Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Σημεία αναφοράς

  • Εϊμπραμ Λαστγκάρτεν: «Μόνο αν η Κίνα το θελήσει, θ' αλλάξει κάτι στο Θιβέτ»

    «Οι Δυτικοί ψάχνουν στο Θιβέτ έναν χαμένο τρόπο ζωής»

    Πριν από 50 χρόνια, στις 10 Μαρτίου 1959, οι Κινέζοι έθεταν χωρίς προσχήματα το Θιβέτ υπό τον στρατιωτικό έλεγχό τους και ο Δαλάι Λάμα έφευγε εξόριστος στην Ινδία. Το Θιβέτ δεν έπαψε να αντιστέκεται ποτέ. Αγαπημένο των σταρ του Χόλιγουντ, που ανακάλυψαν σε αυτό ακόμη μια new age όαση στην αγχωμένη ζωή τους, το Θιβέτ συνεχίζει να απασχολεί την επικαιρότητα, κυρίως ως μοχλός πίεσης της Δύσης προς την Κίνα, η άνοδος της οποίας στο διεθνές στερέωμα -γενικώς- τρομάζει...

    Σύμβολο της ακόρεστης δίψας της Κίνας για τον έλεγχο του Θιβέτ, το επιβλητικό τρένο, που φέρνει σε επαφή τις δύο πρωτεύουσες, κρύβει πίσω του μια ιστορία δεκάδων χρόνων και εκατοντάδων ζωών που χάθηκαν στον βωμό του κινεζικού μεγαλοϊδεατισμού. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Εϊμπραμ Λαστγκάρτεν μεταφέρει στην «Ε» την ατμόσφαιρα που κυριαρχεί σε αυτή την απομακρυσμένη γωνιά του πλανήτη.

    Ποιος είναι ο στόχος της Κίνας με την υλοποίηση αυτού του τεράστιου έργου;

    «Πιστεύω ότι οι Κινέζοι θέλουν τον γεωγραφικό έλεγχο της περιοχής, δεν νομίζω ότι ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τους ανθρώπους του Θιβέτ ή τη θρησκεία τους. Η Κίνα χρειάζεται σε μεγάλο βαθμό τις πηγές πλούτου της περιοχής του Θιβέτ. Αυτές οι πηγές αποτελούν σημαντικό καύσιμο για τη συνεχή οικονομική ανάπτυξη της Κίνας. Ταυτόχρονα χρειάζεται και γεωγραφικά το Θιβέτ για τη σχέση της με τις υπόλοιπες χώρες της Νότιας Ασίας. Το Θιβέτ είναι το κλειδί για την Ινδία, είναι το κοντινότερο σημείο επαφής της Δυτικής Κίνας με τον Περσικό κόλπο, ενώ ελέγχει και το μεγαλύτερο μέρος νερού της περιοχής».

    Υπήρχε πιθανότητα το Θιβέτ να κατορθώσει να αντισταθεί στην Κίνα, από τότε που εκείνη πρωτοέστρεψε τις ορέξεις της προς αυτό, ή ήταν εξαρχής καταδικασμένο, εξαιτίας του συσχετισμού των δυνάμεων;

    «Δεν νομίζω ότι υπήρχε ποτέ πιθανότητα το Θιβέτ να τα βγάλει πέρα με την Κίνα σε στρατιωτικό επίπεδο, χωρίς εξωτερική βοήθεια. Η Κίνα είναι μεγάλη, ισχυρή και καλά οργανωμένη και το Θιβέτ, εκτός της εγγενούς αδυναμίας του, δεν είχε ποτέ ιστορικά μια φυσική οργάνωση και σφιχτή πολιτική δομή, ώστε να αντιμετωπίσει την Κίνα».

