Έντυπη Έκδοση

Ολοι (θα) είμαστε άστεγοι

Να φάω. Να κοιμηθώ. Να πιω. Να είμαι καθαρός. Να βλέπω την ημερομηνία στα φύλλα των εφημερίδων. Να περπατάω. Να ουρήσω. Να μετρώ τις μέρες. Να βρω ρούχα. Να αφοδεύσω. Να ζητιανέψω.

Αστεγος· ο προσδιορισμός δεν είναι μονοσήμαντος, δεν περιγράφει απλώς τον άνθρωπο που ζει στο δρόμο χωρίς στέγη, στο έλεος των στοιχείων της φύσης και των συνανθρώπων του· ο προσδιορισμός διαθέτει ένα πλήθος σημαινόμενα, και, κυρίως, έχει καταλήξει να δηλώνει μια κατάσταση ακραία, εμπόλεμη σχεδόν, η οποία αλλοιώνει βαθιά εκείνον που την υφίσταται. Συνήθως τον εν λόγω προσδιορισμό τον χρησιμοποιούν όσοι δεν έχουν ποτέ οι ίδιοι αναγκαστεί να ζήσουν απροστάτευτοι ούτε έχουν ποτέ στερηθεί «το κεραμίδι» πάνω από το κεφάλι τους. Καθώς όταν χάνεται το κεραμίδι δεν χάνεται μόνο η ταυτότητά σου, αλλά και η προστατευτική μεμβράνη που σε κρατάει σε απόσταση από τις οσμές, τις φρικαλέες εικόνες, τις αδικαιολόγητες επιθέσεις και την ανελέητη βαρβαρότητα της ζούγκλας της πόλης.

Για τους ίδιους (τους άστεγους) είναι μια εμπειρία την οποία αγνοούσαν παντελώς προτού τη βιώσουν. Εκείνος που θα βρεθεί στο δρόμο αναγκάζεται να δει και το άλλο πρόσωπο του κόσμου· οι καθημερινές λειτουργίες και η κάλυψη των βασικών αναγκών γίνονται πλέον ένας σκληρός, ατελεύτητος αγώνας. Οι περιγραφές στο «Ενας χειμώνας με τον Μπωντλαίρ» -που διαβάζεται και ως το χρονικό μιας πτώσης ή ως μια εκ βαθέων μαρτυρία- θυμίζουν περισσότερο μια σειρά από αγώνες ενός ανθρώπου που μοιραία κατέληξε στο πεδίο της μάχης και παλεύει να παραμείνει στη ζωή.

Ο Φιλίπ είναι ένας μέσος λευκός Γάλλος, με ένα μεσαίο εισόδημα, κατάγεται από τη Χάβρη και ζει στο Παρίσι, παντρεμένος, με μια οκτάχρονη κόρη, μια δουλειά στις πωλήσεις και μια ζωή που ώς τώρα είχε κυλήσει χωρίς σοβαρά προβλήματα. Τον τελευταίο καιρό η σχέση του με τη γυναίκα του, Σαμπρίν, παρουσίαζε προβλήματα και μια μέρα βρίσκει τη βαλίτσα του στην είσοδο, λέγοντάς του πως θα πρέπει να βρει το δικό του σπίτι για να ξαναδεί την κόρη του. Ο Φιλίπ έχει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι, κανένας μεσίτης δεν είναι πρόθυμος να υπογράψει μαζί του, αν η σύμβαση εργασίας του δεν γίνει αορίστου χρόνου.

Τον πρώτο καιρό καταφεύγει σε διάφορα φτηνά ξενοδοχεία, αλλά οι επιδόσεις του στη δουλειά, λόγω της άσχημης ψυχολογίας του, πέφτουν, δεν καταφέρνει να «πιάσει τους στόχους» και σύντομα βρίσκεται χωρίς δουλειά, με μπλοκαρισμένες τις καταθέσεις του, την κάρτα του παρακρατημένη και χωρίς κατάλυμα.

