Έντυπη Έκδοση

ΤΥΠΩΘΗΤΩ

Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή;

Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μελετητές, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη - βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

Η τέχνη να ζεις με τη μουσική

Γιάννης Ν. Μπασκόζος, Ποιοι ακούνε ακόμα τζαζ;

διηγήματα, εκδόσεις Κέδρος

«Η μουσική είναι η εμπειρία σου, οι σκέψεις σου, η σοφία σου, αν δεν τη ζήσεις, δεν θα βγει από το κόρνο σου», έλεγε ο Τσάρλι Πάρκερ. Δεν ξέρω πώς μου προέκυψε, αλλά οι περισσότερες ιστορίες σε αυτό το βιβλίο ακολουθούν την αντίστροφη φορά: η εμπειρία, οι σκέψεις, οι πράξεις των ανθρώπων που πρωταγωνιστούν, διαμορφώνονται, κατά έναν ανεξήγητο λόγο, μέσα από τις μουσικές. Μουσικές πολλών ειδών, που γίνονται αφηγηματικό πεδίο πάνω στο οποίο κυλούν ιστορίες ανθρώπων καθημερινών. Ιστορίες που μιλούν για παράταιρες φιλίες, δύσκολες σχέσεις, ξαφνικούς, μικρούς και άλλοτε προδομένους έρωτες, μικρές κακίες, μεγάλες προσδοκίες. Ιστορίες για ανθρώπους που βγάζουν τη γλώσσα σε ό,τι δεν ταιριάζει με αυτούς και για άλλους, που είναι οι πιο πολλοί και υποχωρούν μπροστά σε μια κοινωνία που απλώς τους ανέχεται. Ανάμεσα στις ανθρώπινες συμπληγάδες, άλλοτε κυρίαρχη, άλλοτε συνοδευτική, ακόμα και σιωπηλή, λάμπει, πάντα, η μουσική.

Κάποτε, επιστρέφοντας με τον πατέρα μου σπίτι οδηγούσα βιαστικά και στην παρατήρησή του να μη βιάζομαι του είπα ότι με περιμένουν κάτι φίλοι. «Δεν υπάρχουν φίλοι, μου αντιγύρισε, παρά μόνο νιτερέσα». Θυμάμαι, τότε, με είχε σοκάρει. Σήμερα διαπιστώνω ότι η φιλία είναι το αίσθημα που δοκιμάζεται πιο πολύ στη διάρκεια της σύντομης ζωής μας. Αρχίζει από την απόλυτη φιλία των εφηβικών χρόνων και καταλήγει στις επίπλαστες φιλίες των -ήντα και πάνω. Βλέπω γύρω μου συνεχώς ανθρώπους ηλικιωμένους μόνους. Πού πήγαν οι φίλοι τους, οι παρέες με τις οποίες μεγάλωσαν; Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους έρωτες, αλλά εκεί η ποιότητα και η διάρκεια υπακούουν σε άλλους κανόνες. Με ενδιαφέρουν εκείνες οι πτυχές των φιλικών ή ερωτικών σχέσεων που μπορεί κανείς να τις ανιχνεύσει στις αδιόρατες κινήσεις, πώς μιλάει κάποιος στη φίλη του, πώς μια κοπέλα κοιτάει κάποιον που κάθεται απέναντί της, πώς συμπεριφέρονται τα ζευγάρια σε ένα κέντρο διασκέδασης, πώς αντιμετωπίζει κάποιος μια τυχαία συνάντηση... Τα θέματα της φιλίας, του έρωτα, της μοναξιάς είναι σε αυτή τη συλλογή κατά κάποιον τρόπο συνέχεια της προηγούμενής μου (ΜΕΖ, Καστανιώτης).

