Έντυπη Έκδοση

Μηνιαία, άγρυπνα και φωτεινά

Αλήθειες χωρίς μάσκες

Χρήστος Αναγνωστόπουλος

Αργία

εκδόσεις Πλανόδιον, σ. 48, ευρώ 8,08

Φυλλομετρώ την προηγούμενη συλλογή του, τιτλοφορημένη «Η σιωπηρή αναχώρηση των εσπερινών μουσικών» (εκδ. «Το κοινόν των ωραίων τεχνών», 2001), που αρχίζει με το ποίημα «Αυτή η βροχή».

Θα μπορούσα να πω ότι όλη η ποίησή του -και στο βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα- μοιάζει με σιγανή βροχή, συντροφεμένη από νοσταλγία και άπειρη τρυφερότητα. Και όπως η σιγανή βροχή ποτίζει και αναζωογονεί, δροσίζει και αναπαύει, έτσι και οι στίχοι του, οι λέξεις του αποτυπώνονται στο χαρτί και οι εικόνες του μοιάζουν με γιαπωνέζικες ζωγραφιές.

Ζωγραφιές όπου ο καλλιτέχνης ταυτίζεται απόλυτα με το αντικείμενο που ζωγραφίζει, μέσα από μια ιδιάζουσα μέθεξη που τη βοηθούν τα ειδικά μελάνια και τα χαρτιά και που εκπέμπει μια ήρεμη ένταση. Ταυτόχρονα πρόκειται για μια απόλυτα, θα έλεγα, κατασταλαγμένη ποίηση, ψυχική, διάφανη, αργή, σε πλήρη αντίθεση με το πνεύμα των καιρών: η μελέτη των ποιημάτων αυτών μπορεί να αποβεί μια άλλη οικείωση του χρόνου.

Υπάρχει ένα δίπολο χρόνου: το πριν και το τώρα (ελάχιστα το μετά). Το πριν συντάσσεται από ένα εύφορο παρελθόν -παιδική ηλικία και νεανική-, από βαθιοχωμένες μνήμες ή αν θέλετε μνημικές αισθήσεις, που μάλλον καθορίζουν σχεδόν ολότελα το παρόν, μέσα από την απουσία προσώπων και πραγμάτων. Ο Αναγνωστόπουλος έχει καταφέρει μέσα από τον ψυχικό συνδυασμό σιωπής-άργητας-νόστου να συμπυκνώσει μια πορεία ζωής αγκαλιάζοντάς τα όλα, μέσα από μια μελαγχολία χωρίς θλίψη, μέσα από μια κατάφαση στη ζωή που φαίνεται να έρχεται από επίγνωση ιερότητας και δεινή δοκιμασία πόνου.

Ενα μέρος της ποιητικής του εκφράζεται στο ποίημα «Περίληψη»:

Στεγνώσαν πια τα δάκρυα/ οι κρύες ημέρες της υπομονής/ από το βλέμμα σου/ της λύπης, τελευταίος, αποχώρησε/ ο ήσκιος.

Μα δεν μπορώ να μην αναφέρω και το τελευταίο τετράστιχο του ποιήματος, πλήρες παραδοχής, καρτερίας και τρυφερότητας:

Απ' όλες τις χαρές της γης/ λίγες φορούν, για μας, το νυφικό τους/ και μέσα σ' ένα ρόδι/ γράφεται η περίληψη των άστρων.

Αυτή η τρυφερότητα, αυτό το «ρόδι» είναι που ενδιαφέρει την ποίηση, αυτή η λεπταίσθητη συγκίνηση που σπάνια τη συναντάμε σε ελληνικά γραπτά, και δη στους καιρούς μας. Κοντά στους παραπάνω στίχους ας προσθέσω και μερικούς χαρακτηριστικούς από άλλα ποιήματα:

Στο μεταξύ μονάχη μες στα σκοτεινά / θα κάθεται η αγάπη (σ. 21). Και ακόμη: (...) όπως αν βύθιζα το χέρι μου/ στο μαλακό σιτάρι/ έτσι ευχάριστη έγινε η ζωή (σ. 34).

