Έντυπη Έκδοση

Το γεράκι που συναρπάζει

Το αριστούργημα του Ντάσιελ Χάμετ «Το γεράκι της Μάλτας» προσφέρει την ερχόμενη Κυριακή η «Κ.Ε.»

Η «καλύτερη αστυνομική ιστορία που γράφτηκε στην Αμερική», το εμβληματικό «Γεράκι της Μάλτας» του Ντάσιελ Χάμετ, θα συνοδεύει την έκδοση της «Κ.Ε.» την ερχόμενη Κυριακή, σε μετάφραση Ανδρέα Αποστολίδη, ενώ στους κινηματογράφους θα έχει μόλις ξεκινήσει να προβάλλεται το ομώνυμο, θρυλικό φιλμ νουάρ του Τζον Χιούστον, άρρηκτα συνδεδεμένο με την εκπληκτική ερμηνεία του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στο ρόλο του σκληροτράχηλου ντετέκτιβ Σαμ Σπέιντ.

Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ ήταν ο ηθοποιός που τελικά επιλέχθηκε από τον Χάουαρντ Χοκς στο ρόλο του Σαμ Σπέιντ, ρόλο που τον καταξίωσε ως αστέρα πρώτου μεγέθους Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ ήταν ο ηθοποιός που τελικά επιλέχθηκε από τον Χάουαρντ Χοκς στο ρόλο του Σαμ Σπέιντ, ρόλο που τον καταξίωσε ως αστέρα πρώτου μεγέθους Μυθιστόρημα που έχει συναρπάσει γενιές και γενιές, το «Γεράκι της Μάλτας» πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Black Mask» το 1929, μετατρέποντας από τη μια μέρα στην άλλη τον δημιουργό του σε λατρεμένο συγγραφέα των διανοουμένων. Αξιοποιώντας τις εμπειρίες του από την οχταετή του θητεία στο πρακτορείο ιδιωτικών ντετέκτιβ Πίνκερτον και με δεδομένη την αφηγηματική του δεινότητα (είχε ήδη εκδώσει την «Κατάρα των Ντέιν»), ο 36χρονος τότε Χάμετ έδινε μια ιστορία που διακρίνεται για τον ωμό της ρεαλισμό, την ακρίβεια και την οικονομία της, καθώς και για τους δυνατούς, φυσικούς της διαλόγους. Μια ιστορία συναρπαστική, διαδραματιζόμενη στα πιο σκοτεινά λημέρια του Σαν Φρανσίσκο, εκεί όπου το έγκλημα αποτελεί καθημερινότητα και κυριαρχεί ο νόμος του πιο ισχυρού, με πρωταγωνιστή έναν κυνικό όσο κι ευαίσθητο ντετέκτιβ.

Σε αντίθεση με άλλους ομοτέχνους του που χρησιμοποιούν συνεχώς τον ίδιο χαρακτήρα, ο Χάμετ δημιουργούσε κι από έναν καινούριο για κάθε του βιβλίο. Ο καλύτερος όλων, όμως, και ο πλέον πειστικός, θεωρείται ο Σαμ Σπέιντ στο «Γεράκι...». Κάποιος που, όπως απεφάνθη ο Σόμερσετ Μομ, «μοιάζει τόσο πολύ με κακοποιό που δύσκολα μπορεί κανείς να τον προτιμήσει από τους εγκληματίες». Η πλοκή του μυθιστορήματος πυροδοτείται από τη στιγμή που ο τελευταίος δέχεται την επίσκεψη μιας γοητευτικής κοκκινομάλας, η οποία του αναθέτει την παρακολούθηση ενός επικίνδυνου άντρα. Πολύ γρήγορα ωστόσο ο Σπέιντ θα βρεθεί κατηγορούμενος για δύο φόνους και, παρασυρμένος από τη «μοιραία γυναίκα», θα μπλεχτεί στη δίνη της αναζήτησης ενός αγαλματιδίου (αυτό είναι το «γεράκι της Μάλτας»), ενός κάλπικου όπως θ' αποδειχτεί θησαυρού, γύρω από τον οποίο όμως συνωστίζονται πτώματα και πλέκονται ίντριγκες έως το τέλος.

