Έντυπη Έκδοση

Γράφοντας στη σκιά του Τείχους

Είκοσι ολόκληρα χρόνια συμπληρώθηκαν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και η γερμανική λογοτεχνία δεν έχει κατορθώσει, για όσους τουλάχιστον την παρακολουθούν απέξω, ως ξένοι αναγνώστες και σχολιαστές, να ξεκαθαρίσει τις σχέσεις της με την πολιτική και την Ιστορία, τείνοντας να αφιβάλλει έντονα μέχρι και σήμερα όχι μόνο για το παρελθόν των δύο Γερμανιών, αλλά και για το παρόν ή το μέλλον μιας κατά τεκμήριον προβληματικής επανένωσης.

Πρόκειται για έναν βαρύ και επίμονο σκεπτικισμό, τον οποίο μοιάζει να συμμερίζονται ανατολικοί και δυτικοί συγγραφείς όλων των γενεών και ηλικιών: εκείνοι που έχουν ζήσει τα παιδικά τους χρόνια στην εποχή του θριάμβου, αλλά και της ήττας του ναζισμού, εκείνοι που ανδρώνονται στο πλαίσιο της ασφάλειας την οποία προσφέρει η μεταπολεμική ευημερία των δεκαετιών του 1960 και του 1970, ενόσω στο στρατόπεδο του υπαρκτού σοσιαλισμού θεριεύουν ο κρατικός αυταρχισμός και η μιζέρια της καθημερινής διαβίωσης, εκείνοι που βλέπουν το Τείχος να μεταβάλλεται (πριν και μετά το 1989) σε οδυνηρό κομμάτι της νιότης τους, καθώς κι εκείνοι που μεγαλώνουν στο τέλος του σύντομου 20ού αιώνα, δίχως να έχουν νιώσει στο πετσί τους τις διαιρέσεις και τους διαχωρισμούς οι οποίοι βασάνισαν επί μακρόν τους παλαιότερους.

Η εμπειρία του Β' Παγκόσμιου Πολέμου

Θεμελιώνοντας τη γραφή τους στην εμπειρία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μυθιστοριογράφοι σαν τον Γκίντερ Γκρας και τον Μάρτιν Βάλζερ, που υπερβαίνουν κατά πολύ τα σύνορα της Δυτικής Γερμανίας, ή σαν την Κρίστα Βολφ, η οποία αποτελεί ενδεχομένως το πιο αναγνωρισμένο συγγραφικό πρόσωπο της Ανατολικής Γερμανίας (περασμένο από το κόσκινο της κριτικής, ανατολικής και δυτικής), δεν θα χωνέψουν ποτέ τον πολιτικοκοινωνικό δυϊσμό της ιδεολογίας του Τείχους, από όποια μεριά του κι αν σταθούν.

Παρακινημένη από πολύ νωρίς προς μια τέτοια κατεύθυνση, η Βολφ τονίζει τη συλλογική ευθύνη για το ναζιστικό έγκλημα και αρνείται ταυτοχρόνως να απαξιώσει την πραγματικότητα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ). Εντούτοις δεν παραβλέπει τις πολλαπλές και κατ' επανάληψη διαψεύσεις της, όπως και δεν παραμερίζει τον κυνισμό ο οποίος επικρατεί σε ολόκληρη τη γερμανική επικράτεια μετά το 1989 («Το καλοκαιρινό κομμάτι», 1989, «Μια μέρα τον χρόνο», 2001, «Με άλλη ματιά», 2005).

Ο Βάλζερ, πάλι, σπεύδει να απαλλάξει την καθημερινότητα της ναζιστικής Γερμανίας από τις ιστορικές και πολιτικές της ευθύνες, καταδικάζοντας εκ παραλλήλου τον μεταπολεμικό πολιτικό και οικονομικό στραγγαλισμό του κομμουνισμού. Ομως, ούτε που διανοείται να χειροκροτήσει τον καταναλωτισμό και την αλλοτριωμένη σε τελευταία ανάλυση ελευθερία των Δυτικών, που καταλήγουν μαζί με τους Ανατολικούς σε μια θεαματική αποτυχία ολοκλήρωσης, είτε έχει καταρρεύσει το Τείχος είτε όχι («Η υπεράσπιση της παιδικής ηλικίας», 1991, «Η πηγή», 1998).

