Έντυπη Έκδοση

Ευάλωτες και φασματικές παρουσίες

Φωτογραφία του Σωτήρη Λάμπρου για την Βιβλιοθήκη Φωτογραφία του Σωτήρη Λάμπρου για την Βιβλιοθήκη Μαρία Κουγιουμτζή

Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 212, ευρώ 12,78

Η Μαρία Κουγιουμτζή θα πρέπει να γράφει εδώ και μερικές δεκαετίες. Το μαρτυρούν οι σκόρπιες δημοσιεύσεις της σε λογοτεχνικά περιοδικά. Δεν ανήκει, ωστόσο, στην ομάδα εκείνων των μεσήλικων που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του '90 και εξ αρχής επιδόθηκαν στη μυθιστοριογραφία. Φαίνεται ότι διεκδικεί την ταυτότητα του διηγηματογράφου και μάλιστα του Θεσσαλονικιού. Αν είχε καταπιαστεί συστηματικά με τη συγγραφή νωρίτερα, θα συμβάδιζε με τον Τάσο Καλούτσα, έναν από τους τελευταίους που αναδύθηκαν από το περιοδικό Διαγώνιος. Λίγο μεγαλύτερη η Κουγιουμτζή, είναι συνομήλικη του Τάσου Χατζητάτση. Και οι δύο συνδέθηκαν με το περιοδικό Εντευκτήριο, το, κατά κάποιον τρόπο, διάδοχο της Διαγωνίου. Συμπίπτουν, μάλιστα, και στο ότι την ίδια χρονιά δημοσίευσαν, αλλά σε διαφορετικό περιοδικό, το πρώτο τους διήγημα. Εκείνος, όμως, εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, Εντεκα σικελικοί εσπερινοί, το 1997. Στη συνέχεια είχε μια ταχεία συγγραφική εξέλιξη. Εγκατέλειψε τα εγκόσμια στις 7 Νοεμβρίου 2008. Συμπτωματικά, το ίδιο έτος η Κουγιουμτζή εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο. Ηταν η συλλογή διηγημάτων το Αγριο βελούδο, που βραβεύτηκε από το περιοδικό Διαβάζω, όπως, αντίστοιχα, και η πρώτη συλλογή του Χατζητάτση. Μόνο που σε εκείνον είχε απονεμηθεί το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου, ενώ η Κουγιουμτζή απέσπασε το βραβείο διηγήματος. Η διαφορά στον τύπο των βραβείων που τους απονεμήθηκαν οφείλεται στις διαφορετικές νοοτροπίες των δύο εποχών. Τότε οι κριτικοί ήταν πιο συγκρατημένοι. Το ίδιο συγκρατημένοι στις θεματικές επιλογές τους εμφανίζονταν και οι συγγραφείς, ιδίως οι Βορειοελλαδίτες.

Εκτός από τους αμιγώς προσωπικούς λόγους που συμβάλλουν στην αργοπορημένη εμφάνιση ενός συγγραφέα, η θεματική τολμηρότητα μπορεί να είναι ένας επιπλέον ανασταλτικός παράγοντας. Τα διηγήματα της Κουγιουμτζή, με τα μέτρα και σταθμά παλαιότερων δεκαετιών, θα χαρακτηρίζονταν τολμηρά. Με το γύρισμα, όμως, του 21ου εμφανίστηκαν νεότεροι συγγραφείς, με ξενότροπες επιδράσεις και τα «άγρια» διηγήματα με θέμα τη βία, κυρίως την ερωτική, έγιναν σχεδόν συρμός. Σε εκείνα, ωστόσο, η βία εμφανίζεται ως απότοκος της κοινωνικής κατάστασης, ενώ αυτά της Κουγιουμτζή έχουν διαφορετικό χαρακτήρα, καθώς κυριαρχούν αρχέγονα ένστικτα και ταυτόχρονα καλλιεργείται μια σχεδόν παραμυθική πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις και στην ειμαρμένη. Θα ήταν κοινότοπο να ισχυριστούμε ότι τα θέματα που την απασχολούν είναι ο θάνατος και ο έρωτας, αφού σε αυτά, έτσι κι αλλιώς, εξαντλείται ολόκληρη η λογοτεχνία. Μόνο που στα διηγήματά της και τα δύο παρουσιάζονται στις πιο ακραίες εκδοχές τους, με τον θάνατο να κρατάει το προβάδισμα.