«Γύρισε το "Γεράκι της Μάλτας" ακριβώς όπως το έγραψε ο Χάμετ, χρησιμοποίησε τους αυθεντικούς διαλόγους, μην αλλάξεις απολύτως τίποτα και θα κάνεις μια εκπληκτική ταινία», ήταν η συμβουλή που πήρε ο Τζον Χιούστον από τον Χάουαρντ Χοκς, για την παρθενική σκηνοθετική του απόπειρα το 1941. Και πράγματι, την ακουλούθησε με ευλάβεια. Σεναριογράφος ως τότε, ήταν ο ίδιος που είχε επιδιώξει να γυρίσει το «Γεράκι...», αδιαφορώντας και για τον πενιχρό προϋπολογισμό που του διέθεταν οι παραγωγοί και για το ότι είχαν προηγηθεί δύο κινηματογραφικές μεταφορές του βιβλίου χωρίς την παραμικρή επιτυχία.

Δούλεψε το σενάριο κάνοντας τα δικά του σκίτσα για κάθε σκηνή, όπως εργαζόταν κι ο Χίτσκοκ, ενώ στο πλατό απαθανάτισε τους ήρωες σε πρωτότυπα πλάνα μέσα σ' εσωτερικούς κυρίως χώρους, αποκαλύπτοντας τις προθέσεις και τους χαρακτήρες τους σε μια σκοτεινή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, βουτηγμένη σε εξπρεσιονιστικούς φωτισμούς.

Πριν από την «Καζαμπλάνκα»

Για τον κεντρικό ρόλο προοριζόταν ο Τζορτζ Ραφτ, σπουδαίο όνομα της εποχής, που όμως αρνήθηκε να συνεργαστεί με αρχάριο σκηνοθέτη. Ο 42χρονος Μπόγκαρτ, ωστόσο, ήδη φίλος και συμπότης του Χιούστον, ενθουσιάστηκε με την ιδέα να υποδυθεί τον Σπέιντ, ανύποπτος ότι η συγκεκριμένη ερμηνεία του θα τον καταξίωνε ως αστέρα πρώτου μεγέθους. Το βαθύ μελαγχολικό του βλέμμα, η βραχνή ψιθυριστή του φωνή, οι όλο κομψότητα κινήσεις του, το αιώνιο τσιγάρο στο στόμα του και ο ιδιότυπος κώδικας τιμής που ακολουθούσε ως Σπέιντ, καθήλωσαν το κοινό, προμηνύοντας και την τεράστια επιτυχία της κατοπινής «Καζαμπλάνκα».

Κι όμως, στην πραγματική του ζωή, ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ δεν είχε καμιά σχέση με τους σκληρούς ντετέκτιβ και τυχοδιώκτες. Μακρινός συγγενής του βασιλιά Εδουάρδου του Γ' όπως και του Τένεσι Ουίλιαμς, γιος ενός ευυπόληπτου χειρουργού και μιας φημισμένης εικονογράφου, ο Μπόγκαρτ ήταν ένα κράμα ευσυνειδησίας, καλοσύνης και ταλέντου, που αγαπούσε τη λογοτεχνία, το σκάκι, όσο και τον έρωτα, τον καπνό και το αλκοόλ. Ενα πρότυπο ηθικής για τους συγχρόνους του, που ύψωσε το ανάστημά του απέναντι στον περιβόητο γερουσιαστή Μακάρθι, και ο οποίος κατάφερε να διατηρήσει το χιούμορ του ώς την τελευταία του πνοή. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Κινηματογράφος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Φεστιβάλ Εδιμβούργου
Θέατρο σε τηλεφωνικό θάλαμο
Κινηματογραφικά φεστιβάλ
Δύο μήνες γεμάτοι ταινίες
Forza Greci!
Παλιές ιταλικές κωμωδίες στο πανί της Μόστρας
Προσφορά της «Κ.Ε.»
Το γεράκι που συναρπάζει
Όπερα
Οπερα με πολιτική αιχμή
Έκθεση
Ο ήχος του ωκεανού
Πρόσωπα
Ηταν το καλοκαίρι τους
Συνέντευξη: Θόδωρος Τερζόπουλος
«Η αριστερά; Μια ανήθικη παράσταση»
Βιβλίο
Ταξίδι χωρίς διαβατήριο
Η κρίση θεριεύει, η γραφή αντέχει
Η εξίσωση μιας σχέσης