Οσο για τον Γκρας, αποκαλύπτει την προσωπική του εμπλοκή στο ναζιστικό όνειδος, με την εγγραφή του στα Waffen SS, και απεικονίζει την απογοήτευση των Ανατολικών από τη Δύση μετά την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά των καταπιεστών τους. Υπογραμμίζει συνάμα την ανικανότητα της επανένωσης να προσφέρει μιαν ουσιαστική ελπίδα και σωτηρία στον οποιονδήποτε, όπως ακριβώς συνέβη και κατά τον 19ο αιώνα στην ανάλογη επιχείρηση ενοποίησης του Μπίσμαρκ («Ενα ευρύ πεδίο», 1995, «Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι», 2006).

Εικονογραφώντας έναν περίγυρο εντελώς αποκομμένο από τη ναζιστική ένταση, και ανεξάρτητα πια από τη δυτικογερμανική ή την ανατολικογερμανική τους καταγωγή, οι συγγραφείς που διαδέχονται τον Βάλζερ, τον Γκρας και τη Βολφ, ονόματα, μεταξύ άλλων, όπως του Κρίστοφ Μέκελ, του Μπέρνχαρντ Βέσπερ, του Κρίστοφ Χάιν, του Κρίστιαν Ντέλιους, του Ούβε Τιμ και του Μπέρνχαρντ Σλινκ, ελάχιστα διαφοροποιούνται από τους ανιόντες τους ως προς τα αισθήματά τους απέναντι στην πτώση του Τείχους.

Οι περισσότεροι υπενθυμίζουν με πρωτοφανή πικρία τα ποικίλα και εξαιρετικά πυκνά τραύματα της επανένωσης (ανεξίτηλα σημάδια στο σώμα ενός πολύπαθου οργανισμού), αποθαρρύνοντας κάθε θετική διάθεση και αποτρέποντας κάθε λυτρωτική προσμονή ή προσδοκία.

Οι συγγραφείς αυτού του προσανατολισμού πετυχαίνουν να απομακρυνθούν από το υπέρογκο βάρος του ιστορικού παρελθόντος, το οποίο τσακίζει τους προπάτορές τους (οι ναζί σε σχέση με την προπολεμική και τη μεταπολεμική Γερμανία), αλλά δεν παύουν με τη σειρά τους να συνθλίβονται από τις κοτρόνες της πολιτικής και της Ιστορίας, που πλήττουν συχνά έως θανάτου τους ήρωές τους, διαμελίζοντας την ψυχή τους.

Το Τείχος και οι όποιες αλλαγές ευαγγελίζεται η πτώση του θα γίνουν κυριολεκτικώς κομμάτια από τις νεότερες γενιές του γερμανικού μυθιστορήματος. Τους σημερινούς πενηντάρηδες, σαραντάρηδες και τριαντάρηδες, που θα θέσουν ξανά και ξανά εν αμφιβόλω τα αγαθά της ενοποίησης, χωρίς να μπορούν, όμως, τώρα να προσφύγουν ούτε κατά το παραμικρό στα αποθέματα και τις εφεδρείες της Ιστορίας: είτε για να αντλήσουν κάτι (οτιδήποτε) από τις συνέχειες και τις ασυνέχειές της, είτε για να γλείψουν, με κάποια δόση απαντοχής και παρηγοριάς, τις πληγές τους από τις δυσοίωνες επιβουλές και τις αμέτρητες και καταφανώς άδικες επιθέσεις της.

