Έντυπη Έκδοση

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΦΥΛΛΟ, ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Πτυχές μοναχικότητας

Φωτογραφία του Τάσου Τζιώγα Φωτογραφία του Τάσου Τζιώγα Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι

εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, σ. 126

Ο τίτλος της καινούριας συλλογής διηγημάτων της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου διαφέρει από τους τίτλους των προηγούμενων βιβλίων της, πεζογραφικών και ποιητικών. Συνήθως επιλέγει τίτλους γενικής φύσεως, μάλλον αφαιρετικούς παρά συγκεκριμένους, στους οποίους διαφαίνεται μια δοκιμιακή διάθεση. Ο πρόσφατος, κατ' εξαίρεση, δεν είναι μόνο συγκεκριμένος αλλά δείχνει και επίκαιρος. Δημιουργεί την εντύπωση ότι οι ιστορίες ή, έστω, ορισμένες από αυτές θα μπορούσαν να είναι επηρεασμένες από την τρέχουσα αντικαπνιστική εκστρατεία. Συμβαίνει, όμως, ακριβώς το αντίθετο. Οι ηρωίδες των ιστοριών της και μανιώδεις καπνίστριες είναι και προβλήματα υγείας ή άλλα δεινά, με αφορμή το εν λόγω πάθος τους, δεν έχουν.

Για την κεντρική αφηγήτρια των ιστοριών, που δεν ονοματίζεται, τις αδελφές της, Δήμητρα και Ελένη, μέχρι και την Ευρυδίκη του τίτλου, το κάπνισμα φαίνεται να έχει στη ζωή τους προνομιακό ρόλο, που, σε ορισμένες περιπτώσεις, καταλήγει και υποστηρικτικός. Μόνο οι δύο Γεωργιανές, που πρωταγωνιστούν σε μια ιστορία, δεν καπνίζουν και ξεγελούν τον εαυτό τους με «μπατιρόσπορα». Αυτή, όμως, η ιστορία, κουρδισμένη σε έναν μάλλον δραματικό τόνο, παραμένει, έτσι κι αλλιώς, εκτός του γενικότερου κλίματος του βιβλίου.

«Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία» είναι το γνωστό σλόγκαν της σχετικής καμπάνιας, όπου εννοείται σαφώς η σωματική υγεία. Οι ιστορίες, όμως, της Αγαθοπούλου θέτουν επί τάπητος το πολύ δυσχερέστερο πρόβλημα της ψυχικής υγείας. Οπότε και ανακινούν το ερώτημα, πώς επιδρά το κάπνισμα στην ψυχική ισορροπία; Οι ιστορίες δεν επικεντρώνονται σε νοσηρές διαταραχές, ούτε παρεκκλίνουσες συμπεριφορές, που, τα τελευταία χρόνια, ελκύουν τους συγγραφείς, αλλά στις αργές αλλαγές των ψυχικών καταστάσεων, που επιφέρει ο χρόνος. Η Αγαθοπούλου εξιχνιάζει ψυχικές διαθέσεις. Κυρίως, επιμένει σε εκείνες τις «μεταστροφές», που λειτουργούν ανασταλτικά στην πνευματική ανάταση, την οποία προκαλεί μια ασχολία ή και στη συναισθηματική φόρτιση από τις καθημερινές επαφές. Κάτι σαν ψυχικό γέρασμα, συχνά ανεξάρτητο από το βιολογικό, που φανερώνεται με αποθάρρυνση και εξασθένηση του ενδιαφέροντος. Μια κατάσταση, που γίνεται περισσότερο αισθητή σε όσους ζουν μόνοι τους, αλλά και στους υπόλοιπους, κατά τις μοναχικές τους ώρες. Τότε είναι, που, για να κρατηθεί το τέμπο της ζωής και να μην ενδώσει κανείς σε μια καθοδική πορεία κατήφειας και εγκατάλειψης, χρειάζεται να εξευρεθούν κάποιες καθημερινές τελετουργίες. Εδώ έρχονται σε πρωτοκαθεδρία ο καφές και το «φουμάρισμα», μέχρι να «ντουμανιάσει» ο τόπος. Καθόλου τυχαία η ιστορία που παρακολουθεί τις σκέψεις της αφηγήτριας κάποιο πρωινό, όταν διαγράφεται η προοπτική «μιας άδειας μέρας για κείνη», να τιτλοφορείται «Καπνός».

