Έντυπη Έκδοση

Σφάγιο σε εβραϊκή θυμέλη

Mordecai Richler

Ο Τζόσουα τότε και τώρα

μτφρ.: Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης

εκδόσεις Πόλις, σ. 574, ευρώ 22,11

«Σε σπρώχνει με τον αγκώνα του ένας Εβραίος για να σε προσπεράσει στην ουρά έξω από τον κινηματογράφο κι εσύ τον σκουντάς λιγάκι προς τα πίσω, για να είναι εντάξει τα πράγματα, κι αμέσως αυτός αρχίζει να ωρύεται για τους έξι εκατομμύρια νεκρούς». Οπωσδήποτε υπάρχουν και χειρότερα. Να συλληφθεί, παραδείγματος χάριν, ένα Εβραιόπουλο που «σπρώχνει» μαριχουάνα και κατόπιν να αποκαλυφθεί πως το «παιδί έχει χάσει έναν θείο όγδοου βαθμού στο Ολοκαύτωμα».

Ο Τζόσουα Σαπίρο είχε συνειδητοποιήσει πολύ προτού συναντηθεί με τον πολύπειρο αρχιφύλακα Μακμάστερ, πως η εβραϊκή καταγωγή είναι, όπως και αν το δει κανείς, πρόβλημα. Ενας Γερμανός στην Ιμπιζα τού έμαθε να είναι Εβραίος με τρόπο σαφώς πιο αποτελεσματικό απ' ό,τι η αλλοπρόσαλλη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση του πατέρα του, πρώην πυγμάχου ελαφρών βαρών, μπράβου ενός γκάνγκστερ και δεινού σχολιαστή της Βίβλου. Το 1952 η σύννους, αδιαπέραστη φιγούρα του Μίλερ θα υποστασιοποιήσει στο 21 ετών βλέμμα του Τζόσουα το ανυπέρβλητο κακό. Ο νεαρός άντρας που είχε φτάσει στο νησί οδηγημένος από την εμμονή του για τον Ισπανικό Εμφύλιο, ακολουθώντας τη διαδρομή της υποχώρησης του δημοκρατικού στρατού, βρίσκει στον Μίλερ τον ιδεατό συμπαίκτη για να εμπλακεί σε μια παρωδία αναμέτρησης. Αναμφίβολα τον καιρό εκείνο ο Τζόσουα, χάρη στην αυταπάτη ότι αντιδικούσε με έναν ειδεχθή εχθρό, υπήρξε περισσότερο Εβραίος από ποτέ. Δραπετεύοντας, ωστόσο, από την Ιμπιζα ξαναγίνεται Καναδός, κουβαλώντας πίσω στην πατρίδα όλες τις ιδιοσυγκρασιακές του αντινομίες, κατά τι επαχθέστερες.

Ο Μορντεκάι Ρίχλερ (Μόντρεαλ, 1931-2001) ιχνογραφεί αριστοτεχνικά, μέσα από το λαβυρινθώδες σκιαγράφημα του μυθιστορηματικού του ήρωα, τις ανύποπτες εκβολές της ατομικής ταυτότητας σε ετερόμορφα πεδία, που διασταυρώνονται σε σημεία αφανή ή και αποκλίνοντα. Γονείς, βαθύρριζοι τόποι, φιλοδοξίες, απωθημένα, πληγές και ψευδαισθήσεις, προβάλλουν το καθένα ετερόκλιτες επιταγές, οι οποίες με τη σειρά τους προοιωνίζονται αποτυχίες και ενοχές. Καθώς ο Τζόσουα παλινδρομεί ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, αντιλαμβάνεται πως η συνείδηση ανελίσσεται αενάως, συχνά ερήμην μας. Τίποτα δεν σημαίνει το ίδιο σε δύο χρόνους διαφορετικούς. Με άλλα λόγια, ό,τι σήμαινε χθες, αύριο μπορεί να ακούγεται ακατάληπτο. Μόνο που ο ήρωας του Ρίχλερ, αναμφίλεκτα τραγικός, είκοσι πέντε χρόνια μετά τη φυγή του από τη φαντασιακή Ισπανία των εμφύλιων ντοκουμέντων, τα οποία εμμόνως αναδιφούσε, επιμένει να οιστρηλατείται από τις ακαταληψίες μιας νεότητας που είχε από καιρό εκπνεύσει. Αντίθετα με ό,τι πίστευε, ο χρόνος δεν κυλούσε προς όφελος της σοφίας του. Αλλωστε ούτε ο ίδιος μεγάλωνε προς όφελός του.

