Έντυπη Έκδοση

«Πες μας τι έκανες σ' αυτή τη γη»

Ο Πάνος Τζαβέλλας των αντάρτικων

Ηταν ο αντιπροσωπευτικός ερμηνευτής των αντάρτικων τραγουδιών, μερικά από τα οποία είχε γράψει ο ίδιος - τα είχε ζήσει άλλωστε.

Αγωνιστής της Αντίστασης, με φυλακές, εξορίες, θανατικές καταδίκες και αναπηρία -πάει το δεξί του πόδι- στον Εμφύλιο. Αυθεντικός εκπρόσωπος των ταραγμένων εκείνων εποχών, που εξέφραζε -και- με την τέχνη του. Ανθεκτικό κατάλοιπο, οι δίσκοι που άφησε με τη φωνή του.

Είναι ο Πάνος Τζαβέλλας, που «έφυγε» πριν από δύο χρόνια (27 Ιανουαρίου 2009) στα 84 του. Γεννημένος στην Κοζάνη, γεμάτος όνειρα κι ελπίδες, όπως όλα τα παιδιά του κόσμου, αγαπούσε το τραγούδι, το γέλιο, τη χαρά, τον έρωτα, την ανέμελη ζωή, ώσπου, γράφει στο βιβλίο του «Αντάρτικο - Ροκ» (εκδ. «Ελεύθερος Διάλογος», 1992): «Ηρθαν φασίστες κατακτητές, Γερμανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι και πάτησαν τη γη μας. Κατοχή, πείνα, στρατόπεδα συγκέντρωσης, εκτελέσεις. Παρατήσαμε τις κιθάρες και τα τραγούδια και αδράξαμε τα όπλα και τους τηλεβόες. Παιχνίδι καθημερινό με το θάνατο. Παρανομία, αντάρτικο, κακουχίες. Μες στη φωτιά του αγώνα αντρωθήκαμε. Η γενιά μου είναι η γενιά της Εθνικής Αντίστασης 1941-1945».

Ποια απελευθέρωση;

Ηρθε η απελευθέρωση, αλλά όχι και η ειρηνική ζωή. Αγγλοαμερικανοί, ταγματασφαλίτες, δωσίλογοι, μαυραγορίτες «εξαπόλυσαν πογκρόμ ενάντια στο λαό. Καίνε, βιάζουν, βασανίζουν, δολοφονούν. Θέλουν να εξαφανίσουν ό,τι θυμίζει την Εθνική Αντίσταση». Για τους διωκόμενους, αναγκαστικά, ο δρόμος, ξανά, στο βουνό. Μαζί τους και ο Πάνος, ώς την ήττα.

«Στις φυλακές έπεσα νωρίς, από το 1945. Τις καταδίκες όμως σε θάνατο τις άρπαξα όταν πιάστηκα βαριά τραυματισμένος σαν αντάρτης στο Δημοκρατικό Στρατό τον Ιούλη του 1949». Γλίτωσε την εκτέλεση, αλλά όχι τα δεινά και τις κακουχίες. Το 1961 πηγαίνει στη Σοβιετική Ενωση για θεραπεία, όπου παραμένει ώς το 1964. Εκεί σπουδάζει μουσική και βελτιώνεται στην κιθάρα.

«Είναι η εποχή του Μίκη και του Μάνου. Το τραγούδι τους, γνήσια λαϊκό, συνεπαίρνει καρδιές και συνειδήσεις. Είναι μιας άλλης ποιότητας. Λίγο αργότερα εμφανίζεται το Νέο Κύμα, που εκφράζει τους νέους. Βρίσκομαι σ' έναν καινούργιο κόσμο. Κούτσα κούτσα αρχίζω να κατεβαίνω στα υπόγεια καπηλειά κι εκεί, σε μια γωνιά, παίζω την κιθάρα μου για ένα πιάτο φαΐ».