    Οταν το Θιβέτ ζήτησε βοήθεια από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ και τα Ηνωμένα Εθνη, γιατί κανείς δεν το βοήθησε;

    «Σε έναν βαθμό υπήρξε βοήθεια από τη CIA, εξαιτίας της κομμουνιστικής κυβέρνησης στην Κίνα και του φόβου για αύξηση επιρροής της Σοβιετικής Ενωσης στην περιοχή. Οταν αργότερα οι σχέσεις Κίνας-Σοβιετικής Ενωσης ψυχράνθηκαν και οι ΗΠΑ, επί Νίξον, έκαναν το "άνοιγμα" προς την Κίνα, η Δύση δεν είχε λόγους να επιμείνει στο θέμα του Θιβέτ. Φυσικά υπήρχε και το θέμα της υποκρισίας στα Ηνωμένα Εθνη, γιατί αν οι χώρες που τα αποτελούσαν στρέφονταν επίσημα και ξεκάθαρα εναντίον της αποικιοκρατίας και της επιθετικότητας της Κίνας, σε μια βάση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τότε θα ήταν περισσότερο ευάλωτα και τα ίδια απέναντι σε κατηγορίες αναφορικά με τη δική τους αποικιοκρατική τακτική στην Αφρική κ.α. Συνεπώς, ιστορικά υπήρχε πάντοτε μια συμπάθεια απέναντι στο θιβετιανό σκοπό, αλλά και μια έλλειψη θέλησης σχετικά με το πόσο μακριά ήταν αποφασισμένες να φτάσουν οι δυτικές χώρες για να υπερασπιστούν αυτόν το σκοπό».

    Στο τέλος του βιβλίου σας, στις «Ευχαριστίες», αναφέρετε ότι αλλάξατε τα ονόματα πολλών ανθρώπων οι οποίοι δέχτηκαν να σας μιλήσουν σχετικά με το θέμα. Για ποιο λόγο;

    «Επειδή δεν είναι ασφαλές για κάποιον στο Θιβέτ να δίνει συνέντευξη σε ξένο δημοσιογράφο ή ακόμη και να μιλά με κάποιον αλλοδαπό για την πολιτική κατάσταση στη χώρα ή την Κίνα. Εγώ ήθελα να πω μια ιστορία για το τι γίνεται στο Θιβέτ, αλλά δεν ήθελα, σαν συνέπεια αυτής της επιθυμίας μου, να υποφέρουν οι άνθρωποι που δέχτηκαν να μου μιλήσουν, τακτική που ακολουθώ και για οποιοδήποτε άρθρο γράφω. Και ο μόνος τρόπος για να μην εκθέσω αυτούς τους ανθρώπους σε κίνδυνο ήταν τελικά να κρύψω την ταυτότητά τους. Αλλά οι δικές μου ανησυχίες ήταν ελάχιστες μπροστά στην ανησυχία των ανθρώπων που μου μιλούσαν, οι οποίοι, όταν αργότερα με συναντούσαν στον δρόμο, με προσπερνούσαν, έκαναν ότι δεν με ήξεραν κ.λπ.».

    Ο Δαλάι Λάμα θεωρείται από πολλούς ως ο φυσικός ηγέτης του Θιβέτ, ενώ άλλοι τον επικρίνουν, θεωρώντας τον έναν απλό δημοσιοσχετίστα και χαρακτηρίζοντάς τον «ο καλόγερος με τα Γκούτσι». Ποια προσέγγιση θεωρείτε εσείς περισσότερο κοντινή στην πραγματικότητα;

    «Μέσα στο Θιβέτ δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για το ότι ο Δαλάι Λάμα είναι ο πνευματικός ηγέτης τους και επιδεικνύουν μεγάλη αφοσίωση προς το πρόσωπό του. Ωστόσο το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα από την έρευνά μου, όχι μόνο για τον Δαλάι Λάμα αλλά και για όλη την εξόριστη θιβετιανή κυβέρνηση, είναι ότι εξαιτίας των τόσων χρόνων απουσίας από το Θιβέτ, δεν είναι πάντα σε θέση να κατανοήσουν απόλυτα το τι βιώνουν σε πολιτικό επίπεδο οι Θιβετιανοί κάθε μέρα ή το ποιες είναι οι ανάγκες τους σε οικονομικό επίπεδο. Πιστεύω πως μια μοντέρνα κινεζική κυβέρνηση μπορεί να παίξει μεγαλύτερο ρόλο στην ανάπτυξη του Θιβέτ, την εκπαίδευση, τη δημιουργία δρόμων, την παροχή φρέσκου νερού κ.ά. Υπάρχει ένα όριο στο κατά πόσο μπορεί μια κυβέρνηση, η οποία είναι εξόριστη επί 50 χρόνια, να αντιπροσωπεύσει ένα λαό».