Δεν απλώνομαι περισσότερο. Ο τίτλος της συλλογής, αυτό το Αργία, δείχνει δρόμους και τρόπους, σε βγάζει από τη νεύρωση της εποχής, από το μάταιο τρεχαλητό της ψυχής και του σώματος. Θα τολμούσα να πω ότι αν αφήσουμε κατά μέρος την εγωπάθεια που κατατρώει τους περισσότερους (ποιητές και ποιητίζοντες) και τη μανία της κριτικής, θα νιώσουμε, διαβάζοντας το βιβλίο, ένα λουτρό καθαρμού.

Αντωνία Γουναροπούλου- Τουρίκη

Το άστρο του Βορρά, Πανδώρα, σ. 61

Απρόσμενη ποιητική γραφή, όταν πρόκειται γα πρώτη εμφάνιση. Αφηγήσεις που γέννησαν πόνο ψυχής, σχήματα σκληρότητας, καταχνιά αισθημάτων, πορεία στη ζωή σφραγισμένη από των νεκρών τη σκοτεινιά ή την ατέλειωτη σειρά θυτών και θυμάτων.

Η συλλογή αρχίζει με ένα συγκλονιστικό ποίημα-όνειρο που φέρει τον τίτλο «Η γιορτή» και όπου κάθε άλλο παρά γιορτινή ατμόσφαιρα περιγράφει. Με ήρωα τον παππού, που φαίνεται να σηκώνεται από το μνήμα με «επιστρεμμένη τη σάρκα» του γύρω από τα κόκαλα, απηυδισμένος από τους ζωντανούς που υποτίθεται ευωχούνται, αλλά όντας πιο νεκροί από εκείνον, έχουν αφήσει σβηστά τα «καντήλια στα μνήματα»: δεν νοιάζονται για τους νεκρούς τους, δεν τους θυμούνται, δεν βλέπουν τη συνέχεια της ζωής και του θανάτου, ζουν σε κατάσταση αναπηρίας ή νέκρας. Κι όταν ξεσπά εκείνο το «είστε όλοι νεκροί, αποθάνατε όλοι μωρέ!...», η μόνη φωνή που πάει να αποκριθεί, μα που μέσα στη φασαρία δεν ακούγεται, είναι της ποιήτριας, που αντιστέκεται, που δεν θέλει (και δεν πρέπει;) να συμπεριληφθεί στους νεκροζώντανους. Και όντως τις ποιητικές φωνές τις σβήνει ο κουρνιαχτός των παθών και της ακατάσχετης φλυαρίας που τόσο ενοχλούσε τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη.

Ακολουθεί εκτενές ποίημα με τον ομώνυμο τίτλο του βιβλίου, όπου παρακολουθούμε μια εφιαλτική περιγραφή ζωής, κάτι σαν αποκαλυπτικό τοπίο, κάτι σαν αντεστραμμένη ζωή. Η κόρη που υποτίθεται πρωταγωνιστεί και που αρχικά τη συναπαντήσαμε σαν ένα μόλις νεογέννητο «ωραίο σαν ρόδο κορίτσι» (σ. 14), κλείνει το ποίημα «μ' ένα δρεπάνι αφημένο δίπλα της/ να στάζει δύσοσμο αίμα...» (σ. 16). Σκοτάδι απλώνεται παντού και σιγή. Η παγερότητα του τοπίου θυμίζει μικρές ιστορίες του Κάφκα.

Το βιβλίο περιέχει μικρά και μεγάλα ποιήματα αλλά και πεζά ποιητικής γραφής, μαζί με μια «εικονοκλαστική» διάθεση στα ποιήματα «Στην Ερυθρά» και «Ρωγμές». Την ποιήτρια την ενδιαφέρει η αλήθεια χωρίς μάσκες, βλέπει τον εκφυλισμό της ζωής, την αλλοτρίωση των ανθρώπων, τη βία που πολλαπλασιάζεται, την κοσμοχαλασιά που συμβαίνει μέσα μας και γύρω μας αλλά την κρύβει η μανία του καταναλωτισμού, η πλύση εγκεφάλου των Μέσων, η ανελέητη πληροφόρηση, η ψευτιά των διαφημίσεων. Οι εφιαλτικές εικόνες που ζωγραφίζει, ζητούν να αφυπνίσουν εκείνο το κομμάτι του ανθρώπου που μπορεί ακόμη να αντιστέκεται στη βαρβαρότητα. Μερικές φορές ο στίχος αδυνατίζει το ξεχείλισμα ψυχής.

