Έντυπη Έκδοση

Ερμηνείες και υπερερμηνείες

Μετά τον «Θάνατο του συγγραφέα» (Ρ. Μπαρτ) και το «Τι είναι ένας συγγραφέας» (Μ. Φουκό), η «εκτέλεση» του συγγραφικού εγώ από την αποδόμηση, αντιστρόφως ανάλογη σε καλλιτεχνική ευφράδεια και στιλιστική πρωτοτυπία με την εκτέλεση του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού στον ομώνυμο πίνακα του Μανέ, θα μπορούσε να εκληφθεί σαν μια πράξη σαδιστικής απόλαυσης και ηθικής κατάπτωσης! Υπερβολές; Ισως.

Ωστόσο, η αποδομητική θεωρία, αν δεν έστησε τον δημιουργό στα έξι μέτρα, δεν έπαψε στιγμή να υπεξαιρεί και τα τελευταία ιδιοκτησιακά του στοιχεία. Το έργο του απαλλοτριώθηκε από τα εκφραστικά μέσα, τα σχήματα λόγου, τις μεταφορές και τις μετωνυμίες, τις συνεκδοχές και τα υπερβατά, απ' ό,τι με άλλα λόγια συνιστούσε την καλολογική εξάρτυση του κειμένου, κατά την ορολογία των παλιών μας δασκάλων. Στις νέες αυτές συνθήκες το ουμανιστικό και ρομαντικό ιδεώδες, που ανέβασε τον συγγραφέα στο βάθρο της δημιουργικής έμπνευσης, θα τον δει να πέφτει στα κράσπεδα ενός απλού γραφέα-εντολοδόχου της αφηρημένης, μεταφυσικής στο βάθος, ιδέας της γραφής. Τι άλλο πια είναι η αποδόμηση παρά ένα είδος υπερβατικής μεσίτευσης και γλωσσικού μεσσιανισμού, ανάλογη με την ιουδαϊκή ή χριστιανική και μαρξιστική θεολογία, μιας και η βούληση ή η πρόθεση του λογοτέχνη αποστρακίζεται από τις δολιοφθορές της γλώσσας και συνεπώς αυτό που θέλει να πει δεν το λέει, ούτε καν το ψελλίζει; Αυτό δεν είναι, εξάλλου, το νόημα της εκτυφλωτικής αντίφασης (contradiction eclatante) για την οποία μιλούσε τόσο εύγλωττα ο Πολ ντε Μαν;

Για το μυστικό αυτό σχέδιο -ας μην ξεχνάμε τις καβαλιστικές ρίζες της θεωρίας- η αποδομητική ρητορική θα επικαλεστεί την εγγενή πολυσημία του κειμένου και θα επιστρατεύσει τρόπους για την αποδιάρθρωση του νοήματος: ετυμολογήσεις και παρετυμολογήσεις, συνειρμικές εκπυρσοκροτήσεις, λογοπαίγνια, αναγραμματισμοί, ακροστιχίδες, παρηχήσεις και παρονομασίες, όλος ο θόρυβος και τα κουδουνίσματα της φράσης θα συνδυαστούν σε μια ερμηνευτική non sense πομπή. Οπως μάλιστα γράφει χαρακτηριστικά ο Alvin Kernan: «Κάτω απ' αυτές τις έντονες ερμηνευτικές πιέσεις, η γραμματική, η λογική και η ρητορική αποσυντίθενται, αντιφάσεις εμφανίζονται σε κάθε ισχυρισμό, το νόημα αναβάλλεται επ' άπειρον, η αμφιθυμία ελλοχεύει σε κάθε λέξη, κάτω από κάθε κατασκευή εμφανίζεται το κενό και το νόημα εν τέλει καταρρέει». Κάτι ανάλογο διατυπώνει και ο Ντεριντά στο «Η γραφή και η δια-φωρά»: «Τότε, η παρουσία του παρόντος και το παρόν της παρουσίας είναι από τη ρίζα τους και για πάντα μια βία». Το απόσπασμα ή απότμημα καλύτερα, έτσι αποτειχισμένο από το σύνολό του, δείχνει προφανώς μετέωρο και αλλοπρόσαλλο. Ωστόσο, ούτε μια στιγμή δεν διανοήθηκα να μειώσω μια θεωρία που έχει τα αντερείσματά της στο βασικό και ισχυρό επιχείρημα του Σοσίρ ότι η γλώσσα είναι σύστημα διαφορών. Στόχος μου ήταν να δείξω τις ερμηνευτικές τεχνικές που στη συγκεκριμένη περίπτωση παίζουν με τους παλμούς των συνηχήσεων, με την ακουστική περισσότερο ευαισθησία και λιγότερο με τη γνωστική μέριμνα. Η γνωστική συνείδηση, επομένως, εδώ κάμπτεται μπροστά στους αυτοσχέδιους ρυθμούς μιας αποικοδομητικής ρητορικής, που στοιχηματίζει στην αστάθεια της γλώσσας μέχρι να την αποτεφρώσει. Με την έννοια αυτή, κάθε συλλογισμός που αναδύεται από τα συντρίμμια του νοήματος κουβαλάει μοιραία τους όρους της απορρύθμισής του.