Αλλά πάνω που είχε αρχίσει να βγάζει κάτι, ενσκήπτει η χούντα - οπότε ξανά στον αγώνα: «1968. Στο αρχηγείο της Ασφάλειας, στη Νέα Ιωνία. Μια νύχτα. Μ' έχουν λιανίσει στα βασανιστήρια. Καταξεσκισμένο το κορμί μου, από παντού να τρέχουν αίματα». Αρπάζει είκοσι χρόνια για την αντιδικτατορική του δράση και διαβιώνει στις φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού. Ωσπου το 1971 αποφυλακίζεται προσωρινά, «λόγω ανηκέστου βλάβης».Υπηρετώντας τον άνθρωπο

Δουλεύει σε καμπαρέ, ταβέρνες, σκυλάδικα, σε κάθε είδους στέκια. Γνωρίζεται με τον Μάνο Λοΐζο και τον Χρήστο Λεοντή και ανεβαίνει στις μπουάτ της Πλάκας: «Το τραγούδι μας έπεσε σαν βροχή σε καψαλισμένη γη». Εκεί ακούγονται και τα πρώτα του τραγούδια, εκεί και το διαχρονικό «Κυρ Παντελής».

Με την πτώση της χούντας περνάει στο στοιχείο του, στα αντάρτικα: «Ηταν μια ιστορική στιγμή και μια ευκαιρία να ενώσουμε μέσα από τα τραγούδια της Εθνικής Αντίστασης ξανά το λαό. Τι έκαναν οι ηγέτες του κόμματός μου; Κομμένοι στα δύο, ο ένας προσπαθούσε να βγάλει τα μάτια του άλλου. Ετσι η ιστορική στιγμή χάθηκε...».

Το αντάρτικο τραγούδι κυριαρχεί στην Πλάκα, με τον Πάνο στη «Λήδρα», στο στοιχείο του. Και τα πλήθη, νέοι κυρίως, να τραγουδάνε μαζί του. Τραγούδι με περιεχόμενο, αλλά και με ποιότητα: «Κάθε ευσυνείδητη ενέργεια του ανθρώπου είναι πράξη πολιτική. Ετσι και το τραγούδι. Ομως επειδή το τραγούδι είναι έργο τέχνης κρίνεται με μέτρα καλλιτεχνικά κι όχι πολιτικά (...). Ο συνθέτης λοιπόν πρέπει να κρίνεται με βάση την ποιότητα του έργου και όχι με τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Γι' αυτό βλέπουμε δεξιούς συνθέτες-καλλιτέχνες να είναι με το έργο τους προοδευτικοί, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με προοδευτικούς, πολιτικά, καλλιτέχνες, όταν το έργο τους είναι ευτελές. Γίνονται αντιδραστικοί (...). Ο καλλιτέχνης δεν υπηρετεί το κόμμα. Υπηρετεί τον άνθρωπο».

Παρ' όλες τις δοκιμασίες του, ο Τζαβέλλας διέθετε αρκετά αποθέματα αισιοδοξίας - γι' αυτό άλλωστε κι επέζησε: «Στον αγώνα καταθέσαμε τη ζωή μας γιατί ονειρευτήκαμε έναν κόσμο της Αδελφοσύνης, της Δημιουργίας, της Χαράς». Γι' αυτό και μέμφεται ανθρωπάκους όπως ο κυρ Παντελής, που νοιάζονται αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτούλη τους, χωρίς να σκέφτονται αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους, «να γίνει τ' όνειρο φέτα ψωμί». «Κι εσύ τι έκανες κυρ Παντελή / Πες μας τι έκανες σ' αυτή τη γη / Πες μας τι άφησες κληρονομιά / Που να εμπνέει τη νέα γενιά».*

Ετσι κι Αλλιώς

Εχουμε το χάλι μας, αλλά να μην προσθέσω και τη δική μου μελαγχολία - δεν είμαστε άλλωστε οι μόνοι που δεινοπαθούν.