Η ζωή του Τζόσουα υπήρξε μια φάρσα με ακριβό αντίτιμο. Η οξεία ειρωνεία του Ρίχλερ δραματοποιεί υπογείως το παρελθόν και το παρόν του, κλίνοντας πολλές φορές προς το γκροτέσκο. Το δράμα ενορχηστρώνεται με μαεστρία κάτω από τα γέλια. Το φαιδρό «τότε» του Τζόσουα όσο πλησιάζει στο «τώρα», μέσα από την ανάκλησή του, αποκτά το δυσβάσταχτο βάρος της νοσταλγίας, μιας ανέφικτης επιστροφής. Επειδή ο ενήλικος Τζόσουα δεν θα μπορούσε ποτέ να επιστρέψει στην αίθουσα 42 του Λυκείου Φλέτσερς Φιλντ, επιστρέφει στην Ισπανία επιζητώντας να κλείσει ανύπαρκτους ανοιχτούς λογαριασμούς και να ξιφουλκήσει με άσαρκους εχθρούς. Δύο πράγματα επί της ουσίας αποζητούσε: «Φαντάσματα που σε τρέλαιναν με τον τρόπο που ξέφευγαν. Το άπραγο αγόρι που υπήρξε κάποτε». Αλλά ο Μίλερ είχε μετοικήσει στο νεκροταφείο, η βίλα του είχε μεταλλαχθεί σε «Δον Κιχώτη», ένα εξαώροφο οικιστικό συγκρότημα, ενώ ο Τζόσουα παρέμενε ένα «άπραγο αγόρι» που τώρα πια όμως έβλεπε ολοκάθαρα τις χίμαιρές του να φυλλορροούν. Σε κάθε περίπτωση έπρεπε να τον έχει βάλει σε υποψίες το γεγονός ότι όταν πριν από ένα τέταρτο του αιώνα είχε διαρρήξει τη βίλα του Μίλερ, δεν είχε βρει στους δίσκους του «τίποτα βαγκνερικό», ενώ εξίσου ακίνδυνοι έδειχναν οι τίτλοι της βιβλιοθήκης του. Καθώς έφευγε για δεύτερη φορά από την Ισπανία, χωρίς ασφαλώς να έχει φανερωθεί ο ίδιος ως οψιγενής θεία δίκη στα «Επιφάνια» που για χρόνια πρόσμενε, πιεζόταν από κάτι επίσης βιβλικό: «Η γέεννα του έγνεφε».

Οι άτακτες μετακινήσεις του Τζόσουα στους νοητούς μαιάνδρους του χρόνου δημιουργούν μια ακαθόριστη αίσθηση εκκρεμότητας. Πολλές πτυχές της ζωής του μοιάζουν ημιτελείς, υπό διακύβευση. Η καναδική εθνικότητα προσκρούει στην εβραϊκότητα, η πατρική φιγούρα προβάλλει στο μεταίχμιο μεταξύ αγάπης και αμηχανίας, ο εαυτός του παραπαίει ανάμεσα στην αυταρέσκεια και στη συμπλεγματική μειονεξία. Η προσωπογραφία του διαρκώς αποσταθεροποιείται. Ο γάμος του με την απλησίαστη Πωλίν, κόρη γερουσιαστή, αντί να γίνει αντίβαρο στην εγγενή του «αστάθεια», επέτεινε τους κλυδωνισμούς. Δίπλα στη φωτοβόλο σύζυγό του φαινόταν πολύ περισσότερο παρείσακτος από όσο ο ίδιος αρεσκόταν να δείχνει. Ο κόσμος της, όπου ασφαλώς ουδείς είχε κάνει μπαρ-μιτσβά, δεν ήταν για εκείνον, «ο οποίος ένας Θεός ξέρει τι σόι νεκρομαντείες έκανε στην εκφαυλισμένη Ευρώπη χρόνια πριν», παρά ένας ξενιστής. Ο Τζόσουα δεν αργεί να καταλάβει πως μέσω της Πωλίν «είχε ανέλθει σε ένα νέο επίπεδο της ζωής του ανάμεσα στους εθνικούς. Ηταν φανερό ότι κάτι περίμεναν απ' αυτόν». Οπωσδήποτε δεν περίμεναν ένα «κακοαναθρεμμένο, αναίσθητο, συγκαταβατικό, σνομπ καθίκι», όπως θα τον αποκαλέσει στενός του φίλος, αρκετά ευθύβολος.

