Έντυπη Έκδοση

Ελληνική αφωνία ενώ η Ευρώπη μαθαίνει γερμανικά...

Η γερμανική πολιτική κυριαρχία στην Ευρώπη είναι σε πλήρη εξέλιξη και γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτό στους Αμερικάνους, πολλοί από τους οποίους επιχειρούν να την ανακόψουν.

Οι Γερμανοί, όπως κατέδειξαν οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου, ετοιμάζονται για πρώτη φορά μεταπολεμικά να «βγουν» και να πάρουν τα ηνία της γηραιάς ηπείρου στα χέρια τους. Κατόπιν τούτου με την «έξοδο» των Γερμανών, όσοι στοιχημάτιζαν στη διάλυση της Ενωσης και την εξαφάνιση του ευρώ μάλλον θα οδηγηθούν σε απογοήτευση.

Αρκετοί αρχίζουν να αναθεωρούν τις απόψεις τους, ενώ άλλοι όπως ο νομπελίστας οικονομολόγος Στίγκλιτς και ο μεγαλοεπενδυτής Σόρος επιχειρούν εμμέσως να τορπιλίσουν τη διαφαινόμενη πλήρη γερμανική ευρωπαϊκή κυριαρχία και να την ανακόψουν με επιχειρήματα πως το Βερολίνο επιδίδεται σε μια αλόγιστη πολιτική με το να αρνείται να συμφωνήσει στην έκδοση ευρωομολόγου και πως αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί να το κάνει. Μάλιστα, ο Στίγκλιτς προτείνει και την έξοδο της Γερμανίας από την ευρωζώνη, γεγονός που αποτελεί περαιτέρω ένδειξη του βαθμού των «ανησυχιών» τους.

Η προ ημερών συνάντηση Μέρκελ - Σαρκοζί, προς μεγάλη έκπληξη πολλών, ατένισε στο μέλλον και την ενοποίηση της Ευρώπης παρά στα σημερινά χρηματοπιστωτικά προβλήματα, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι ηγέτες της Ευρώπης βλέπουν την παρούσα οικονομική κρίση ως πρωτίστως πολιτική και υποδηλώνει έτσι την κρατούσα πεποίθηση ότι η Ενωση βρίσκεται στη σημαντικότερη καμπή της πολιτικής ιστορίας της.

Περαιτέρω, κατ' αυτήν τη συλλογιστική, τα αποτελέσματα της συνάντησης ήταν ενδεικτικά αφ' ενός των γερμανικών ηγεμονικών προθέσεων και αφ' ετέρου της γαλλικής «υπολογιστικής» πολιτικής που -εν γνώσει του γεγονότος ότι το Βερολίνο αναζητεί «άλλοθι» στη στήριξη του Παρισιού- ακολουθεί τη Γερμανία πιστά στο σχεδιασμό της με στόχο να καρπωθεί μελλοντικά πολιτικο-οικονομικά οφέλη.

Εν τω μεταξύ, η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθεί να παραμένει παρατηρητής των εξελίξεων, με τον πρωθυπουργό να περιμένει στον... «προθάλαμο» για να πληροφορηθεί το τι αποφάσισαν Μέρκελ και Σαρκοζί για την Ελλάδα, κάτι που ενίοτε πληροφορείται μέσω Ρόιτερ, του... «αγαπημένου» ειδησεογραφικού πρακτορείου της Καγκελαρίας.

Εκείνο που εξακολουθεί να προκαλεί απορίες στην παρούσα συγκυρία είναι το γεγονός ότι η κυβέρνηση εγκλωβισμένη σε μια εσωστρεφή τακτική επικοινωνιακών τεχνασμάτων έχει απολέσει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει και πολύ περισσότερο να ερμηνεύσει σωστά τις εξελίξεις.

Οι εγχώριοι πανηγυρισμοί άλλοτε για τις (σ.σ. σκόπιμα ή εξ αδυναμίας;) παρερμηνευθείσες αποφάσεις της συνόδου κορυφής της 21ης Ιουλίου, και άλλοτε οι διεκδικήσεις της πατρότητας ιδεών, όπως του ευρωομολόγου, αποβλέπουν στη δημιουργία εντυπώσεων που επιχειρούν να ξεγελάσουν την κοινή γνώμη ότι «περνάει η μπογιά» των Ελλήνων κυβερνώντων στην Ευρώπη, ενώ κατ' ουσίαν παραμένουν κομπάρσοι τρίτης διαλογής που ούτε καν αντιλαμβάνονται την «πλοκή» του παιζόμενου έργου.

Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση εν πρώτοις τσακώνονταν για την «πατρότητα» της ιδέας του ευρωομολόγου και αίφνης κρύβονται με αμηχανία, μετά την κάθετη αντίθεση των Γερμανών στην υπόθεση αυτή. Πρωτίστως η κυβέρνηση, που έχει και την άμεση ευθύνη, απέτυχε να διαβάσει σωστά τις γερμανικές προθέσεις και βρέθηκε προ εκπλήξεως από τις δηλώσεις Μέρκελ.

Η Γερμανίδα καγκελάριος ήταν σαφής πως δεν είναι ακόμη ώρα για την έκδοση ευρωομολόγου, γιατί είναι προφανές πως αυτό θα αποδυνάμωνε και θα ανέκοπτε το γερμανικό γεωπολιτικό σχεδιασμό για τη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική που, όπως έχει επισημανθεί από τις στήλες αυτές, θα 'ναι κομμένη και ραμμένη στις γερμανικές επιθυμίες.