    Θυμάστε κάποια εικόνα από την παραμονή σας στο Θιβέτ που ενεγράφη μέσα σας με ξεχωριστό τρόπο;

    «Η πιο ισχυρή από αρκετές ξεχωριστές εικόνες που μου έρχονται στο μυαλό είναι η παρουσία μου στον Τζο Κανγκ, τον πιο σημαντικό ναό της Λάσα. Υπάρχουν παντού μοναχοί και μοιάζει σαν να βαδίζεις πολλούς αιώνες πίσω στο χρόνο, να χάνεις την επαφή με το παρόν. Μέσα σε λίγες μόνο στιγμές αντιλαμβάνεσαι τι σημαίνει η κουλτούρα του Θιβέτ, κυρίως πριν από την κινεζική κατοχή. Η άλλη μου εντύπωση έχει να κάνει με την ομορφιά του μέρους, το τοπίο. Το Θιβέτ δεν είναι σαν κανένα άλλο μέρος στον κόσμο. Τρομερή φυσική ομορφιά, η έκθεσή του στους ανέμους, τον ήλιο και τα στοιχεία της φύσης κάνουν το Θιβέτ έναν τόπο που, αν τον επισκεφθείς, μπορεί να σε αλλάξει».

    Γιατί το Θιβέτ έλκει τόσο ισχυρά πολλούς Δυτικούς;

    «Ο βασικός λόγος είναι ότι οι Δυτικοί ψάχνουν για κάτι το οποίο τους λείπει και νομίζουν ότι το βρίσκουν στο Θιβέτ ή τον θιβετιανό βουδισμό. Συνεπώς δεν έχει να κάνει τόσο με το ίδιο το Θιβέτ ή τους Θιβετιανούς, αλλά με ό,τι θεωρούμε ότι χάσαμε εμείς, μετατρέποντας τη ζωή μας σε ένα συνεχές κυνήγι κέρδους, δόξας, επιτυχίας και την αναζήτηση ενός απλούστερου και πνευματικότερου τρόπου ζωής. Κατά τα άλλα οι Θιβετιανοί είναι φιλήσυχοι και ειρηνικοί, ακίνδυνοι και ευχάριστοι άνθρωποι, με αποτέλεσμα να μας γοητεύουν και να θεωρούμε ότι αξίζει να τους υπερασπιστούμε».

    Γιατί η πρωτεύουσα Λάσα έχει χαρακτηριστεί «απαγορευμένη πόλη»;

    «Είναι η πιο απομονωμένη γεωγραφικά πόλη στον κόσμο και ιστορικά ήταν πολύ δύσκολο να φτάσει εκεί όποιος το επιθυμούσε. Τριγύρω της υπάρχουν πανύψηλα βουνά και πριν από τη δημιουργία δρόμων και τώρα του σιδηροδρόμου, εκατοντάδες άνθρωποι πέθαιναν προσπαθώντας να φτάσουν εκεί. Από το 1800 γράφονταν βιβλία για τις αποτυχίες αυτές, ενώ αργότερα κάποιοι που τα κατάφεραν κατέγραψαν και αυτοί τις εμπειρίες τους. Ταυτόχρονα, την περίοδο της απομόνωσης του Θιβέτ οι ξένοι δεν ήταν και καλοδεχούμενοι, και αυτό, σε συνδυασμό με τη δύσκολη πρόσβαση, δημιούργησε τον θρύλο».

    Σήμερα είναι εύκολο για έναν τουρίστα να την επισκεφθεί;

    «Οταν δεν υπάρχουν απαγορεύσεις επίσκεψης από το κινεζικό καθεστώς είναι πλέον εύκολα προσβάσιμη. Μπορείς να αγοράσεις ένα εισιτήριο τρένου στο Πεκίνο ή το Χονγκ Κονγκ, να καθήσεις σε μια καμπίνα πρώτης θέσης και 48 ώρες αργότερα να βρεθείς στη Λάσα, κάτι που παλιότερα ήταν αδύνατον. Τη δεκαετία του '90 το αεροπορικό ταξίδι ήταν ο ευκολότερος τρόπος επίσκεψης. Σίγουρα πάντως η επίσκεψη εκεί αποτελεί μια ξεχωριστή εμπειρία, επειδή η Λάσα είναι τόσο διαφορετική, την ίδια στιγμή που αλλάζει προς το μοντέλο μιας κινεζικής πόλης, με πολλά κινεζικά μαγαζιά κ.λπ. Δεν είναι όπως ήταν πριν από 100 χρόνια, αλλά παραμένει πολύ ενδιαφέρουσα».