Υπάρχουν και δύο διηγήματά μου που διαφοροποιούνται. Το ένα είναι το Σκηνές από το βίο του Πέτρου Πικρού. Μια προσπάθεια να ξαναδώ την αμφίσημη προσωπικότητα του διανοούμενου Πέτρου Πικρού, που πάντα με γοήτευε. Συγγραφέας σκληρός κομματικός, ο οποίος όμως έγραφε «μη εγκεκριμένα» θέματα, για πουτάνες, κλέφτες και λαμόγια. Από την άλλη, για να βιοποριστεί, έγραφε σε περιοδικά ιστορίες για παιδιά, όπου πρωταγωνιστούσαν ζώα, παιδιά στο Διάστημα, ο Καραγκιόζης και ο Μίκυ Μάους μαζί κ.ά. Τι σχέση είχαν αυτά με την προλεταριακή τέχνη που ευαγγελιζόταν, κανείς δεν ξέρει. Το τέλος της ζωής του χάνεται στην αχλύ της μετα-εμφυλιακής εποχής, αφήνοντας πίσω του ένα τελευταίο, καθαρά ψυχολογικό μυθιστόρημα. Τον βάζω, λοιπόν, σαν ήρωα να έχει φίλη μια πουτάνα και προσπαθώ να χαράξω πινελιές από τη ζωή του μέσα σε μια χρονιά. Δεν ξέρω αν πετυχαίνω κάτι, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν έχω τελειώσει με αυτό το θέμα. Κι εδώ η μουσική ανοίγει και κλείνει σαν αυλαία το διήγημα.

Το άλλο κομμάτι που διαφοροποιείται είναι τρεις λιλιπούτειες ιστορίες που έχουν τίτλο Ιστορίες από το κόμμα. Οι ήρωές τους είναι καθημερινοί άνθρωποι που έχουν επιλέξει να ζήσουν μέσα σε έναν οργανωμένο πολιτικό οργανισμό, με ορθολογικούς ή άκαμπτους κανόνες και υποχρεώσεις. Ομως αποδεικνύεται ότι δεν μπορούν να τιθασεύσουν τις διαφυγές τους, τις ενστικτώδεις ανάγκες, το «παραπέρα», που δικαιώνει τον άνθρωπο ως πολύπλοκη συναισθηματικά μονάδα.

Κλείνω και πάλι λέγοντας λίγα λόγια για τη μουσική. Τζαζ, ροκ, σόουλ, ρεμπέτικα, δημοτικά ή λαϊκά είναι τα τραγούδια που ακούν οι ήρωές μου. Αυτά τους συνοδεύουν καθημερινά, μέχρι που κάποια στιγμή εμφιλοχωρούν στη ζωή τους, βάζουν μια πινελιά, προξενούν μια μικρή αναστάτωση και μετά πάλι αποσύρονται στο ημίφως της ζωής των ηρώων μου. Ισως τελικά η συλλογή Ποιοι ακούνε ακόμα τζαζ να είναι ένα υλικό για ένα δοκίμιο με τίτλο «η τέχνη να ζεις με τη μουσική».

Οταν η φαντασία γίνεται πραγματικότητα

Μιχάλης Φακίνος, Η έρημος έρχεται

μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη

Οι λιγοστοί αναγνώστες μου ενδεχομένως να θυμούνται ένα προηγούμενο βιβλίο μου με τον φιλόδοξο τίτλο Το τελευταίο μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. Εκεί, κάποιοι έγκλειστοι μιας ψυχιατρικής κλινικής αποφασίζουν να δραπετεύσουν για να γιορτάσουν ελεύθεροι το Μιλένιουμ και να πάνε στο αμπελάκι ενός απ' αυτούς, να ξεθάψουν τα μπουκάλια με κρασί που έθαβε κάθε χρόνο στο χώμα και να πιούνε για να υποδεχτούν τον 21ο αιώνα.