Οι γερμανικές επιθυμίες εκφράστηκαν εν είδει «δοκιμαστικού» από στελέχη της συγκυβέρνησης στη Γερμανία που νωρίτερα είχαν υιοθετήσει δημόσια την άποψη πως η διεύρυνση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) θα πρέπει να συνοδεύεται από ένα Συμβούλιο Σταθερότητας (Stability Council) που θα 'ναι κατ' ουσίαν και το όργανο επιτήρησης των οικονομιών των ελεγχόμενων χώρων (σ.σ. ήτοι των εφαρμοζόμενων μέτρων) και θα 'χει την κατά περίπτωση δυνατότητα επιβολής κυρώσεων.

Εν τω μεταξύ, οι εξελίξεις είναι πολυδιάστατες και πολύπλοκες και για να αντιληφθεί κανείς τη δυναμική των πραγμάτων θα πρέπει να συγκεράσει την καθημερινή πραγματικότητα των υφιστάμενων κερδοσκοπικών επιθέσεων σε αυξανόμενο αριθμό τρίτων χωρών της ευρωζώνης και τους τρόπους αντιδράσεως των κυβερνήσεών τους, και από την άλλη να αξιολογήσει τα ενδογερμανικά πολιτικά πράγματα για να διακρίνει την έκταση αποδοχής των κινήσεων της γερμανικής κυβέρνησης.

Πάνω απ' όλα πάντως θα 'ναι ενδιαφέρουσες οι αντιδράσεις των ασθενέστερων και σε ανάγκη ευρισκομένων χωρών στις γερμανικές προσπάθειες να εκμαιεύσουν μέρος της κυριαρχίας τους μέσω του υπό διεύρυνση μηχανισμού στήριξης.

Αλλά και σε ό,τι αφορά τον μηχανισμό στήριξης (EFSF) η κυβέρνηση απέτυχε να διαγνώσει τις αβεβαιότητες που σκοπίμως αφέθησαν να αιωρούνται από τους Γερμανούς, οι οποίοι ελέγχουν πλέον τον μηχανισμό αλλά δεν βιάζονται απαραίτητα να προχωρήσουν στην οριστικοποίησή του γιατί μέσω της επιμήκυνσης μιας ελεγχόμενης κρίσης απλώνουν την κυριαρχία τους πάνω από την ευρωζώνη -ασάφειες εξαιρετικής γεωπολιτικής σημασίας που είχε επισημάνει ο Μπαρόζο ο οποίος αμέσως μετά την 21η Ιουλίου είχε ζητήσει ταχεία επανεξέταση του Ταμείου EFSF.

Ετσι, τώρα, για άλλη μια φορά με τη «διαγνωστική» αδυναμία τους οι κυβερνώντες τρέχουν πίσω από τις εξελίξεις και εξαναγκάζονται σε απίθανες συμφωνίες σαν και αυτή με την κυβέρνηση της Φινλανδίας που στο τέλος θα καταλήξουν σε λιγότερα μετρητά συμμετοχής από τις χώρες που απαιτούν εμπράγματες εγγυήσεις. Οπότε στο εύλογο ερώτημα για το ποιος θα καλύψει τη διαφορά μετρητών και πάλι εμφανίζονται οι Γερμανοί οι οποίοι αγοράζουν εθνικές κυριαρχίες τοις μετρητοίς.

Ολα ξεκινούν και καταλήγουν στο Βερολίνο τις ημέρες αυτές και συνεπώς όσο πιο σύντομα γίνει αντιληπτό αυτό τόσο πιο αυξημένες οι πιθανότητες διάσωσης της ελληνικής οικονομίας. Αρκεί να γίνονται συνειδητές επιλογές με συγκεκριμένα αιτήματα και όχι ερήμην της ελληνικής κυβέρνησης.

Μερικές φορές ακόμη και οι Γερμανοί απορούν από το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός Παπανδρέου στις επισκέψεις του στο Βερολίνο ουδέποτε τους ζήτησε κάτι, και σε μία μάλιστα περίπτωση επανήλθαν οι Γερμανοί απορώντας για τη φύση τής επίσκεψής του εκεί.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Με λέξεις-κλειδιά
Μνημόνιο
Οικονομική κρίση
Κυβέρνηση
Γερμανία
Ευρωζώνη
Σχετικά θέματα: Κυβέρνηση
Με τον φόβο της αγανάκτησης
Για το ίδιο θέμα
Τρεις καυτές πατάτες στα χέρια του Βενιζέλου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Υπουργείο Οικονομικών
Τρεις καυτές πατάτες στα χέρια του Βενιζέλου
Κυβέρνηση
Με τον φόβο της αγανάκτησης
Ελληνική αφωνία ενώ η Ευρώπη μαθαίνει γερμανικά...
Ευρωζώνη
Πολλαπλό γερμανικό «όχι» πάλι στο ευρωομόλογο
Πολεμικές αποζημιώσεις
Η Γερμανία και η ασυλία δικαιοδοσίας
Νέα Δημοκρατία
Ετοιμάζουν τώρα τις λίστες
Κύπρος
«Ευγνωμοσύνη» Κύπρου για τη ρωσική στήριξη
Αριστερά
Παπαρήγα: Με όρους του 1850 θα ζουν οι εργαζόμενοι
SOS από ΔΗΜ.ΑΡ. για τα έντυπα της περιφέρειας
Ξαναθέτουν θέμα εκλογών ΚΚΕ και ΣΥΝ
Τοπική Αυτοδιοίκηση
Ο Δήμος Ικαρίας στο ΣτΕ κατά των ανεμογεννητριών
Ελληνορωσικό Συνέδριο στη Ρόδο
ΗΠΑ
Μπαϊντεν: «Οι ΗΠΑ ποτέ δεν πτωχεύουν»
Υπουργείο Υγείας
556 νοσοκομειακά κρεββάτια σε εταιρίες