Οσο για τον τίτλο της ομώνυμης με το βιβλίο ιστορίας, δεν πρέπει να παρερμηνευθεί. Πράγματι, το μπαλκόνι, με την απαγόρευση του καπνίσματος στους επαγγελματικούς χώρους αλλά και κατ' οίκον, όταν υπάρχουν παιδιά και ασθενείς, είναι σχεδόν το μοναδικό καταφύγιο, επιτρέποντος ή μη του καιρού, για ένα τσιγάρο. Ομως η Ευρυδίκη είναι μια μεγαλοκοπέλα, που ζει με τους δύο ανύπαντρους αδελφούς της, οπότε μπορεί να καπνίσει οπουδήποτε μέσα στο σπίτι. Μάλιστα, το βουβό «φουμάρισμα» των τριών τους μπροστά στην τηλεόραση αποτελεί και τη μοναδική, αναμεταξύ τους, επαφή. Η ίδια, βεβαίως, ελευθερία ως προς το κάπνισμα ισχύει και όταν εκείνοι πεθαίνουν. Αν η Ευρυδίκη καπνίζει στο μπαλκόνι, όπως η αφηγήτρια μιας άλλης ιστορίας «στην πλατεία», είναι για να «ξεφύγει από την απομόνωση των τοίχων». Κατά ειρωνική αντιστροφή της αντικαπνιστικής καταστροφολογίας για τη γειτόνισσα, που την παρακολουθεί εκ του μακρόθεν, η καύτρα του τσιγάρου της σημαίνει ότι είναι καλά στην υγεία της. Τη μέρα που σταματά να τη βλέπει, αρχίζει να ανησυχεί.

Ορισμένες από τις ιστορίες της Αγαθοπούλου θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σπουδές πάνω σε πτυχές της μοναχικότητας. Πόσα πράγματα που ήταν από πάντοτε εκεί, πρωτοβλέπει κάποιος, μια καλοκαιριάτικη ημέρα που βρίσκεται μόνος «στην αδειοσύνη της πόλης». Πόσες αλήθειες ανακαλύπτει, ζώντας ασυντρόφευτος, όπως, για παράδειγμα, ότι, έτσι κι αλλιώς, αγάπες, εμμονές, ηδονές και οδύνες δεν μοιράζονται. Αλλά και πόσο ευάλωτος και ενδοτικός μπορεί να γίνει με την προσδοκία μιας οιασδήποτε συντροφιάς, έστω και παρακατιανής, όταν «ούτε σκιά δεν αναδεύεται μες στις μοναχικές του μέρες». Πότε αντιλαμβάνεται την αξία όσων είχε συνηθίσει να θεωρεί δεδομένα. Συνειδητοποιεί πως τα πράγματα που τον περιβάλλουν και τα οποία παραμένουν στην ίδια πάντοτε γνώριμη τάξη και διάταξη, προσφέρουν ασφάλεια. Αίσθημα απαραίτητο για μια εύρυθμη διαβίωση, που συχνά αδυνατεί να δώσει ο άλλος, ακόμη και ο πλέον προσφιλής. Υπάρχουν και ορισμένες ιστορίες για μοναχικές ώρες, όπως εκείνες σε ένα καφενείο, που οι αισθήσεις πλανώνται και οι σκέψεις μετεωρίζονται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας.

Στις καινούριες ιστορίες της Αγαθοπούλου, εκτός από το κάπνισμα του μονήρους μεσήλικα, υπάρχει και το «φουμάρισμα» των νέων στα σύγχρονα «άντρα», που αποκαλούνται κέντρα διασκέδασης. Μόνο που εδώ η ιεροτελεστία του καπνίσματος αλλάζει διάσταση. Γίνεται μέσο προσέγγισης και πολύ συχνά τρόπος αυταρέσκειας. Κατ' εξαίρεση, ωστόσο, η κατακλείδα μιας ιστορίας έρχεται να συνδράμει την αντικαπνιστική προσπάθεια. Οταν πιάνει ο γνωστός τσιγαρόβηχας, έρχεται η ανάμνηση από το παιδικό στόμα, που «μοσχοβολούσε γάλα και σοκολάτα, μερέντα και σπιτικό τσουρέκι». Προφανώς, η συγγραφέας κάνει μνεία σε παλαιότερες εποχές, αφού, την σήμερον, έχουν τελειώσει τα σπιτικά παρασκευάσματα εδεσμάτων και τα παιδικά στόματα μόνο οσμή από «γαριδάκια» αναδίδουν. Γι' αυτό, άλλωστε, και το δεύτερο μέρος του βιβλίου, με ιστορίες από τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία, τιτλοφορείται «Στον αστερισμό της ουτοπίας». Είναι ένας τίτλος ποιητικής υφής, που αντικατοπτρίζει όλη τη νοσταλγία του ενήλικα για εκείνη τη μακρινή περίοδο. Ετσι, μάλιστα, όπως η μνήμη την έχει μυθοποιήσει, μοιάζει σαν μια φανταστική χώρα.