Κώστας Ριζάκης

Τα τελευταία ονόματα,

εκδ. Αιγαίον, Λευκωσία, σ. 45

Δεμένος πάνω στα ποιήματά του («με την ψυχή στα δόντια», καθώς γράφει) μοιάζει ο Κ.Ρ., δεμένος μέχρι τον θάνατο και ακόμη πιο πέρα, όπως φανερώνουν οι στίχοι του. Είναι η έκτη συλλογή του εκδότη του περιοδικού «Πάροδος», που εκπέμπει από την περιοχή της Λαμίας και μας δίνει σταθερά δείγματα της περιφέρειας, αν και κατά καιρούς τροφοδοτείται και από το κέντρο. Πιστός στην υπαρξιακή αγωνία, περιστοιχισμένος θανάτους προσφιλών προσώπων, με άγρυπνη καρδιά, μέσα από κάμαρη που άλλοτε γίνεται κελί κι άλλοτε παράθυρο στο Φως, μετράει ονόματα-ποιήματα, ονόματα-αγγίγματα, ονόματα-λαβωματιές. Μέσα στην ποίησή του παραμένει ζωντανή η παρουσία της φύσης, πουλιά, νερά, ο ήλιος, η αυγή, ο ουρανός, εικόνες που τείνουν να εξαφανιστούν από την «αστική» ποίηση ή να δρουν μεταφορικά μονάχα. Πού και πού ξεπροβάλλουν ακούσματα από το δημοτικό τραγούδι, μιλιές της πηγής και του ανέμου. Η μορφή της μάνας πηγαινοέρχεται ζωντανή και νεκρή. Σε δυο-τρία ποιήματα μας αγγίζει αύρα αναστάσιμη. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ευάλωτες και φασματικές παρουσίες
Με ενιαία σύνθεση
Στην απλότητα η σοφία
Εγκλήματα σε μια ήσυχη γωνιά της Σουηδίας
Ο εν μέρει πλατωνιστής
Για τον Νίτσε και για το δυτικό υποκείμενο
Τα αδέσποτα, ο Μέγας Αλέξανδρος...
Με σκέψη και ψυχή
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ευάλωτες και φασματικές παρουσίες
Με ενιαία σύνθεση
Στην απλότητα η σοφία
Εγκλήματα σε μια ήσυχη γωνιά της Σουηδίας
Ο εν μέρει πλατωνιστής
Για τον Νίτσε και για το δυτικό υποκείμενο
Τα αδέσποτα, ο Μέγας Αλέξανδρος...
Αλήθειες χωρίς μάσκες
Με σκέψη και ψυχή
Εικαστικά
Η νέα έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη στο Σπίτι της Κύπρου και σε βιβλίο
Μηνύματα στο κινητό από τη Σιγκαπούρη
Το αρχιτεκτονικό ομίλημα
Λογοτεχνία
Με τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό μεγάλωσα
Λογοτεχνία μετά μουσικής
Βιβλίο
Η Ελλάδα του Κάρολου Κουν
Ιστορία
Ξαναγράφεται η ιστορία για το «λιοντάρι της Ηπείρου»!
Η τρίτη ανάγνωση
Μουσική και λόγος
Από τις 4:00 στις 6:00
Λύκοι, λυκάνθρωποι και μουσική
Ο κιθαρίστας των κιθαριστών
Άλλες ειδήσεις
Η ανθρώπινη σβούρα
Από μια εξαίσια μέρα που δεν άκουσες τι είπα
Επιστολή
Ψυχοπομποί, σαμάνοι, τα ζώα των ψυχών