Η πρώτη συλλογή της αριθμεί 27 διηγήματα και η δεύτερη 35. Η συνολική σοδειά ανέρχεται σε 62 διηγήματα, χωρίς αισθητή διαφοροποίηση ανάμεσα στα δύο βιβλία. Τα διηγήματα είναι άνισα ως προς την έκταση, κυμαινόμενα από δύο μέχρι πέντε σελίδες, και αντίστοιχα άνισα δείχνουν και ως προς το αποτέλεσμα, καθώς το μεγαλύτερο άπλωμα φαίνεται σαν να δοκιμάζει κάποτε τις αντοχές της υπόθεσης, που, ως επί το πλείστον, στηρίζεται στο στοιχείο του εξαιρετικού. Τα περισσότερα διηγήματα μπορούν να θεωρηθούν προέκταση της ρεαλιστικής τάσης στο διήγημα, που ευδοκίμησε στη Θεσσαλονίκη. Τέσσερα από αυτά -τα τρία, μάλιστα, προτάσσονται- περιγράφουν ομοφυλόφιλες ερωτικές διαθέσεις, που ποικίλλουν στην έκφρασή τους. Σαν λαθραία επιθυμία εμφανίζεται στο πρώτο, σαν σχέση αποδεκτή ή ντροπιαστική, ανάλογα με το κοινωνικό περιβάλλον, στα δύο επόμενα, ενώ στο τέταρτο παρουσιάζεται με την απωθητική εκδοχή τού επ' αμοιβή έρωτα. Παρεμπιπτόντως, θεωρούμε γενικώς κακή ιδέα τις αφιερώσεις διηγημάτων σε γνωστά πρόσωπα. Αφού όμως αρέσει, ιδιαίτερα στους νέους συγγραφείς, ο δικός μας σχολιασμός περιττεύει. Αρκεί η υπόθεση του διηγήματος να μη σχετίζεται με το πρόσωπο γιατί τότε δείχνει σαν να γράφτηκε με συγκεκριμένη πρόθεση. Κάπως έτσι, πιθανώς, στην καινούρια συλλογή της Κουγιουμτζή, όπου ο τόπος δράσης μένει, όπως και στα διηγήματα του πρώτου βιβλίου, απροσδιόριστος, με μερικές μόνο πλάγιες αναφορές στη Θεσσαλονίκη, ξεπήδησε ένα διήγημα που διαδραματίζεται στα δάση της Φινλανδίας.

Οπως και να έχει, ο ομοφυλόφιλος έρωτας δεν φαίνεται να ενδιαφέρει τη συγγραφέα ως ερωτική επιλογή, αλλά σαν μια ακόμη ιδιαιτερότητα, που καθιστά τους ήρωες ευάλωτους δημιουργώντας συνθήκες καταπίεσης, διωγμού ή ακόμη και θανάτου. Και τα τρία πρώτα διηγήματα καταλήγουν με άγρια φονικά, τα οποία όμως επιστεγάζουν και άλλα διηγήματα με διαφορετικές μορφές ερωτικού πάθους. Μία από αυτές είναι η λιμασμένη σεξουαλική διάθεση της γυναίκας, που παρουσιάζεται είτε σαν ένστικτο είτε σαν απόρροια σωματικής αναπηρίας. Η Κουγιουμτζή επανέρχεται σε ορισμένους θεματικούς πυρήνες πλάθοντας διαφορετικές ιστορίες. Για παράδειγμα, τρία διηγήματα πλέκονται γύρω από ένα ανάπηρο ή και σημαδεμένο σώμα. Ενας τρίτος τύπος ερωτικής εκδήλωσης, που την εμπνέει, είναι η επίμονη και φορτική προσκόλληση σε κάποιον, την οποία σπρώχνει στα όρια του νοσηρού. Παρόμοιες σχέσεις τις συμπληρώνει συνήθως με έναν σύντροφο, ο οποίος βρίσκει ευχαρίστηση στον βασανισμό τού ψυχικά υποτελούς.

Τα διηγήματα δίνουν τόσο στον έρωτα όσο και στον θάνατο τις αγριότερες μορφές τους. Κατ' εξαίρεση, ένα από τα μεγάλα διηγήματα, το Πτυχώσεις, έχει θέμα την ερωτική αφοσίωση. Σε αυτό η συγγραφέας εμπνέεται από την προ επταετίας έκθεση αρχαίου ελληνικού ενδύματος, δανειζόμενη και τον τίτλο της. Για να περιγράψει τους αναβαθμούς της προσήλωσης μέχρι την κατάργηση της ατομικότητας και την απόλυτη αφομοίωσή της, επιστρατεύει το φροϋδικό σύμπτωμα, ο άντρας να μιλά με τη φωνή της γυναίκας που λατρεύει. Το ίδιο ακριβώς σύμπτωμα συναντάμε και στο τελευταίο μυθιστόρημα του Ανδρέα Μήτσου, Ο κύριος Επισκοπάκης. Οπως και να έχει, των διηγημάτων με λεπτά αισθήματα υπερισχύουν εκείνα στα οποία εκδηλώνεται ένας τυραννικός πατέρας ή και εραστής ή, ακόμη, ένα παιδί με εγκληματικά ένστικτα. Μια άλλη ομάδα ρεαλιστικών διηγημάτων, παρ' όλο που σε κανένα δεν προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος δράσης, αναφέρονται αορίστως στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, όχι ωστόσο σαν συγκεκριμένη ιστορική περίοδο αλλά σαν σκηνικό θανάτου. Οπως είναι αναμενόμενο, οι εμπόλεμες συνθήκες καθιστούν τα πάθη ακόμη αγριότερα.