    Πενήντα χρόνια μετά την εξορία του Δαλάι Λάμα, ποιο μπορεί να είναι το ρεαλιστικό μέλλον του Θιβέτ;

    «Προσωπικά δεν βλέπω την κινεζική ηγεσία να μετακινείται προς μια κατεύθυνση που θα επιτρέψει την ύπαρξη μεγαλύτερης δημοκρατίας και ελευθερίας στο Θιβέτ. Και δεν βλέπω τους Θιβετιανούς να έχουν τη δύναμη να το αλλάξουν αυτό. Συνεπώς νομίζω ότι θα δούμε μια εξοργισμένη θιβετιανή κοινότητα, η οποία περιοδικά θα διαμαρτύρεται, περιοδικά θα προβαίνει ίσως σε πράξεις τρομοκρατίας, αλλά ουσιαστικά θα παραμένει αδύναμη, μέχρι η Κίνα να πάρει την απόφαση να αλλάξει τα πράγματα. Κι αυτή είναι η ελπίδα ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους σήμερα. Οτι η Κίνα έχει εκμοντερνιστεί και εξελιχθεί οικονομικά και ότι αυτό θα οδηγήσει σε μεγαλύτερο εκδημοκρατισμό. Το βέβαιο είναι ότι σε σχέση με το μέλλον του Θιβέτ, είναι η Κίνα εκείνη που κρατά όλα "τα χαρτιά" στα χέρια της. Η πίεση της Δύσης είναι περισσότερο συμβολική. Οταν η Κίνα αισθανθεί ότι μπορεί να επιτρέψει μεγαλύτερη ελευθερία στο Θιβέτ, χωρίς ταυτόχρονα να αισθανθεί απειλούμενη από αυτό, μόνον τότε η κατάσταση στο Θιβέτ μπορεί να προοδεύσει. Είναι τόσο ισχυρή η κινεζική κυβέρνηση ώστε αποκλείεται να αναγκαστεί να πράξει οτιδήποτε στο θέμα του Θιβέτ που η ίδια δεν θα θέλει». *

  • Αλεξάνδρα Νταβίντ Νελ

    Μια Παριζιάνα στη «στέγη του κόσμου»

    «Από τότε που ήμουν πέντε χρόνων, ήθελα να να ξεφύγω από τα στενά όρια στα οποία ήμουν αναγκασμένη να ζω. Λαχταρούσα να πάω πέρα από την πόρτα του κήπου, να βγω στον πιο κοντινό δρόμο και να τον ακολουθήσω στο άγνωστο».

    Η παραπάνω έντονη επιθυμία εκφράζεται από την Αλεξάνδρα Νταβίντ Νελ στην εισαγωγή ενός βιβλίου που πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά υπό τον τίτλο «Στα άδυτα του Θιβέτ» (εκδ. Νάρκισσος). Πρόκειται για μια ιστορία που κρατά πάνω από 80 χρόνια, αφού η χρονιά έκδοσης του βιβλίου στην πατρίδα της συγγραφέως, τη Γαλλία, είναι το 1927, όταν η Νελ ξεκινά να δημοσιεύσει τις περιπέτειες που βίωσε κατά την προσπάθειά της να επισκεφθεί τη Λάσα του Θιβέτ, την τότε «απαγορευμένη πόλη».

    Γεννημένη το 1868, η ανήσυχη, όπως προκύπτει και από τις καταγεγραμμένες εξομολογήσεις της, Αλεξάνδρα φάνηκε εξ αρχής αποφασισμένη να κάνει τα όνειρά της, όσο τρελά κι αν έμοιαζαν τότε, πραγματικότητα. Παθιασμένη με τη μελέτη και την εξερεύνηση, η μις Νελ έλκεται από τον μυστικισμό που επικρατεί στην ασιατική ήπειρο και επιχειρεί να διεισδύσει βαθύτερα στην άγνωστη γι' αυτήν κουλτούρα.

