Έντυπη Έκδοση

Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς

Αυτή τη φορά θα μαγειρέψουμε ανοιξιάτικα. Θα φτιάξουμε ομελέτα με κολοκυθανθούς, που θα βρούμε σε κάποια λαϊκή, αλλά και ρυζότο για την επόμενη μέρα.

Παίρνουμε καμιά σαρανταριά κολοκυθανθούς, τους αφαιρούμε τον στήμονα και τους πλένουμε πολύ καλά, γιατί μπορεί να κρύβουν μυρμήγκια και άλλα έντομα, και τους αφήνουμε στο τρυπητό να στραγγίσουν. Πλένουμε καμιά εικοσαριά μικρά κολοκυθάκια, καθαρίζουμε τις άκρες τους, τα κόβουμε κατά μήκος στα τέσσερα και τα φυλάμε σε άλλο τρυπητό. Καθαρίζουμε καμιά δεκαριά κρεμμυδάκια φρέσκα, ένα ματσάκι άνηθο, δύο κλωναράκια δυόσμο και άλλα δύο μάραθο, τα πλένουμε και τα αφήνουμε σε μια πετσέτα. Ανοίγουμε τα δύο μεγάλα μάτια της κουζίνας μας και ακουμπάμε το τηγάνι στο μεγαλύτερο και στο άλλο μια κατσαρόλα μετρίου μεγέθους. Ρίχνουμε και στα δύο σκεύη όσο λάδι χρειάζεται για να καλυφθεί ο πάτος τους και μόλις το λάδι ζεσταθεί, απλώνουμε στο τηγάνι τούς είκοσι κολοκυθανθούς και το σκεπάζουμε και στην κατσαρόλα τους άλλους είκοσι και τα μισά κολοκυθάκια. Οπως καταλαβαίνετε, πρέπει να κάνουμε συνδυασμένες κινήσεις για να μη μας καούν τα υλικά μας αλλά και για να τελειώνουμε πιο γρήγορα. Ξεσκεπάζουμε το τηγάνι, γυρίζουμε τους κολοκυθανθούς να μαραθούν κι από την άλλη μεριά και τους βγάζουμε με την τρυπητή κουτάλα. Στο ίδιο λάδι ρίχνουμε τα κολοκυθάκια που έχουμε κρατήσει και ξανασκεπάζουμε το τηγάνι. Ξαναπιάνουμε την κατσαρόλα: ανακατεύουμε και προσθέτουμε χοντροκομμένα τα έξι από τα δέκα κρεμμυδάκια, το μισό ματσάκι άνηθο κι όλο το μάραθο, ανακατεύουμε πάλι και, πριν προλάβουν να ροδίσουν, ρίχνουμε τέσσερα φλιτζανάκια του καφέ ρύζι μπασμάτι. Ανακατεύουμε καλά, προσθέτουμε αλάτι και πιπέρι της αρεσκείας μας και δύο ποτήρια νερό, σκεπάζουμε την κατσαρόλα, γυρνάμε τον διακόπτη στο τρία κι αφήνουμε να σιγοβράσει για είκοσι λεπτά, ανακατεύοντας πού και πού. Στο τηγάνι γυρνάμε τα κολοκυθάκια ώστε να χρυσίσουν απ' όλες τις πλευρές και τα βγάζουμε κι αυτά στην άκρη. Χύνουμε το λάδι που έχει μείνει στο τηγάνι, το οποίο σκουπίζουμε με χαρτί κουζίνας για να διώξουμε κάθε καρβουνιασμένο υπόλειμμα, ρίχνουμε λίγο φρέσκο λάδι, ψιλοκόβουμε δύο κρεμμυδάκια και το μισό από τον άνηθο που έχουμε κρατήσει, το ένα κλωναράκι δυόσμο, προσθέτουμε δύο μερίδες σκληρή φέτα, τα μισά από τα κολοκυθάκια και τους ανθούς που έχουμε στην άκρη, και τρία αβγά που έχουμε χτυπήσει. Σκεπάζουμε για μερικά λεπτά και μόλις η ομελέτα πήξει, τη γυρνάμε με το καπάκι να ξεροψηθεί κι από την άλλη μεριά. Προσοχή! Δεν τη διπλώνουμε. Τη βγάζουμε στρογγυλή και τη μοιράζουμε σε δύο πιάτα γαρνιρισμένη με καρδιές μαρουλιού. Αρωματίζουμε με μαύρο φρεσκοτριμμένο πιπέρι. Επαλαναμβάνουμε τη διαδικασία και με τα υπόλοιπα υλικά και η τετραμελής οικογένειά μας παίρνει θέση στο τραπέζι. Οσο για το ρυζότο, θα το σερβίρουμε την επομένη κρύο ή ζεσταμένο, πάντως με μπόλικο λεμόνι, χωριάτικα λουκάνικα και αγγουράκια.

