του '60 και η γενναιοδωρία της αγάπης
Η Μικρά Ασία δεν σταματά τα χωρατά στο πανηγύρι
Σε κυκλική και ατέρμονη πορεία
Το ξέφτισμα του κόσμου
Υπονοώντας τον δημιουργικό παλμό της ζωής
Ο ουγγρικής καταγωγής αμερικανός σκηνοθέτης Τζιμ Τζάρμους
Συνέντευξη: Νίκος Μαμαγκάκης
Ζώντας ανάμεσα στον ελληνικό λόγο, τον νέο και τον αρχαίο
Γιάννης Μηλιώκας
Ο Μαίανδρος και οι κινήσεις των αγαλμάτων
Συνέντευξη
Μεγαλοφυΐα ή παραφροσύνη;
"Καταθέτουν" πέντε Ελληνες μυθιστοριογράφοι
Οι 10 εντολές για το μυθιστόρημα
Αφανής αναγνώστης
Οι ήρωες του Μακρυγιάννη
Η τρίτη ανάγνωση
Ντάμα μπαστούνι
Από τις 4:00 στις 6:00
Στο κλαμπ των 70άρηδων
Άλλες ειδήσεις
Ακουσες για τον καιρό;
Μπράβο μας!
Ο σαιξπηρικός Αμλετ και οι προϋποθέσεις μιας δύσκολης επιλογής
Περί λογοτεχνίας, θανάτου και άλλων πραγματικών