Οι ενέργειες του Φιλίπ να βρει κάποια εργασία δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα. Αν και κυνήγησε όλες τις αγγελίες σαν λυσσασμένο σκυλί, στέλνοντας παντού βιογραφικά απαντώντας στις αγγελίες, δεν λαμβάνει καμία απάντηση, ούτε καν αρνητική. Για δουλειές του ποδαριού σε διάφορα καφέ ή φαστφουντάδικα η απάντηση ήταν η ίδια: οι θέσεις ήταν πιασμένες ή είχε παραπάνω προσόντα γι' αυτή τη δουλειά. Επιπλέον, η εκούσια αποχώρηση από τη θέση εργασίας αποκλείει το επίδομα ανεργίας.

Πρώτη φορά που μένει άνεργος και άστεγος, δίχως στέγη, δίχως νόμο, αντιμέτωπος με τους «άγραφους νόμους» που διέπουν τους διάφορους χώρους (παγκάκια, γωνίες, σταθμούς) ανάμεσα σε άλλους εξαγριωμένους άστεγους που δεν παραχωρούν πόντο από τα κεκτημένα τους.

Στο σημείο μηδέν

Ο Φιλίπ περνάει από τη μια κατάσταση στην άλλη χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς. Από τη στιγμή που θα βρεθεί στο δρόμο η ανάγκη της επιβίωσης τον καθιστά ικανό να κάνει ό,τι δεν φανταζόταν ποτέ πως είναι ικανός: να ζητιανέψει, να ικετεύσει, να ανεχτεί, να επινοήσει και να υπομείνει.

Ταυτόχρονα ανακαλύπτει πως δεν έχει φίλους: όλοι είναι περιχαρακωμένοι στο μικρόκοσμό τους, ζούνε τη ζωούλα τους κάτω από την επισφαλή τους στέγη και τρέμουν στην ιδέα πως μπορεί να βρεθούν στη θέση του. Ο Φιλίπ αποτελεί μια υπενθύμιση της ρευστότητας των πραγμάτων, της έλλειψης ασφάλειας και της πιθανότητας να τους συμβεί το ίδιο, αν χάσουν τον έλεγχο. Κι ενώ ο Φιλίπ γυρίζει στην αφιλόξενη πόλη και δίνει τον αγώνα του να παραμείνει αξιοπρεπής, δεν χάνει μόνο τις αυταπάτες, την ταυτότητά του, αλλά και την αίσθηση του χρόνου -το πρώτο που χάνεται όταν μένεις άστεγος.

«Το αύριο μοιάζει με το χθες. Το μέλλον βιώνεται σε χρόνο ενεστώτα. Εναν ενεστώτα που δεν κλίνεται. Που διαθέτει μόνο υποτακτική. Γιατί το σήμερα μοιάζει με το χθες, και το αύριο με το σήμερα. Να φάω. Να κοιμηθώ. Να πιω. Να είμαι καθαρός. Να βλέπω την ημερομηνία στα φύλλα των εφημερίδων. Να περπατάω. Να ουρήσω. Να μετρώ τις μέρες. Να βρω ρούχα. Να αφοδεύσω. Να ζητιανέψω».

Στο δρόμο όσοι του ρίχνουν μια βιαστική φευγαλέα ματιά αυτόματα αποστρέφουν το βλέμμα και τον σβήνουν από το οπτικό τους πεδίο σαν να μην υπήρξε ποτέ. Η εικόνα του είναι μια εικόνα που δεν θέλουν να κρατήσουν, και όσοι του ρίχνουν ένα νόμισμα το κάνουν είτε από κρυφές ενοχές είτε γιατί θέλουν να απομακρυνθεί.

Η πείνα τον αναγκάζει να ξεκοιλιάζει σακούλες σκουπιδιών, να αδιαφορεί για τις οσμές ξινίλας και μούχλας, οι αισθήσεις του αμβλύνονται, το κρύο τον πιέζει και βρίσκει κάποια εσοχή ή κάποια γωνιά που δεν είναι κατειλημμένη να χωθεί. Μαθαίνει τους σταθμούς όπου μπορεί να παραμείνει για λίγες ώρες, τα ουρητήρια και τα δημόσια λουτρά για να πλυθεί, τα βαγόνια που είναι πιασμένα από άλλους ζητιάνους, τα πάρκα, τις γωνιές που μπορεί να αράξει για να βγάλει τη νύχτα, σιγά σιγά σχηματίζεται μια καινούργια γεωγραφία της πόλης, μια γεωγραφία που καθορίζεται από τις ανάγκες του.