Ωστόσο, για το διήμερο με τους κολοκυθανθούς υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, χωρίς ρύζι και δυόσμο. Αφού σωτάρουμε στο τηγάνι όλα τα χορταρικά μας, τα στρώνουμε σ' ένα ταψί, απλώνουμε από πάνω μπόλικη σκληρή φέτα και τα περιχύνουμε με τον χυλό που ετοιμάζουμε ως εξής: χτυπάμε οχτώ αβγά με ισάριθμες κουταλιές καλαμποκάλευρο και μια κούπα φλιτζάνι γάλα. Ψήνουμε την ομελέτα, η οποία έπειτα από λίγο μάλλον θα μοιάζει με τάρτα, σε μέτριο φούρνο ώσπου να ροδίσει και τη σερβίρουμε σε κομμάτια με καρδιές μαρουλιού, κρατώντας το ένα τρίτο για την επομένη, οπότε θα συμπληρώσουμε με λουκάνικα και αγγουράκια.

Η εκδοχή αυτή, αν και σύντομη, μας πηγαίνει πολύ μακριά. Με την ταχύτητα των συνειρμών, το καλαμποκάλευρο μας οδηγεί στο Μεξικό και το γάλα μάς περνάει στην Κούβα, αφού η ισπανική του ονομασία, λέτσε (leche), χρησίμευσε ως συνθηματικό ψευδώνυμο του Φιντέλ Κάστρο. Ετσι σκάει στη μνήμη μας Η φωνή του καϊμάν (La voz de caimαn, BLUME, Βαρκελώνη, 1998), βιβλίο του Καταλανού φωτογράφου και συγγραφέα Πέπε Ναβάρρο, το οποίο περιλαμβάνει πορτρέτα και μαρτυρίες 137 Κουβανών. Προφανής ο συνειρμός, μας κάνει να σταθούμε στη σελίδα 214 και στον Φανατικό με τον Τσε. Το πραγματικό του όνομα; Σαντιάγο Αλβαρες. Ομως όλοι τον ξέρουν ως «ο Τσε» και ο ίδιος εξομολογείται πράγματα που θα μπορούσε και να τα έχει φανταστεί:

«Τον Τσε τον γνώρισα μετά τον θρίαμβο της Επανάστασης... Μου είχε μεγάλη εκτίμηση και μου έμαθε πολλά απ' αυτά που εγώ αργότερα εφάρμοσα στην Αφρική... Εκανα δεκανέας εκεί... Ημουνα πέντε χρόνια στην Αγκόλα... Εκεί με πυροβόλησαν στο πόδι και με χτύπησαν στο χέρι με την ξιφολόγχη... Μου έμεινε κουλό... Κι άλλη μια σφαίρα σ' αυτό εδώ... Ετσι διηύθυνα τη μάχη μέχρι που πήρα τα σύνορα με τη Ναμίμπια... Εμεινα εννιά μήνες χωρίς επικοινωνία με το αρχηγείο... Ακόμα την έχω μπροστά στα μάτια μου εκείνη την μπάλα από μολύβι που την έβγαλα με μια μαχαίρα... Γιατί το μολύβι είχε κολλήσει στο κόκαλο... Αυτό το τατουάζ είναι η ζωή μου, ο Τσε μού έμαθε πολλά και τον έχω σαν να ήταν πατέρας μου... Τον αγαπάω ολόψυχα... Μου το έκανε ο δεκανέας Φάμπιο, που αργότερα σκοτώθηκε... Μου το έκανε πολύ γρήγορα, με σινική μελάνη κι έξι βελόνες... Στην άλλη μεριά του στήθους θα μου έκανε την κουβανέζικη σημαία, με τη σοβιετική σημαία στη μέση, αλλά το μελάνι δεν έφτασε κι ούτε είχαμε και κόκκινο... Αυτό έγινε δέκα χρόνια πίσω... Τώρα είμαι 49 χρονώ... Μπροστά μου, κανένας δεν μπορεί να μιλήσει άσχημα για τον Τσε, έχω κάνει γι' αυτό πολλούς καβγάδες... Ακόμα και χτες, που ένας αστυνομικός ήθελε να με συλλάβει επειδή τριγυρνούσα με πράσινο λαδί παντελόνι και φανέλα... Κι επειδή οι ξένοι μού έβγαζαν φωτογραφίες... Κι εγώ του είπα ότι ήμουνα περήφανος που ένας ξένος φωτογράφιζε τον Τσε μου... Ποιος είσαι εσύ που θα μου τραβήξεις την προσοχή μπροστά σε τόσο κόσμο; του είπα... Τώρα δουλεύω βοηθώντας σ' ένα εστιατόριο... Να, βγάζοντας τα σκουπίδια... Σαν εθελοντής... Δεν κερδίζω τίποτα».