Υπάρχουν ολόγυρά μας οάσεις - καταφύγια, που δηλώνουν ότι δεν είμαστε του χαμού. Υπάρχουν πολιτιστικές εκδηλώσεις: συναυλίες, παραστάσεις, εκθέσεις, βιβλία. Υπάρχουν άτομα που υπηρετούν -μέχρι μαζοχισμού- την ποιότητα. Δεν είναι οι συφοριασμένες πολιτικές, κοινωνικές, καλλιτεχνικές, τηλεοπτικές συμπεριφορές που αντιπροσωπεύουν κι εκφράζουν τον τόπο.

Ηρθε -καλοδεχούμενος- και ο Τούρκος νομπελίστας Ορχάν Παμούκ, και τα πλήθη έσπευσαν να τον ιδούν, να τον ακούσουν, να τους υπογράψει κάποιο βιβλίο του, σε μια βολική εσπερινή ώρα. Το επισημαίνω γιατί πάντα αναρωτιόμουν τι δουλειά κάνουν, πώς σιτίζονται, αυτοί που σε εργάσιμες ώρες ταξιδεύουν στο εξωτερικό να ιδούν να παίζει η αγαπημένη τους ομάδα, σπεύδουν στα αεροδρόμια να υποδεχτούν κάποιον αστέρα της μπάλας, πλακώνονται με τους οπαδούς της αντίθετης ομάδας (χάθηκε να είμαι ένας απ' αυτούς;).

Φιλόλογος δεν είμαι, αλλά προσπαθώ να κατανοήσω την υπερβολική, κατά την εκτίμησή μου, προβολή που γίνεται στη μετάφραση της «Ιλιάδας» του Ομήρου από τον καθηγητή Γ. Ν. Μαρωνίτη - με όλο το σεβασμό. Ποιο θα ήταν, άραγε, το ανάλογο, αν ζούσαν στις μέρες μας λόγιοι όπως (ενδεικτικά) ο Αλέξανδρος Πάλλης, ο Δημήτρης Γληνός, ο Ιωάννης Γρυπάρης, ο Βασίλης Ρώτας, που μετέφρασαν πλήθος κλασικών κειμένων, συχνά κάτω από αντίξοες -έως απαγορευτικές- συνθήκες;

Δύο χρόνια χωρίς τη Δανάη που «έφυγε» (πιο σωστά, την... έφυγαν) τέτοιες ημέρες (18 Ιανουαρίου), κλεισμένη, παρά τη θέλησή της, από τους κατά νόμο δικούς της, σ' ένα ίδρυμα ηλικιωμένων. Τι κι αν έκανε απεγνωσμένες εκκλήσεις σε φίλους της να αποτρέψουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο («κάτι πρέπει να κάνετε για μένα»). Την έχασαν ξαφνικά από το διαμερισματάκι της Ραφήνας όπου διέμενε, κι όταν, έπειτα από έξι μήνες, την εντόπισαν, ήταν αργά. (Κάποια στιγμή, πάντως, οι ιδιόγραφες εκκλήσεις - μαρτυρίες της θα πρέπει να γίνουν γνωστές. Θα το 'θελε και η ίδια.)

ΣΗΜ. Ούτε μέτρο ούτε τάξη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Σπέρνει λέξεις στις πόλεις
Η Αθήνα στο Μονακό
Κομικςδρόμιο
Το κοινωνικό νουάρ του προέδρου
Κριτική θεάτρου
Λωξάντρα του νόστου και της νοστιμιάς
Μουσική παράσταση
Η μουσική βιογραφία του Μπρελ
Συνέντευξη: Γιάννης Μακριδάκης
«Ο αστικός πολιτισμός μάς εχθρεύεται»
Συνέντευξη: Γκι Κασίερς
Κάτω από ένα καινούργιο ηφαίστειο
Συνέντευξη: Ιβάν Γκρουμπάνοφ
Τα κρυφά σχέδια της δίκης Μιλόσεβιτς
Συνέντευξη: Στέλιος Χαραλαμπόπουλος
Δόξα με δανεική «υπογραφή»