Αυτούς τους ήρωες σκέφτηκα να επαναφέρω «στη ζωή» -κάτι που συνηθίζω να κάνω σχεδόν σε κάθε βιβλίο μου- και να τους εντάξω στο νέο μου μυθιστόρημα Η έρημος έρχεται. Με τα ίδια χαρακτηριστικά, τις ίδιες ιστορίες να σέρνουν στις πλάτες τους... Με μία διαφορά μόνο. Τότε, στην ψυχιατρική κλινική, είχαν ονόματα σκύλων, που έδειχνε την απουσία της καθαρής ανθρώπινης ύπαρξης. Τώρα, στο νέο μυθιστόρημα, έχουν διαλέξει τα ονόματα των αδελφών Μαρξ, των παλαιών κωμικών, κι έχουν φτιάξει μια μουσική μπάντα με το μεγαλοπρεπές όνομα «Ορχήστρα των Εντυπώσεων». Ο Γκράουτσο παίζει κλαρινέτο, ο Τσίκο βιολί, ο Ζέπο είναι άνθρωπος-ορχήστρα, έχοντας κολλημένα πάνω του κάθε λογής πράγματα που παράγουν ήχο, και ο Χάρπο παίζει τσατσάρα με τσιγαρόχαρτο. Υπό την καθοδήγηση του σχεδόν αόρατου Ελεγκτή παίζουν παντού, κυρίως εκεί όπου υπάρχουν ο ανθρώπινος πόνος, η απόγνωση, η σαπίλα, η απογοήτευση, προσπαθώντας να ρίξουν μια νότα αισιοδοξίας και αυτογνωσίας. Με μία διαφορά μόνο. Οι τέσσερις μουσικοί μας δεν ξέρουν μουσική. Ούτε μια νότα δεν μπορούν να παίξουν σωστά, ούτε ένα εύκολο ρεφρενάκι δεν μπορεί να βγει από τα οργανάκια τους. Οι ήχοι που παράγουν μοιάζουν να έρχονται από το Χάος, ένα χάος που προσπαθεί να βάλει μια τάξη στο χάος της μεγαλούπολης και βεβαίως δημιουργεί μια νέα αταξία. Σαν άγγελοι προπομποί κάποιου αδιευκρίνιστου μηνύματος συνεχίζουν να παίζουν τη «μουσική» τους, προσπαθώντας να βγάλουν από τα ακροατήριά τους εικόνες και συναίσθημα, να δώσουν, με τον δικό τους κώδικα, το στίγμα της εποχής.

Μαζί τους προσκολλάται η Ωραία Μπέλα, όπως αυτοαποκαλείται. Ενα πλάσμα γήινο και εξωγήινο μαζί. Αδιευκρίνιστης ηλικίας και ακαθόριστης ομορφιάς. Μια γυναίκα που δηλώνει κάθε τόσο πως έρχεται από κάποιον τόπο πόνου και καταστροφής, από το Αουσβιτς, από το Βιετνάμ, από τη Σμύρνη... Που ερωτοτροπεί με τον θάνατο κάνοντας αλλεπάλληλες απόπειρες αυτοκτονίας αναζητώντας το τέλειο τέλος. Η Ωραία Μπέλα θα βάλει για πρώτη φορά ανθρώπινο ήχο, θα εισάγει τον Λόγο στη μουσική του χάους της ορχήστρας, λέγοντας υπέροχες, άγριες ιστορίες, που καθηλώνουν το ακροατήριο, αλλά φέρνοντας μεγάλη ταραχή στους οργανοπαίκτες, που έχουν συνηθίσει στο δικό τους αδιευκρίνιστο μήνυμα.

Μια πάλη ξεσπάει ανάμεσα στην ασάφεια και τη σαφήνεια, οι μουσικοί θ' αναγκαστούν να υποταχθούν και ν' ακολουθήσουν τον Λόγο, ηχοποιώντας τον, αλλά η Ωραία Μπέλα, καθώς προσπαθεί να βάλει μια τάξη στο Χάος, κάποτε θα χαθεί και η ίδια στο χάος των ιστοριών της. Χάος στο χάος δηλαδή, κι όμως, όλα αυτά τα μπερδεμένα, αφηγημένα απλά και κατανοητά (νομίζω) από το στόμα του Γκράουτσο που λέει τούτη την ιστορία.

Και η πόλη, πανταχού παρούσα, με τον δικό της σκοτεινό Λόγο, σπαρμένη με ζωντανούς νεκρούς, ανθρώπινα σκουπίδια, ευαίσθητους μελαγχολικούς, πότες, κατεδαφιστές και καθάρματα, μια πόλη που μοιάζει να παλιώνει, να καταρρέει, να μην έχει πια καμιά ομορφιά και σιγά σιγά να σκεπάζεται από την κίτρινη σκόνη που φέρνουν οι νότιοι άνεμοι από την έρημο.