Ο Εβραίος Τζόσουα απέκτησε ένα βαρύτιμο λάφυρο, μια «ξανθιά shiksa» (η μη Εβραία), το οποίο ωστόσο αδυνατούσε να διαχειριστεί. Ο μόνος τρόπος επιβίωσης που ήξερε ήταν να κρατά κακία, το ένστικτο αυτοσυντήρησης ενός δειλού. Ενας παιδικός θυμός ενέπνεε τόσο τις φάρσες όσο και τις τραγωδίες του. Με την αδεξιότητά του θα κάνει κομμάτια το λάβαρο, το οποίο θα σταλεί προς αποκατάσταση στην ψυχιατρική πτέρυγα νοσοκομείου. Ηταν επόμενο, καθώς «όταν αυτή μάθαινε να υποκλίνεται ενώπιον του Γενικού Διοικητή, εκείνον τον μάθαινε ο πατέρας του πώς να ρίχνει γροθιά, προφυλάσσοντας ταυτόχρονα το σαγόνι του».

Πάνω απ' όλα ο Τζόσουα ήταν γιος του πατέρα του, του απίθανου Ρούμπεν, ο οποίος φυλλομετρούσε τη Βίβλο, αλιεύοντας από τα εδάφιά της ανήκουστα διδάγματα. Φέρ' ειπείν: Οι εντολές είναι σαν διαγώνισμα, το θέμα είναι πόσο στα δέκα θα πιάσεις. Οι Εβραίοι στην Αίγυπτο δεν είχαν ακόμη καταπιαστεί με το λαθρεμπόριο, κυρίως «το πάλευαν με τις οικοδομές». Καλό είναι να μη δανείζεσαι χρήματα από τύπους σαν τον Ιεχωβά, «σε τρελαίνουν αυτοί οι τύποι, καθώς σου θυμίζουν καθημερινά τι έκαναν για σένα». Από την άλλη, ο Θεός, τότε στην Αίγυπτο, «θα μπορούσε να έχει μεσολαβήσει για να ελευθερωθούν οι Εβραίοι, με αναστολή σαν να λέμε, με μία μόνο πληγή».

Ο ξεκαρδιστικός πατέρας έστηνε οδοφράγματα στην ενηλικίωση του γιου, ο οποίος όλη του τη ζωή αγωνιούσε να περιφρουρήσει την «ανηλικότητά» του. Διοργάνωνε ετησίως μαζί με παλιούς συμμαθητές, εξίσου φιλοπαίγμονες, εορτασμό εις μνήμη του Γουίλιαμ Λάιον Μακένζι, πρωθυπουργού του Καναδά (1921-1948) και θαυμαστή του Χίτλερ, στον οποίο απέτιαν ανηλεείς φόρους τιμής σε ένα τελετουργικό λοιδοριών. Λεηλατούσε τα σπίτια γειτόνων του, απορρυθμίζοντας και όχι κλέβοντας τις περιουσίες τους, ενώ ήταν πάντα και σε κάθε περίσταση αρκετά πνευματώδης, ώστε να ξηλώνει με τις επιτήδειες λέξεις τα προσχήματα των πιο οχληρών συνομιλητών του. Ο πρόσφατος εαυτός του, συγγραφέας ενός βιβλίου για τον Ισπανικό Εμφύλιο, αθλητικογράφος, αναγνωρίσιμος από τις τηλεοπτικές εμφανίσεις του, θα δει τον φαρσέρ τού «τότε» να γίνεται τιμωρός του. Μια επινοημένη αλληλογραφία σεξουαλικού περιεχομένου ανάμεσα στον ίδιο και έναν φίλο του βρετανό μυθιστοριογράφο, ένα ακόμη παίγνιο της νεότητάς του, έρχεται απρόσμενα στο φως, βγάζοντας νοκ-άουτ το «τώρα».

Ο Ρούμπεν λέει σε κάποιο σημείο στον γιο του πως εκείνο που έχει σημασία στη ζωή είναι να ξέρεις να βγάζεις το πετραδάκι από το παπούτσι σου, έτσι ώστε να συνεχίζεις να περπατάς. Πετραδάκι στο παπούτσι του Τζόσουα ήταν ένα απροσάρμοστο Εβραιόπουλο πάνω στο οποίο πατούσε τρεκλίζοντας.

«Γεννημένος στον Καναδά, ένιωθε μερικές φορές λες και ήταν καταδικασμένος να περιφέρεται με κυρτούς ώμους σ' αυτό τον κόσμο που του προκαλούσε σύγχυση. Ο ένας ώμος να γέρνει, να βογκά κάτω από το άχθος της εβραϊκής του κληρονομιάς [...] ο άλλος ώμος στραμμένος στα ουράνια, να λαχταράει μια κληρονομιά, οποιαδήποτε κληρονομιά βαρύτερη από την κατασκευή ενός διηπειρωτικού σιδηροδρόμου, τη φήμη του έντιμου εμπόρου, ή τις καλές συνθήκες χιονοδρομίας».

Ομως ούτε οι γροθιές ούτε η εβραϊκή παράδοση κατάφεραν να του υποδείξουν μια, στοιχειώδη έστω, ισορροπία, ενώ, όπως αποδείχτηκε, η Ισπανία απείχε πολύ από το να είναι «επικράτεια της καρδιάς» και «ηθική κληρονομιά». Η επικράτεια της δικής του καρδιάς βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά του, στον λαχανόκηπο της Πωλίν, τον οποίο εκείνος ανέσκαπτε φιλόστοργα μετά τη φυγή της, «εκπέμποντας έτσι ψυχικά σινιάλα», ρίχνοντας δολώματα στην απουσία της. Αν εκείνη έρχεται είναι επειδή μόνον οι ζωντανοί, και όχι ο χρόνος, μπορούν να ανταποκριθούν στα νεύματα όσων απεγνωσμένα τους αποζητούν.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Το μη ορατό, ισχυρότερο
Στα ψηλώματα του Ταΰγετου
Η ανάκληση του ίδιου
Η Κρήτη του Λόγου και της Τέχνης
Το Υπέρτατο Ον μέσα από τα μάτια του ψυχαναλυτή
Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου
Πέφτοντας χωρίς ίλιγγο στο κενό
Περιπτώσεις εξουσίας
Νηφάλιες σκέψεις στο δράμα της Μ. Ανα τολής
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Μουσική
Στο ντιβάνι του δισκαναλυτή
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενα μουσικό ταξίδι στην Κίνα...
Αφιέρωμα στη λογοτεχνία και στην τέχνη της Κίνας
Η Κίνα έρχεται στη Θεσσαλονίκη
Εμείς και η Κίνα (Σελίδες ημερολογίου)
Θεατές στην ακένωτη σοφία της σιωπής
Ο Λόγος στην Κίνα
Κριτική βιβλίου
Το μη ορατό, ισχυρότερο
Στα ψηλώματα του Ταΰγετου
Η ανάκληση του ίδιου
Η Κρήτη του Λόγου και της Τέχνης
Σφάγιο σε εβραϊκή θυμέλη
Το Υπέρτατο Ον μέσα από τα μάτια του ψυχαναλυτή
Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου
Πέφτοντας χωρίς ίλιγγο στο κενό
Περιπτώσεις εξουσίας
Νηφάλιες σκέψεις στο δράμα της Μ. Ανα τολής
Συνέδριο για τη Θεοφαγία - ανθρωποφαγία
Ευχαριστήρια Επιστολή προς τον Αξιότιμο Κύριο Κανίβαλο
Άλλες ειδήσεις
Η εκ γενετής παραίσθηση της συνείδησης