Η περίπτωση της έκδοσης των «Ωδών »του Κάλβου από τον Δ. Δημηρούλη (Μεταίχμιο 2009) εγγράφεται σε μια παρόμοια λογική. Και δεν εννοώ φυσικά τα πραγματικά λάθη, όσα έχει εντοπίσει η κριτική (βλ. Ν. Βαγενάς, Ερασιτεχνισμός και κριτική, «Το Βήμα», 3/4/2010), που μπορούν να τραυματίσουν τη συνοχή και αυτάρκεια ενός συμπεράσματος, όσο τη βασική αρχιτεκτονική δομή, την οικονομία και την πολιτική της, τους άξονες της φιλοσοφίας της. Η ξενότητα, για παράδειγμα, στον Κάλβο, που ορίζεται κάπου «ως κατάσταση της ποιητικής γραφής και ανάγνωσης, όχι ως συνονθύλευμα όλων εκείνων των στοιχείων που θεωρούνται αποτρεπτικά στην προσέγγιση της καλβικής ποίησης από τον σημερινό αναγνώστη» και αλλού ως «ένας τρόπος της γλώσσας να "κατοικεί" τον ποιητή πέρα από κάθε κατάταξη ή κατανόηση, πέρα από κάθε συγγένεια ή ομοιότητα», δεν υπονοεί την αυτονόητη παρέκκλιση από την αναγνωστική έξη, τη φορμαλιστική δηλαδή αποεξοικειοποίηση (defamiliarization) ούτε την αποξένωση που επαναπατρίζει, όπως θα 'λεγε ο Μποφρέ για τις μεταφράσεις του Χέλντερλιν, αλλά ένα είδος εισπήδησης και εγκατάστασης της γλώσσας στην καρδιά του ποιητικού είναι. Συνεπώς η ποιητική υπεροχή του Κάλβου δεν είναι οι ανορθόδοξοι γλωσσικοί χειρισμοί του που ανάγονται στη μερική άγνοια της γλώσσας, αλλά η γραφή ως αυθεντικός τρόπος της ύπαρξης που επιλέγει προνομιακά το ενδιαίτημά της. Από την οπτική αυτή ο Κάλβος είναι ενεργούμενο της ποιητικής μοίρας και η συνείδησή του μια κατάσταση ακρωτηριασμού και πτώσης. Αλλού, ωστόσο, αυτές οι Ωδές μαρτυρούν το πνευματικό δράμα της αποξένωσής του. «Μέσα από την εμπειρία της ξένωσης που βιώνει μέσα του και όχι μόνο έναντι των πραγμάτων, ο ποιητής καταγράφει γλωσσικά τον παραδαρμό και αποκαλύπτει την παρέκκλισή του από το κανονικό» (Δ. Δημηρούλης). Εδώ το υποκείμενο δεν αποκόπτεται από την ποιητική λειτουργία, αλλά ταυτίζεται απόλυτα μαζί της.

Προφανείς αντιφάσεις και παλινωδίες που παγιδεύουν την ερμηνεία σ' ένα είδος αδρανούς αυτοανάλωσης, προειδοποιώντας συνάμα για τη φαντασμαγορική πλην όμως αλυσιτελή λειτουργία της θεωρίας. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Ιδέες Τάσεις
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Μίνα Ορφανού
«Τελικά είμαστε πολύ «προχώ»»
Παράσταση
Μια τζαμαρία... πριν από το τέλος του κόσμου
63ο Φεστιβάλ Κανών
Το «ελληνικό ζήτημα» στις Κάνες
Κριτική θεάτρου
«Ω, πόσο βαριέμαι!»
Μια, κάπως ποπ, «αυτοκτονία»
Συνέντευξη: Ελ. Τοβάρνικα
«Εχουμε την Ελλάδα στο αίμα μας»
Συνέντευξη: Ζαν Μισέλ Ζαρ
«Δημιουργήστε ξανά την εικόνα του μέλλοντος»
Συνέντευξη: Στέλιος Ράμφος
Η Ελλάδα... πάσχει από ένα «ξεχειλωμένο θέλω, ποθώ, προσδοκώ»
«Ιερά Σινδόνη» του Τορίνο
«Αxειροποίητη» τέχνη