Το μεγάλο ατού της Κουγιουμτζή στα διηγήματα της πρώτης συλλογής της είναι ο μεταφορικός λόγος, ο οποίος στα καινούρια διηγήματα εμπλουτίζεται περαιτέρω. Ωστόσο, κάποια από τα σχήματα λόγου, όταν επαναλαμβάνονται, χάνουν την έντασή τους καθώς ατονεί το στοιχείο της έκπληξης. Σε όλα τα καινούρια διηγήματα η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Οπως φαίνεται, πρόκειται απλώς για έναν βολικό αφηγηματικό τρόπο καθώς το πρόσωπο του αφηγητή αλλάζει, παρουσιάζοντας αντίστοιχη ποικιλία με τα θέματα των διηγημάτων. Πιστεύουμε, πάντως, ότι η Κουγιουμτζή βρίσκει τον καλύτερο συγγραφικό εαυτό της όταν την αφήγηση αναλαμβάνει μια θηλυκή ύπαρξη, ανεξαρτήτως ηλικίας. Με αφηγήτρια ένα κοριτσάκι, δίνει ένα ερωτικό διήγημα εμπειρίκειας πνοής ανάμεσα στα λίγα του είδους που έχουν γραφτεί. Με αφηγήτρια μια κοπέλα, αποκαλύπτει την αγριάδα του θανάτου. Παρ' όλο που αυτός έρχεται ως προδιαγεγραμμένος στις συνθήκες ενός νοσοκομείου, προβάλλει περισσότερο παγερός από τους θανάτους άλλων διηγημάτων, με φονικά, εκτελέσεις, ατυχήματα και αυτοχειριασμούς. Τέλος, με αφηγήτρια μια ηλικιωμένη, σκιαγραφεί το τόξο που διαγράφει ο ερωτισμός μιας γυναίκας, από τη μητρική αγκαλιά μέχρι την κλίνη του γηροκομείου.

Κατά τα άλλα, από την πολυσυλλεκτική θεματογραφία της, τα καλύτερα δεν έρχονται από τις δάνειες εμπνεύσεις, ούτε είναι τα ρεαλιστικά διηγήματα με τις δραματικές κορυφώσεις. Οπως παρατηρούσαμε με αφορμή και το προηγούμενο βιβλίο της, ο δημιουργικός της οίστρος φανερώνεται όταν διαρρηγνύει το ρεαλιστικό πλαίσιο και αφήνει ελεύθερη την είσοδο στα φαντάσματα. Η Κουγιουμτζή έχει έναν υποβλητικό τρόπο να περιγράφει τις φασματικές παρουσίες. Και πάλι, όχι εκείνες που έρχονται από ξένους μυθιστορηματικούς κόσμους, αλλά τις οικείες στην αφηγήτρια, όπως η θεία που απόκαμε να βράζει στάρι για τις ψυχές ή εκείνος ο νυχτερινός επισκέπτης που παίζει πιάνο. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Με ενιαία σύνθεση
Στην απλότητα η σοφία
Εγκλήματα σε μια ήσυχη γωνιά της Σουηδίας
Ο εν μέρει πλατωνιστής
Για τον Νίτσε και για το δυτικό υποκείμενο
Τα αδέσποτα, ο Μέγας Αλέξανδρος...
Αλήθειες χωρίς μάσκες
Με σκέψη και ψυχή
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ευάλωτες και φασματικές παρουσίες
Με ενιαία σύνθεση
Στην απλότητα η σοφία
Εγκλήματα σε μια ήσυχη γωνιά της Σουηδίας
Ο εν μέρει πλατωνιστής
Για τον Νίτσε και για το δυτικό υποκείμενο
Τα αδέσποτα, ο Μέγας Αλέξανδρος...
Αλήθειες χωρίς μάσκες
Με σκέψη και ψυχή
Εικαστικά
Η νέα έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη στο Σπίτι της Κύπρου και σε βιβλίο
Μηνύματα στο κινητό από τη Σιγκαπούρη
Το αρχιτεκτονικό ομίλημα
Λογοτεχνία
Με τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό μεγάλωσα
Λογοτεχνία μετά μουσικής
Βιβλίο
Η Ελλάδα του Κάρολου Κουν
Ιστορία
Ξαναγράφεται η ιστορία για το «λιοντάρι της Ηπείρου»!
Η τρίτη ανάγνωση
Μουσική και λόγος
Από τις 4:00 στις 6:00
Λύκοι, λυκάνθρωποι και μουσική
Ο κιθαρίστας των κιθαριστών
Άλλες ειδήσεις
Η ανθρώπινη σβούρα
Από μια εξαίσια μέρα που δεν άκουσες τι είπα
Επιστολή
Ψυχοπομποί, σαμάνοι, τα ζώα των ψυχών