Προτού μονολογήσουμε «αλλάζουν οι καιροί, περνάν τα χρόνια», θα παραμείνουμε στον χρόνο που γράφτηκε το βιβλίο αυτό και θα συνεχίσουμε με τον ίδιο τον συγγραφέα. Στον πρόλογό του, που αρχίζει με φράσεις συνεντευξιαζομένων, όπως «Η Κούβα πέφτει», «Η Κούβα αντιστέκεται», τονίζει ότι «Εχουμε συνηθίσει να βλέπουμε την Κούβα σαν μια αντίφαση που δεν φαίνεται να λύνεται εύκολα. Μια αντίφαση που καθένας εκφράζει με τον τρόπο του». Και στον επίλογο σημειώνει: «Το βιβλίο αυτό είναι μια προσπάθεια να αποκτήσω γνώση και κατανόηση χωρίς να απομακρυνθώ από την αλήθεια. Είναι χρόνος βιωμένος με πάθος και δόσιμο. Είναι ευγνωμοσύνη για την εμπιστοσύνη και τη στήριξη που μου έδωσαν όλοι εκείνοι που πίστεψαν σ' εμένα. Είναι η επιβεβαίωση του ότι υπάρχει κάποιος τρόπος να πλησιάζεις τους άλλους και που οι άλλοι τον δέχονται και ευχαριστούν γι' αυτό. Είναι η προσέγγιση στην πραγματικότητα μιας χώρας, την οποία έχουν συχνά κρίνει με υπερβολική ελαφρότητα όσοι απ' τους επισκέπτες της ζητάνε να επωφεληθούν από την τραχύτητα των συνθηκών της».

Εμείς, που κάτι προλάβαμε από τραχιές συνθήκες, γράφαμε, περίπου ταυτόχρονα με το βιβλίο του Ναβάρρο, το επίγραμμα Τσε-Λέτσε:

Φιντέλ θα πει πιστός σε μιαν ιδέα

πιστός σ' αυτήν τη γνώση την αρχαία

πως άνθρωπος σημαίνει αδερφός

πως άνθρωπος σημαίνει πόνος ίσος

μπρος στην αγάπη της ζωής και μπρος στο μίσος

που κρύβει το σκοτάδι για το φως.

Ασε με άσε με θα φύγω μοναχός

τώρα που έγινε ο ουρανός ρηχός.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Το φάντασμα του Καμύ
Ενα συναρπαστικό μυθιστόρημα
Ουαλός έφηβος ψάχνει
Ενας απαραίτητος πλήρης οδηγός για το αρχαίο θέατρο
Περί της ηγερίας του μοντερνισμού
Ακηλίδωτη γραφή
Ενας Μέγας Αλέξανδρος που «εποφθαλμιούσε το πετρέλαιο»!
Ενόραση στην καθημερινότητα
Συνέντευξη
Αυτή η τέχνη δεν τελειώνει ποτέ
Ρούλα Πατεράκη διαδονούμενη
Από τις 4:00 στις 6:00
Οι κυρίες προηγούνται και στα τραγούδια...
Η σφραγίδα ΒΟΒ DYLAN
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς
Ο ανατόμος της σύγχρονης πραγματικότητας
Γραφή στα όρια του μεταξιού