    Αρωγός στην αναμφίβολα φιλόδοξη προσπάθειά της, ο σύζυγός της Φιλίπ, με τον οποίο γρήγορα χώρισε, κατορθώνοντας όμως, ως προφανώς καπάτσα γυναίκα, να τον έχει σπόνσορα για τα χρονοβόρα και υψηλού κόστους ταξίδια που αργότερα πραγματοποίησε (το φωτεινό παράδειγμά της ακολούθησαν και πολλές άλλες ομόφυλές της τα επόμενα χρόνια, με παρόμοια, αν όχι μεγαλύτερη, επιτυχία...).

    Τελικά, έπειτα από αρκετές σποραδικές εξορμήσεις στην Ασία, η Αλεξάνδρα ξεκινά με πλοίο για την Ινδία στις 3 Αυγούστου 1910 για να υλοποιήσει μια κανονική «κατάκτηση» της ηπείρου που τόσο τη γοήτευε. Η όλη περιπλάνηση της Νελ κράτησε 14 χρόνια (!), περιέλαβε πλήθος χωρών (Ινδία, Κίνα, Βιρμανία, Ιαπωνία, Κορέα κ.ά.), και είχε τελικό στόχο τη διείσδυση στα «Αδυτα του Θιβέτ», όπως είναι και ο εύστοχος ελληνικός τίτλος του βιβλίου της.

    Στη συγκεκριμένη παράτολμη προσπάθεια η Αλεξάνδρα Νελ, εκτός από ικανή, στάθηκε και τυχερή (αν και η τύχη, καθότι θηλυκού γένους, συνήθως πάει με όποιον τολμάει). Αλλες τρεις γυναίκες πριν από αυτήν είχαν επιχειρήσει να μπουν κρυφά στη Λάσα, αλλά δεν τα κατάφεραν, καθώς η μία πέθανε, ενώ τις άλλες δύο οι Θιβετιανοί τις συνέλαβαν και τις έστειλαν «πακέτο» πίσω στις χώρες τους.

    Μεταμφιεσμένη σε προσκυνήτρια, παρέα με ένα μοναχό που αργότερα τον υιοθέτησε σαν γιο της, μέσα στην καρδιά του ανελέητου θιβετιανού χειμώνα, η Αλεξάνδρα Νελ αγωνίστηκε κόντρα σε όλες τις αντιξοότητες (στα 55 της, παρακαλώ...) και τελικά τον Φεβρουάριο του 1924 κατόρθωσε να φτάσει στη Λάσα, όπου έμεινε για δύο μήνες, εγκαταλείποντας τη θιβετιανή πρωτεύουσα λίγο πριν αποκαλυφθεί η ταυτότητά της.

    Τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στη Γαλλία. Οι βραβεύσεις της ήταν αλλεπάλληλες, όπως και οι αναμνήσεις της από τα τόσα χρόνια ταξιδιών. Στο παρόν βιβλίο, που όπως αναφέραμε πρωτοκυκλοφόρησε το 1927, κατέγραψε με γλαφυρό τρόπο εκείνες που σχετίζονταν με τη μυθιστορηματική πορεία της προς τη Λάσα. Πορεία η οποία της προσέδωσε τον αναμφίβολα επίζηλο τίτλο της πρώτης λευκής γυναίκας που ανέβηκε κι έζησε -έστω και για λίγο- στη χαμένη στα σύννεφα «στέγη του κόσμου»...

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αύρα Σιδηροπούλου
Ζηλεύω την οργάνωση των Τούρκων
Βασ. Πετράκος
Αρχαιολόγος εναντίον «αδηφάγου» Βατοπεδίου
Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη
Τα «μαγικά κουτιά» της Βέροιας
Ες Ντέβλιν
«Είμαι μια σκηνογράφος που σκέφτεται μουσικά»
Ιωάννα Κραουνάκη
Οι βίδες και τα αγγεία μού λένε ιστορίες
Νέες ταινίες
Υπαρξιακές και ερωτικές εξομολογήσεις
Άλλες ειδήσεις
Η γκαλερί Ζουμπουλάκη πάει Λονδίνο
Ο Ιησούς καθηλώνει και... τηλεοπτικά
Κι άλλες μειώσεις κόστους στο BBC
Από τη Μαύρη Θάλασσα στον Μέλανα Δρυμό