Έντυπη Έκδοση

Παντοτινά τα θύματα ειρήνης

Επανακυκλοφορεί το παρθενικό μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού

Ποιος είναι ο ρόλος του συγγραφέα; Οφείλει να λειτουργεί σαν κοινωνικός σεισμογράφος ή μήπως καλύτερα να στοχάζεται την πραγματικότητα από απόσταση; Σε εποχές κρίσης, ερωτήματα σαν τα παραπάνω τίθενται με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Τον Βασίλη Βασιλικό, πάντως, τον απασχολούσαν από τα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα.

Να τι έγραφε ο ίδιος, στα 22 του, στο παρθενικό του μυθιστόρημα «Θύματα ειρήνης», που μόλις επανακυκλοφόρησε σε μια υποδειγματική έκδοση από τον «Γκοβόστη», ικανή να ερεθίσει την περιέργεια των... θυμάτων της λιτότητας: «Ο ρόλος του συγγραφέα», έγραφε από τότε ο Βασιλικός, φορώντας το προσωπείο του Ηλία, του μυθιστορηματικού του alter ego, «δεν μπορούσε να 'ναι άλλος από το να γίνει ο ερμηνευτής της αγωνίας των συνανθρώπων του. Η εποχή που μιλούσε κανείς για τον εαυτό του και εξιστορούσε τα της ιδιωτικής του ζωής είχε πια οριστικά παρέλθει. Σήμερα, δεν πρέπει να υπάρχουν πια φιλντισένιοι πύργοι. Σήμερα ο καθένας, εκτός από τη δική του ζωή, ζούσε ταυτόχρονα και τις ζωές όλων των ανθρώπων του κόσμου, οπότε αυτόματα η θέση του συγγραφέα προσδιοριζόταν στη "χρυσή τομή" του υποκειμενικού βιώματος με την αντικειμενική πραγματικότητα».

Στιγμιότυπα

Αυτό ακριβώς επιχειρεί να κάνει και ο βασικός πρωταγωνιστής των «Θυμάτων ειρήνης», ο φοιτητής της Νομικής και επίδοξος συγγραφέας Ηλίας, κλέβοντας στιγμιότυπα από τη ζωή των φίλων του και από τη δική του καθημερινότητα μέσα σε φοιτητικά αμφιθέατρα, σε πολιτικές λέσχες, στα καφενεία όπου συχνάζει η διανόηση, σε χριστιανικές οργανώσεις, σε ταπεινά ή μεγαλοαστικά διαμερίσματα, στους δρόμους, σε συλλαλητήρια, σε πορείες διαμαρτυρίας. Μυθιστόρημα ενηλικίωσης, ομολογημένα επηρεασμένο από την «Πανούκλα» του Καμί, το πεζογράφημα του Βασιλικού αφηγείται την ιστορία μιας παρέας επτά νέων ανδρών που ωριμάζουν στη Θεσσαλονίκη των αρχών της δεκαετίας του '50 παλεύοντας με τον έρωτα, το θάνατο, το χάσμα των γενεών, τις ιδεολογίες, τα μετεμφυλιακά φαντάσματα, και αναζητώντας να αρπαχτούν από κάποιο ιδανικό που θα τους απάλλασσε από την υπαρξιακή τους πλήξη.

Αυτό το ιδανικό εμφανίζεται στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ως ένα εξαιρετικά παράτολμο εγχείρημα: την αρπαγή της Νίκης της Σαμοθράκης από το Μουσείο του Λούβρου, εν ονόματι όλων των κλεμμένων θησαυρών από την περίοδο της Τουρκοκρατίας που βρίσκονται στο εξωτερικό διασκορπισμένοι «σαν τα κόκαλα ενός νεκρού πολιτισμού»... Είναι ένα σχέδιο μάλλον καταδικασμένο να αποτύχει αλλά προφητικό, στο μέτρο που προαναγγέλλει τον αγώνα της Μελίνας για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα και την πάντα αρνητική στάση των Βρετανών.