Οταν πέφτουν οι θερμοκρασίες, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, βρίσκει καταφύγιο σε ένα κέντρο φιλοξενίας αστέγων που αποδεικνύεται ακόμα μεγαλύτερη δοκιμασία από την παραμονή του σε εξωτερικούς χώρους, λόγω της επιθετικότητας και της σωματικής δυσοσμίας των υπόλοιπων αστέγων.

Η ανάμνηση της κόρης του και η επιθυμία του να την ξαναδεί τον κρατάνε στη ζωή. Ενας αδέσποτος σκύλος, ο Μπωντλαίρ, θα αποδειχτεί η σωτηρία του, θα τον πλησιάσει, θα τον ακολουθήσει πιστά και θα γίνει ο προστάτης άγγελός του· αυτός θα γίνει η αφορμή που κάποιοι άνθρωποι θα έρθουν κοντά του. Το τετράποδο θα κάνει όσα δεν έκανε γι' αυτόν κανένας άνθρωπος, θα του προσφέρει συντροφικότητα αλλά και το απαραίτητο κίνητρο για να βρει μια διέξοδο από το βάλτο που έχει περιπέσει.

Το χρονικό της πτώσης του Φιλίπ, ο σκληρός αγώνας να κρατηθεί στη ζωή και η ωραία απόδοση στη γλώσσα μας από το μεταφραστή καθιστούν το «Ενας χειμώνας με τον Μπωντλαίρ» ένα ενδιαφέρον, συγκινητικό ανάγνωσμα, το οποίο θα μπορούσε να γίνει συγκλονιστικό αν ο συγγραφέας εμβάθυνε περισσότερο στον κεντρικό χαρακτήρα του άστεγου και δεν περιοριζόταν μόνο σε όσα του συμβαίνουν.

Ομως, παρά τις ζοφερές περιγραφές και τη μελανή εικόνας της πόλης και των ανθρώπων, η αφήγηση αφήνει μια αισιόδοξη αίσθηση: ο χειμώνας, το κρύο, η ερήμωση, η απόγνωση μπορεί να απαλυνθούν με το μοίρασμα, αν βρεθεί κάποιος, έστω και σκύλος, να σε συντρέξει. Ο Φιλίπ σώζεται από την καλοσύνη των ξένων, τη συνδρομή ενός σκύλου και της ποίησης και κατορθώνει να παραμείνει στη ζωή αυτόν το σκληρό χειμώνα, να περάσει στην απέναντι όχθη και να πιάσει ξανά το νήμα της ζωής του που, αν σταθεί τυχερός, θα τον οδηγήσει στην επανένταξη.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Βιβλίο
Αφιέρωμα
Αστεγοι
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Συμφιλίωση των λαών μετά τον πόλεμο
Μια ζήλια κωμική, ακραία, θλιβερή και επικίνδυνη
Τρέχοντας χωρίς σκοπό
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Κινηματογράφος
Η πραγματική Φιλομένα όταν είδε την ταινία τρόμαξε
Μουσική
Γλυκός ώς το τέλος
Βιβλίο
Ολοι (θα) είμαστε άστεγοι
Συμφιλίωση των λαών μετά τον πόλεμο
Μια ζήλια κωμική, ακραία, θλιβερή και επικίνδυνη
Τρέχοντας χωρίς σκοπό
Συνεντεύξεις
Προτιμώ να είμαι χρήσιμος, παρά γνωστός
Αρχαιολογία
Μια παραλιακή πόλη της κλασικής εποχής κοντά στη Λαμία
Ηθοποιοί
«Οταν ζοριζόμαστε, κοιτάμε την πάρτη μας»
Λογότεχνια
Ο λόγιος Βιζυηνός
Ακραία καιρικά φαινόμενα
Αντίσταση στα καπρίτσια του καιρού