Γεννημένοι κατά τη δεκαετία του 1960, όπως και στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Τόμας Μπρούσινγκ, ο Τόμας Χέτχε, ο Ούβε Τέλκαμπ, η Γιούλια Φρανκ και η Κλάουντια Ρους, για να σταθούμε σε μερικά καίρια παραδείγματα, δοκιμάζουν τις πιο διαφορετικές τεχνικές και πειραματίζονται με τα πιο διαφορετικά μοτίβα: άλλοτε διακωμωδούν, ως βέροι Ανατολικογερμανοί, την υπόθεση της αποδέσμευσης από το καθεστώς της ΛΔΓ, αλλά και της μετάβασης στην πολιτικοκοινωνική ευφορία της Δύσης. Αλλοτε εκφράζουν τον βαθύ προβληματισμό τους για την τελική τύχη της επανένωσης (η ανολοκλήρωτη επανένωση θα έλθει απειράριθμες φορές στο προσκήνιο). Αλλοτε ανακαλύπτουν μέσα στα κομμουνιστικά χαλάσματα τα πολύτιμα πετράδια της αξίας της ατομικής ελευθερίας.

Αλλοτε αναζητούν τη μοίρα της γυναίκας σε καιρό πολέμου (όταν η λογοτεχνία συγκεντρώνεται σε πολύ σημερινά ζητήματα, όπως η ταυτότητα και το φύλο, με την Ιστορία να περιορίζεται σε ρόλο φόντου και διακόσμου). Αλλοτε, τέλος, μετατρέπουν τον πολιτικό και ιστορικό διχασμό του Τείχους σε διχασμό και δυσφορία του παιδικού ψυχισμού.

Εχει παρατηρηθεί πως ένα σημαντικό μέρος των ακόμη νεότερων γερμανών μυθιστοριογράφων έχει την τάση στις ημέρες μας να εγκαταλείψει στα αζήτητα την οποιαδήποτε προβληματική για το Τείχος και την ενοποίηση στρεφόμενο προς την ποπ και την ερωτική λογοτεχνία και αλλάζοντας πέρα για πέρα το λογοτεχνικό τοπίο (βλ. τις εκτενείς αναφορές και τους σχετικούς καταλόγους ονομάτων και έργων στα εμπεριστατωμένα άρθρα της Ολγας Λασκαρίδου «Τάσεις της σύγχρονης γερμανικής λογοτεχνίας μετά το 1989» και του Κώστα Καλφόπουλου «Τρεις "καταραμένοι" πρωτοπόροι» στο ομώνυμο αφιέρωμα του περιοδικού «Διαβάζω», τεύχος Μαΐου 2009, όπου και άφθονο γενικότερο πληροφοριακό υλικό).

Είναι μια χαρακτηριστική και ιδιαιτέρως διαφωτιστική ένδειξη, για το περιεχόμενο και το βάθος της οποίας θα άξιζε να μάθουμε πολύ περισσότερα.

Από την πλευρά μου, θέλω να μείνω, κλείνοντας, σε δύο συγγραφείς που γνωρίζουν τον τελευταίο καιρό σημαντική κυκλοφοριακή επιτυχία όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και διεθνώς. Πρόκειται για τον Ιγκο Σούλτσε, που γεννήθηκε το 1962 στην Ανατολική Γερμανία, και τον Ντάνιελ Κέλμαν, που γεννήθηκε δεκατρία χρόνια αργότερα στη Δυτική Γερμανία.

Η ενοποίηση σε αβεβαιότητα

Διαβασμένοι, προβεβλημένοι και σχολιασμένοι αμφότεροι και στην Ελλάδα, σηματοδοτούν, νομίζω, με πολύ εύγλωττο τρόπο τη σύγχρονη γερμανική λογοτεχνία, οδηγώντας την από το Τείχος και την ενοποίηση, που θα παραμείνουν κατά πως φαίνεται επ' αόριστον σε τροχιά αβεβαιότητας και εκκρεμότητας, σ' ένα πεδίο όπου τα πάντα καλούνται να παίξουν, να οργανωθούν και να δοκιμαστούν ξανά και από την αρχή.