Τι θέλω να πω μ' αυτό το βιβλίο; Συνήθως, όπως και στα προηγούμενα, τίποτε. Απλώς δείχνω. Δείχνω φανταστικές καταστάσεις με φανταστικούς ήρωες, που μοιάζουν με την αλήθεια. Αρκεί ο αναγνώστης, όταν το δάχτυλο δείχνει το φεγγάρι, να μην κοιτάζει το δάχτυλο.

Ηθικόν δίδαγμα.Θα χρησιμοποιήσω μια φράση της Ωραίας Μπέλας, την ώρα που προσπαθεί ν' αυτοκτονήσει με τον τρόπο της Βιρτζίνια Γουλφ: «Η ζωή είναι ωραία. Η ζωή είναι σκατά!».

Η χρονική «οροφή» της μελέτης είναι το 1974

Στράτος Ν. Δορδανάς, Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη. Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στη Μακεδονία, 1945-1974, ιστορική μελέτη, εκδόσεις Εστία

Το φαινόμενο του ελληνικού δωσιλογισμού αποτελεί σήμερα ένα από τα πλέον παρθένα ερευνητικά πεδία, που μόλις τα τελευταία χρόνια έχει συγκεντρώσει το ενδιαφέρον των ερευνητών, καθώς και τα φώτα ενός δημόσιου διαλόγου αλλά και μιας αναπόφευκτης δημοσιότητας. Για δεκαετίες εκατοντάδες φάκελοι των Ειδικών Δικαστηρίων Δωσιλόγων παρέμεναν ερμητικά κλειστοί, ενώ και από την πλευρά της η ελληνική κοινωνία εμφανιζόταν απρόθυμη να αναμετρηθεί με το πρόσφατο παρελθόν της. Ο Εμφύλιος Πόλεμος και οι μετέπειτα πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις είχαν μετατρέψει το ζήτημα της συνεργασίας με τον κατακτητή σε ταμπού, θέτοντας ασφυκτικούς περιορισμούς, με το βασικό επιχείρημα πως η αναμόχλευση των παθών και των τραυματικών βιωμάτων του πολέμου ήταν, αφ' ενός, άσκοπη και αφ' ετέρου, πολιτικά επικίνδυνη. Ωστόσο, όσα η ίδια η κοινωνία και οι ηγετικές της ελίτ τα θέτουν διαχρονικά κάτω από το χαλί της Ιστορίας, σε μια προσπάθεια να παραμείνουν εκεί καλά κρυμμένα, είναι καταδικασμένες να τα συναντούν συνεχώς στον δρόμο τους, έως ότου η ίδια η έρευνα, η επιστημονική τεκμηρίωση και η νηφαλιότητα της ιστορικής γραφίδας έρθουν να απαντήσουν στα γιατί και στα πώς της Ιστορίας, χωρίς κραυγές και δικαστικές τηβέννους.

Η Γερμανική στολή στη ναφθαλίνη πιάνει την άκρη του νήματος από εκεί που την άφησαν οι Ελληνες εναντίον Ελλήνων και ξετυλίγει το κουβάρι μιας πολυεπίπεδης διήγησης, θέτοντας στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος περισσότερα δρώντα υποκείμενα εντός του διευρυμένου χρονικού πλαισίου 1945-1974. Συγκρίνει την ευρωπαϊκή εμπειρία της συνεργασίας με τον κατακτητή με την ελληνική πρακτική, παρακολουθεί τις εσωτερικές εξελίξεις την επαύριον της Απελευθέρωσης και τις πρώτες προσπάθειες να αποδοθεί δικαιοσύνη από τους εκάστοτε φορείς διαχείρισης της εξουσίας, τις πρώτες επίσης εμπλοκές που παρουσιάστηκαν στη δικαστική εκκαθάριση των δωσιλογικών υποθέσεων εξαιτίας της εμφύλιας σύρραξης, της κατίσχυσης του σχήματος της εθνικοφροσύνης και της παρεμβολής του πολιτικού παράγοντα. Παράλληλα, ακολουθεί «κατά πόδας» πολλούς από τους πρωταγωνιστές, σε μια προσπάθεια να αναζητήσει τα ίχνη τους μετά το τέλος του πολέμου και να συγκεντρώσει πληροφορίες για τη μετέπειτα πορεία τους, περιγράφει τις τεχνικές επιβίωσης και όλους εκείνους τους αστάθμητους παράγοντες που κατέστησαν πολλούς κατηγορούμενους απρόσβλητους για τη Δικαιοσύνη, ενώ διαγράφει τις διαδρομές όσων επανενεργοποιήθηκαν στον δημόσιο βίο και με τη δράση τους ζημίωσαν για ακόμη μια φορά εαυτούς και αλλήλους.