Οπως και να έχει, σε αυτές τις ιστορίες η συγγραφέας δείχνει όλη την παραμυθική της δεξιότητα. Τα τελευταία χρόνια, ενώ πληθαίνουν στις ιστορίες οι αναφορές σε φαγοπότια, κοντεύουν να λείψουν οι σελίδες με ευφραντικές περιγραφές εδεσμάτων. Γι' αυτό και εκπλήσσει ευχάριστα μια ιστορία της Αγαθοπούλου, που αφηγείται την επίσκεψη των παιδιών «στη θεία Μαρίκα». Σε αυτήν, κατά την περιγραφή ενός λαγού στιφάδο, κατορθώνει να μεταφέρει τη γευστική απόλαυση μετά της οσφραντικής τέρψης. Με άλλα λόγια, να μεταγγίσει τη «γλυκιά αίσθηση και των αισθήσεων τη λιποθυμιά».

Μιας άλλης μορφής λιποθυμία των αισθήσεων αποτυπώνεται σε ένα διήγημα της πρώτης ενότητας, το «Γεύση από χώμα κι ουρανό». Σε εκείνο περιγράφεται, σε έκταση κοντά δύο σελίδων, χωρίς την ανάπαυλα ούτε μιας τελείας, η ερωτική συνεύρεση. Από μια άποψη, τι πιο κοινότοπο, στην πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα, που το σεξ φουσκώνει τα ιστία της μυθοπλασίας. Συνήθως για την περιγραφή του επιστρατεύονται όλα τα σημεία στίξεως, μέχρι και τα θαυμαστικά. Στο διήγημα της Αγαθοπούλου, όμως, χωρίς τελείες και θαυμαστικά, σαν να αναδύεται πιο άνετα ο ερωτισμός, που τείνει να εκλείψει από τις σχέσεις όσο και από την περιγραφή τους.

Ενα χαρακτηριστικό που διακρίνει τις ιστορίες της Αγαθοπούλου, είναι ο τρόπος που ξεδιπλώνει τον αφηγηματικό της λόγο. Από το 1998, που εξέδωσε το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο της, έχουμε την εντύπωση ότι συνεχώς εξελίσσεται. Πρόκειται για έναν μακροπερίοδο λόγο, παρατακτικό, με χωνεμένες εντός του κύριες και δευτερεύουσες προτάσεις. Κάτι σαν σεκάνς στη γλώσσα του κινηματογράφου. Μόνο που αυτές οι αφηγηματικές σεκάνς, πέραν της δράσης, περιγράφουν τις σκέψεις και τα αισθήματα που συνοδεύουν τις πράξεις και τις κινήσεις. Κατά κοινή συμφωνία, από τις μεταπολεμικές γενιές η δεύτερη αριθμεί τους περισσότερους αλλά και τους σημαντικότερους διηγηματογράφους. Σε αυτούς, και δη στην υποομάδα που έρχεται από την ποίηση, συγκαταλέγεται και η Αγαθοπούλου. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Η επιστροφή του φόβου
Ο συναρπαστικός υπερατλαντικός διάλογος
Στα μετόπισθεν των ειδώλων
Μόδα και σιωπή και το '21
Η εξέλιξη του ελληνικού στοχασμού
Δυο ερωτευμένες μοναξιές
Η επιστημονική φύση του ολοκληρωτισμού
Η ιστορία της δισκογραφίας με τα μάτια ενός ερευνητή
Οντε νηστεύω το νερό, ρακή βάνω και πίνω...
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Πτυχές μοναχικότητας
Η επιστροφή του φόβου
Ο συναρπαστικός υπερατλαντικός διάλογος
Στα μετόπισθεν των ειδώλων
Μόδα και σιωπή και το '21
Η εξέλιξη του ελληνικού στοχασμού
Δυο ερωτευμένες μοναξιές
Η επιστημονική φύση του ολοκληρωτισμού
Η ιστορία της δισκογραφίας με τα μάτια ενός ερευνητή
Οντε νηστεύω το νερό, ρακή βάνω και πίνω...
Συνέντευξη: Ελενα Πέγκα
Η γυναίκα του Γκόρκι
Λογοτεχνία
Περιοδικό «Κυμοθόη»
Από την πλευρά του ορίζοντα
Ζώντων και τεθνεώτων
Τελευταία πνοή
«Ο τυχερός λύκος»
Η σπηλιά
Από τις 4:00 στις 6:00
Αλλαξε την τζαζ όσο λίγοι...