Πρωτοδημοσιευμένα το 1956, ιδία δαπάνη, με την παρότρυνση των Αντώνη Σαμαράκη και Μένη Κουμανταρέα, τα «Θύματα ειρήνης» σηματοδοτούν τη δεύτερη εμφάνιση στα γράμματα του Βασιλικού -είχε προηγηθεί η νουβέλα «Η διήγηση του Ιάσονα»- και μολονότι η εμπορική τους απήχηση ήταν αμελητέα, δέχτηκαν θετικά σχόλια από τον Γιώργο Θεοτοκά, τον Παύλο Ζάννα, τον Γ.Π. Σαββίδη και διεκδίκησαν με αξιώσεις το έπαθλο Ουράνη του 1957. Φόρος τιμής σε μια Θεσσαλονίκη που μαγνητίζει, παθιάζει αλλά και εγκλωβίζει δημιουργώντας τάσεις φυγής, το μυθιστόρημα διαδραματίζεται την ώρα που ξεπροβάλλει στον ορίζοντα το όραμα μιας Ενωμένης Ευρώπης και ενώ οι μνήμες από την Κατοχή και τον Εμφύλιο είναι ακόμη νωπές. Οπως δε στις σελίδες του εισβάλλουν κάθε τόσο ειδήσεις από την τρέχουσα επικαιρότητα, διακρίνει κανείς τα σπέρματα του μυθιστορήματος-ντοκουμέντου προς το οποίο θα στραφεί αργότερα ο Βασιλικός, με κορυφαίο του επίτευγμα το «Ζ».

Η τωρινή έκδοση των «Θυμάτων ειρήνης» συνοδεύεται από μια κατατοπιστική εισαγωγή του νεοελληνιστή Θανάση Αγάθου, στην οποία δίνεται, μεταξύ άλλων, και μια γεύση της ποιότητας της φιλίας που συνέδεε τον Βασιλικό με τον Κουμανταρέα στα νιάτα τους.

Εν αναμονή της δημοσίευσης της αλληλογραφίας τους με την επιμέλεια του Θανάση Νιάρχου, εδώ, έχουμε την ευκαιρία να διαβάσουμε εκτενή αποσπάσματα από πολυσέλιδη επιστολή του δεύτερου, αφιερωμένη εξ ολοκλήρου στα «Θύματα ειρήνης» πριν ακόμα αυτά εκδοθούν, με επαίνους αλλά και με αντιρρήσεις που ελήφθησαν υπ' όψιν και με συμβουλές σαν αυτές που ακολουθούν: «Θέλω να σου πω», γράφει ο Κουμανταρέας στο φίλο του, «ότι τα "Θύματα" μου έδωσαν τη σιγουριά ότι θα μπορέσεις μια μέρα να γράψεις πάρα πολύ καλά... Αυτό που σου χρειάζεται είναι να φύγεις γρήγορα από τη Θεσσαλονίκη, να πας στο Παρίσι ή όπου αλλού νομίσεις καλό, και να κοιτάξεις να είσαι το ίδιο πάντα αγνός και το ίδιο ωραίος στην ψυχή, έστω κι αν αυτά τα δυο σου κοστίσουν πάρα πολλά - και συνήθως κοστίζουν. Ν' αποφύγεις τη φθορά, με δυο λόγια. Να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, γιατί την αξίζει, και να μη μένεις ποτέ μόνο μ' αυτήν την εμπιστοσύνη, να προχωράς ολοένα πιο πέρα και πιο βαθιά στη μεγάλη σπηλιά της Τέχνης, προσέχοντας να κρατάς τον δαυλό σου αναμμένο».

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μυθιστορήματα
Βιβλίο
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Τα κινηματογραφικά «εμβατήρια» της χούντας
40 χρόνια μετά ο άλλος μισός Σολζενίτσιν
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Κινηματογράφος
Στο χωριό του Κουστουρίτσα
Βιβλίο
Παντοτινά τα θύματα ειρήνης
Τα κινηματογραφικά «εμβατήρια» της χούντας
40 χρόνια μετά ο άλλος μισός Σολζενίτσιν
Αρχαιολογία
Τι πρότεινε ο Μίλερ στην κυβέρνηση
Εικαστικά
«Να παραδοθούν στους ιδιοκτήτες τους»
Ποίηση
Μετά τον Καβάφη, η «Οδύσσεια»
Εκθέσεις
Σαλπάρει αύριο ο Ναυτίλος
Κι αυτά
Μυκηναίοι άρχοντες στην Αιτωλοακαρνανία
Κι εκείνα
Φιλόμουσος ο πατέρας Λογιάδης
Κορυφαίο και το εστιατόριο του Μουσείου
Η κόπια στο μουσείο
TV & Media
Νέα «αθηνοκεντρική» προκήρυξη για τη ΝΕΡΙΤ
Εμφαση στη νοηματική γλώσσα
4% πάνω η διαφήμιση, πρώτα τα κανάλια με +21,73%