Ο Σούλτσε απορρίπτει, όπως ο Γκρας και ο Βάλζερ, τη διάκριση ανάμεσα σε μια κολασμένη ΛΔΓ και μια παραδείσια Δύση, κάνοντας λόγο, όπως κι εκείνοι, για μιαν ενιαία πλην απρόσμενα διασπασμένη και παραμορφωμένη γερμανική κοινωνία. Μια κοινωνία που, ενώ δεν μπορεί να ξεχάσει τους σιδερένιους μηχανισμούς του κομμουνιστικού συστήματος και του μεταπολεμικού σοβιετικού μπλοκ, αδυνατεί παράλληλα να ζήσει και να ευτυχήσει στο σύμπαν της ελεύθερης αγοράς και της απεριόριστης κυριαρχίας του χρήματος, το οποίο κατασπαράσσει κάθε έννοια ατομικής αξιοπρέπειας, αλλά και συλλογικής αντίστασης («Απλές ιστορίες», 1998, «Καινούργιες ζωές», 2005, «Ανταμ και Εβελιν», 2008).

Ο Κέλμαν, από το μετερίζι του, έχει μπει για τα καλά και με όλη του τη δύναμη στον κόσμο του 21ου αιώνα: σ' έναν επικίνδυνα σεσημασμένο αιώνα, όπου τίποτε δεν είναι αυτό που δείχνει, όπου οι άνθρωποι πιστεύουν άλλα αντ' άλλων για τους διπλανούς τους και όπου, επίσης, οι διπλανοί τους δεν ξέρουν τι τους γίνεται όταν καλούνται να σκεφτούν τον εαυτό τους.

Οι πρωταγωνιστές του Κέλμαν προβάλλουν μέσα από έναν καθρέφτη ο οποίος είναι σαν να έχει σπάσει σε χίλιες μεριές, ανακατεύοντας παρανοϊκά τα είδωλά του: είδωλα τα οποία πέφτουν παραζαλισμένα το ένα πάνω στο άλλο, για να διασκορπιστούν αμέσως μετά σε μιαν απολύτως ασυντόνιστη και ολοκληρωτικά συγκεχυμένη επιφάνεια («Φήμη», 2009).

Το Τείχος εδώ δεν είναι καν ένα φάντασμα ή ένα αποκαΐδι της Ιστορίας. Ομως η ζαχαρωμένη οργή με την οποία αντιμετωπίζει ο Κέλμαν την πραγματικότητα μας κάνει εύκολα να καταλάβουμε από πού έχουν προέλθει η χολή και το όξος, έστω κι αν στη γραφίδα του όλα ταυτίζονται (η μοίρα της εποχής μας) με μια τεράστια και ατέλειωτη παρωδία.*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Μες στην υπόγεια την ταβέρνα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Παύλος Γερουλάνος
«Πολλά χρήματα ήταν σε λάθος χέρια»
Συνέντευξη: Φατίχ Ακίν
Ελλάς-Τουρκία συμμαχία
Κινηματογράφος
Απ' την Αμελί στους εμπόρους όπλων
Ερως, ανίκατε γήρας
Συναντώντας τον Κόπολα
Φάουστ αλά Τέρι Γκίλιαμ
Ταινία υπό παρακολούθηση
Θέατρο
Γράμματα και θάματα
Η σκοτεινή πλευρά της σκηνής
Φυλάνε τα χνότα τους
Εκθεση γλυπτικής
Το μπαλέτο του Ντεγκά
Αλυσίδες βιβλιοπωλείων
Οι μικροί, οι μεγάλοι και το βιβλίο
Βιβλίο
Μες στην υπόγεια την ταβέρνα
Γράφοντας στη σκιά του Τείχους
Εκθεση
Ενα «σπίτι» με ιστορία
Μουσική
Η Γκάλας τραγουδά Αγγελόπουλο
Θησαυροί από τη Σάμο
Μουσικό εξπρές
Το τραγούδι ταξιδεύει την Ελλάδα
Σγούρος με την Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων