Έντυπη Έκδοση

Πέφτοντας χωρίς ίλιγγο στο κενό

Κάρσον ΜακΚάλερς

Ανταύγειες σε χρυσά μάτια

επίμετρο: Τενεσί Ουίλιαμς

μτφρ.: Κωνσταντίνα Τριανταφυλλοπούλου

εκδ. Μεταίχμιο, σ. 178, ευρώ 15,07

Δεν έχει παρατηρηθεί τυχαία (για την ακρίβεια, έχει γραφεί κατά κόρον) πως η Κάρσον ΜακΚάλερς είναι μία από τις πιο επιδέξιες και εμπνευσμένες κληρονόμους της μυθιστορηματικής παράδοσης του αμερικανικού Νότου (στην οποία ανήκουν ο Μαρκ Τουέιν και ο Ουίλιαμ Φόκνερ), συνομιλώντας ευθέως και με το ρωσικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα (τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι). Το γοτθικό στοιχείο, όπως ονομάζει ο Τενεσί Ουίλιαμς στο επίμετρο της ανά χείρας έκδοσης την ποιητική της φρίκης, που διαπερνά απ' άκρου εις άκρον τα βιβλία της ΜακΚάλερς (από το «Η καρδιά κυνηγάει μοναχή» του 1940 μέχρι την «Πρόσκληση σε γάμο» του 1946 και την «Μπαλάντα του λυπημένου καφενείου» του 1951 ή το «Ρολόι δίχως δείκτες» του 1961), είναι ό,τι ξεχωρίζει αμέσως στη γραφή της, αγκαλιάζοντας με την ανατριχιαστική παρουσία του δικαίους και αδίκους και κατευθύνοντας τους ήρωες στην άβυσσο, χωρίς καμία πιθανότητα ανάτασης ή επιστροφής.

Η φρίκη, βεβαίως, δεν είναι για τη ΜακΚάλερς ο φόνος και το ανεξιχνίαστο, μεταφυσικό του μυστήριο, όπως το ξέρουμε από την κλασική γραμμή του γοτθικού, αλλά μια συνεχής, εξοντωτική πάλη με το τετριμμένο και την καθημερινότητα, όπου οι άνθρωποι συντρίβονται υπό το βάρος της άτεγκτης μοίρας τους, δίχως την παραμικρή βοήθεια ή υποστήριξη. Οι ακραίες ταξικές και φυλετικές διακρίσεις, η σκληρότητα των κοινωνικών συγκρούσεων, οι ανυπολόγιστοι κίνδυνοι των προσωπικών σχέσεων, το άγχος του παρόντος και οι στερήσεις των παιδικών ή εφηβικών χρόνων, οι ανεπανόρθωτες σωματικές και ψυχικές βλάβες, η εμφάνιση του θανάτου σε όλα τα στάδια (ακόμη και τα πιο αμέριμνα) της ζωής, όπως και τα απλήρωτα ερωτικά πάθη ή οι τεράστιες επαγγελματικές καταστροφές είναι τα δεδομένα που δίνουν σάρκα και οστά στη γοτθική φρίκη της ΜακΚάλερς, αποκαλύπτοντας μια πεζογραφία στο εσωτερικό της οποίας το αίμα ρέει ακατάσχετα και από παντού, για να πνίξει μέσα στην πηχτή, καυτή του μάζα κάθε ελπίδα και απαντοχή.

Υπαρξιακή ελεγεία σε χειρουργική γλώσσα

Γεννημένη το 1917 στην Τζόρτζια, η ΜακΚάλερς, κόρη ρολογά, με έναν δύσκολο γάμο και συχνές κρίσεις κατάθλιψης, αλκοολισμού και ρευματικού πυρετού, πεθαίνει στη Νέα Υόρκη, το 1967, σε ηλικία μόλις 46 ετών - έχει προλάβει, ωστόσο, να διαγράψει μιαν εξαιρετικά δυναμική συγγραφική καριέρα, κάθε βήμα της οποίας αποδεικνύεται σημαίνων σταθμός τόσο για την τύχη της ίδιας όσο και για την πορεία της μεταπολεμικής αμερικανικής λογοτεχνίας. Το «Ανταύγειες σε χρυσά μάτια» είναι το δεύτερο βιβλίο τής ΜακΚάλερς, δημοσιεύεται το 1941 και συνιστά μια χαμηλόφωνη, αλλά απέραντα οδυνηρή υπαρξιακή ελεγεία, που είναι γραμμένη σε μια κοφτή, σχεδόν χειρουργική γλώσσα, από τις εικόνες της οποίας έχει αφαιρεθεί ο οποιοσδήποτε χόνδρος. Η δράση είναι σύγχρονη και ξετυλίγεται στα υποβλητικά και αδιόρατα ανησυχαστικά τοπία του Νότου. Πρωταγωνιστούν δύο αξιωματικοί του αμερικανικού στρατού (ο λοχαγός Πέντερτον και ο ταγματάρχης Λάνγκτον) με τις συζύγους τους (τη Λενόρα και την Αλισον), που συνδυάζονται με έναν μοναχικό στρατιώτη (τον Ελτζι Ουίλιαμς) κι έναν ιδιόμορφο φιλιππινέζο υπηρέτη (τον νευρωτικό Ανακλέτο).

Η ΜακΚάλερς πλέκει με σιδερένια νήματα τις διαδρομές των έξι χαρακτήρων της: ο Λάνγκτον διατηρεί ερωτικό δεσμό με τη Λενόρα, ο οποίος είναι εις γνώσιν και του Πέντερτον και της Αλισον, ο Πέντερτον νιώθει έντονο, ασυγκράτητο μίσος για τον Ελτζι Ουίλιαμς, ο Ελτζι Ουίλιαμς είναι καθηλωμένος από την ομορφιά της συζύγου τού Πέντερτον, την οποία παρακολουθεί κάθε βράδυ, με μιαν αδιανόητη τόλμη, ενόσω κοιμάται στο δωμάτιό της, η Αλισον αισθάνεται μόνιμη αποστροφή για τον άντρα της (διαλυμένη από το πένθος για την απώλεια του παιδιού τους και βρίσκοντας χαρά μόνο στην υπεραφοσίωση την οποία επιδεικνύει ο Ανακλέτο για το πρόσωπό της) και ο Ανακλέτο μισεί τους πάντες, αφού αρνείται να εμπιστευτεί οτιδήποτε κινείται στο περιβάλλον του.

Η βαριά συννεφιά του Νότου

Με την εξαίρεση του Λάνγκτον και της Λενόρα, που είναι οι μοναδικοί οι οποίοι θα μπορούσαν να ζήσουν, υπό τις κατάλληλες περιστάσεις, έναν ανεμπόδιστο και ανέφελο βίο, και, ίσως, του Ανακλέτο, που ξορκίζει το δράμα του με την γκροτέσκα φιγούρα του (υπενθυμίζοντας την προσφιλή συνήθεια της ΜακΚάλερς να πασπαλίζει τις τραγωδίες της με ψήγματα μαύρης κωμωδίας ή ολόπικρης παρωδίας), οι υπόλοιποι τρεις μοιάζουν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να πέσουν, δίχως την ελάχιστη εκδήλωση ιλίγγου, στο κενό: η Αλισον αφήνεται με έναν σχεδόν ηδονικό τρόπο στην καρδιοπάθειά της, ο Ελτζι Ουίλιαμς αναμασά με απάθεια τα επεισόδια της βιαιότητάς του απέναντι στους συναδέλφους του, καθώς και τις αθόρυβες (μέσα στο βαθύ σκοτάδι) εγκληματικές του ενέργειες, και ο λοχαγός Πέντερτον δεν διστάζει να βασανίσει άγρια ή και να σκοτώσει εν ψυχρώ οποιονδήποτε αισθάνεται ότι έχει υψωθεί ως εμπόδιο στον εγωισμό του. Ολοι θα καταλήξουν κακήν-κακώς και ο Νότος θα καλύψει σιγά σιγά με τη βαριά συννεφιά του και το τελευταίο ζωντανό τους ίχνος.

Μοναξιά και εμπάθεια, ανέκκλητη φθορά και πλήρης αφυδάτωση των αισθημάτων, αλλά και θανατολαγνεία ή άδειασμα της ψυχής μέχρι τον τέλειο πνιγμό της: τα εμβληματικά χαρακτηριστικά της πεζογραφίας τής ΜακΚάλερς δίνουν γενναία το «παρών» στις «Ανταύγειες σε χρυσά μάτια», μετατρέποντας τους πρωταγωνιστές της σε αθύρματα της τυφλής τους βούλησης και σε λεία του αποθηριωμένου εαυτού τους: η Αλισον θα σβήσει τα πάντα καθοδηγημένη από ένα είδος συμπαντικής θλίψης, ο Ελτζι Ουίλιαμς θα πεθάνει χωρίς να αντιληφθεί γιατί έζησε (όπως και θα ζήσει χωρίς να καταλάβει γιατί γεννήθηκε και μεγάλωσε) και ο λοχαγός Πέντερτον θα ρίξει αυλαία στον βίο του, έχοντας παλέψει με το ερειπωμένο τοπίο της παιδικής του ηλικίας και με τη συμφορά μιας ανήκουστης ζήλιας, που θα καταφάει το σαρκίο του με τον παράλογο όσο και πέρα για πέρα διέξοδο ανταγωνισμό της. Και οι άλλοι, όμως, ο ταγματάρχης Λάνγκτον, η Λενόρα και ο Ανακλέτο, θα υποχρεωθούν να αφανιστούν στη σκιά των ισχυροτέρων, χάνοντας εξίσου μάταια το παιχνίδι και κατρακυλώντας σε μια φρικτή σιωπή. Τα φαντάσματα του γοτθικού αμερικανικού Νότου θα χορέψουν τον απεγνωσμένο και μακάβριο χορό τους μέχρι το τελευταίο του βήμα: δίχως ανάσα, δίχως προσδοκία και με την καρδιά τους σπασμένη σε χίλια κομμάτια.

Τα μάλα στην ατμόσφαιρα του βιβλίου συμβάλλει ο χειρουργικός, όπως έλεγα πρωτύτερα, ρεαλισμός τής ΜακΚάλερς, που αποφεύγει προγραμματικά την οιαδήποτε διακόσμηση ή περιγραφή, γεμίζοντας αίφνης τις κορυφαίες στιγμές του, όπως η σκηνή του ξέφρενου καλπασμού τού αλόγου τής Λενόρα, με τον λοχαγό Πέντερτον κρεμασμένο από τη χαίτη του, μιαν ακατάσχετη δύναμη και ορμή, που κάνει την ύπαρξη να βοά από άπειρο πάθος και ολοκληρωτική απόγνωση. Σημαντική η μετάφραση της Κωνσταντίνας Τριανταφυλλοπούλου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Το μη ορατό, ισχυρότερο
Στα ψηλώματα του Ταΰγετου
Η ανάκληση του ίδιου
Η Κρήτη του Λόγου και της Τέχνης
Σφάγιο σε εβραϊκή θυμέλη
Το Υπέρτατο Ον μέσα από τα μάτια του ψυχαναλυτή
Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου
Περιπτώσεις εξουσίας
Νηφάλιες σκέψεις στο δράμα της Μ. Ανα τολής
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Μουσική
Στο ντιβάνι του δισκαναλυτή
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενα μουσικό ταξίδι στην Κίνα...
Αφιέρωμα στη λογοτεχνία και στην τέχνη της Κίνας
Η Κίνα έρχεται στη Θεσσαλονίκη
Εμείς και η Κίνα (Σελίδες ημερολογίου)
Θεατές στην ακένωτη σοφία της σιωπής
Ο Λόγος στην Κίνα
Κριτική βιβλίου
Το μη ορατό, ισχυρότερο
Στα ψηλώματα του Ταΰγετου
Η ανάκληση του ίδιου
Η Κρήτη του Λόγου και της Τέχνης
Σφάγιο σε εβραϊκή θυμέλη
Το Υπέρτατο Ον μέσα από τα μάτια του ψυχαναλυτή
Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου
Πέφτοντας χωρίς ίλιγγο στο κενό
Περιπτώσεις εξουσίας
Νηφάλιες σκέψεις στο δράμα της Μ. Ανα τολής
Συνέδριο για τη Θεοφαγία - ανθρωποφαγία
Ευχαριστήρια Επιστολή προς τον Αξιότιμο Κύριο Κανίβαλο
Άλλες ειδήσεις
Η εκ γενετής παραίσθηση της συνείδησης