Η μελέτη προβάλλει το βασικό επιχείρημα ότι η γερμανική στολή τοποθετήθηκε αμέσως μετά το τέλος της Κατοχής στη ναφθαλίνη και παρέμεινε εκεί καλά διατηρημένη. Υποστηρίζω, με άλλα λόγια, πως ανασύρθηκε από τα «μπαούλα» όσο και όποτε η τρέχουσα κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα επέτρεπε κάτι τέτοιο, έχοντας δομηθεί με βάση τα χαρακτηριστικά και τους όρους του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Η μη έγκαιρη και εν τέλει ατελέσφορη διαδικασία της απόδοσης δικαιοσύνης επέτρεψε στα φαντάσματα του παρελθόντος να στοιχειώνουν επί μονίμου βάσεως τη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικής σκηνής. Ακόμα και σήμερα η ένδυση με τη «γερμανική στολή» αποδίδεται ως κατηγορία ένθεν κακείθεν, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητά της στον χρόνο. Πρόκειται, δυστυχώς, για μια ερμηνευτική προσέγγιση του παρόντος, των προβλημάτων και των στρεβλώσεών του, που αξιοποιεί τις παρελθοντικές αναγωγές ως όχημα για να διατηρεί στο πολιτικό προσκήνιο μια κοινωνική διαιρετική τομή μεταξύ «πατριωτών» και «προδοτών», μεταξύ «καλών» και «κακών» Ελλήνων.

Η χρονική «οροφή» της μελέτης είναι το 1974, γιατί η εφτάχρονη δικτατορία των Συνταγματαρχών πριμοδότησε ποικιλοτρόπως, παρείχε διά νόμου αφειδώς συγχωροχάρτια και επέστρεψε στη δεκαετία του '40 για να στηρίξει τον διαχωριστικό κορμό σε «πατριώτες» και «μιάσματα». Στα δύο τελευταία κεφάλαια η διήγηση επιστρέφει στην άκρη του νήματος και στον τόπο του «εγκλήματος», σε μια προσπάθεια να μιλήσει για τη μνήμη των γεγονότων και τον απόηχό τους σήμερα, να τα επικαιροποιήσει, για να αξιολογήσει τους σημερινούς μηχανισμούς διαχείρισης και διάχυσης της ατομικής και συλλογικής μνήμης, να διακρίνει το προνομιακό πεδίο της δημόσιας ιστορίας και τον τρόπο που οι φορείς της αντιλαμβάνονται το παρελθόν.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Στη στήλη
Τυπωθήτω
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Πτυχές μοναχικότητας
Η επιστροφή του φόβου
Ο συναρπαστικός υπερατλαντικός διάλογος
Στα μετόπισθεν των ειδώλων
Μόδα και σιωπή και το '21
Η εξέλιξη του ελληνικού στοχασμού
Δυο ερωτευμένες μοναξιές
Η επιστημονική φύση του ολοκληρωτισμού
Η ιστορία της δισκογραφίας με τα μάτια ενός ερευνητή
Οντε νηστεύω το νερό, ρακή βάνω και πίνω...
Συνέντευξη: Ελενα Πέγκα
Η γυναίκα του Γκόρκι
Λογοτεχνία
Περιοδικό «Κυμοθόη»
Από την πλευρά του ορίζοντα
Ζώντων και τεθνεώτων
Τελευταία πνοή
«Ο τυχερός λύκος»
Η σπηλιά
Από τις 4:00 στις 6:00
Αλλαξε την τζαζ όσο λίγοι...