Έντυπη Έκδοση

Ορυκτή βιογραφία

Jon McGregor

Τόσοι και τόσοι τρόποι για να γίνει μια αρχή

μτφρ.: Αθηνά Δημητριάδου

εκδόσεις Αγρα, σ. 424, 22 ευρώ

Στα 62 κεφάλαια του μυθιστορήματος του Τζον ΜακΓκρέγκορ αντικρίζουμε τις προθήκες ενός φανταστικού μουσείου, στο οποίο φυλάσσεται η ζωή του Ντέηβιντ, κεντρικού προσώπου στις σελίδες. Το φυλλομέτρημά τους δημιουργεί την εντύπωση της περιδιάβασης ανάμεσα σε βιωματικά αποτυπώματα μεθοδικά αρχειοθετημένα, που αγωνιούν να φανερώσουν τους πολλαπλούς τρόπους συναρμογής τους, να γίνουν, με άλλα λόγια, αφήγηση. Κάθε κεφάλαιο αντιστοιχεί σε ένα αντικείμενο το οποίο η προμετωπίδα παρουσιάζει μιμούμενη τη διατύπωση των ενημερωτικών πινακίδων που συνοδεύουν τα μουσειακά εκθέματα. Δεν διευκρινίζεται ποια από τα εν λόγω μικροπράγματα που οριοθετούν την ύπαρξη του ήρωα, επιλέχτηκαν σαν συνταξιδιώτες στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του, όταν εκείνος ταξίδεψε στην Ιρλανδία μεταφέροντας μια εκδοχή της ιστορίας του, με την πεποίθηση πως φτάνοντας στον προορισμό του θα έβρισκε την αρχή της, τη μητέρα του. Ωστόσο η παραλήπτρια του υλικού κοιτάζει αμήχανη την προσφορά του, με το περίσκεπτο όσο και αποστασιοποιημένο βλέμμα ενός επισκέπτη σε μουσείο. Μολονότι οι φωτογραφίες και τα αντικείμενα τής μιλούν με πλάγιο τρόπο και για τη δική της ζωή, δεν παύει να αισθάνεται τον συλλέκτη όλης αυτής της μνήμης απολύτως ξένο. Εν ολίγοις, ο Ντέηβιντ έχει μια ιστορία να αφηγηθεί, αλλά αγνοεί την αρχή της, όπως και το αν υπάρχει κάποιος που θα ενδιαφερόταν να την ακούσει. Παρατηρώντας μια ηλικιωμένη Ιρλανδή να διατρέχει σαστισμένη φωτογραφικά λευκώματα, κατάφορτα με σύμβολα του εαυτού του, νιώθει τις αυταπάτες του να φυλλοροούν και μπορεί πια να συνειδητοποιήσει την πλαστότητα των υπαρκτικών του πειστηρίων, την ικανότητά τους στο ψεύδος και την πλάνη. «Τελικά όμως το μόνο απτό ήταν το σελοφάν που προστάτευε την κάθε σελίδα, η κόχη της κάθε φωτογραφίας».

Ο Τζον ΜακΓκρέγκορ παρακολουθώντας την προσπάθεια του ήρωα να οικοδομήσει ένα ιδιωτικό μουσείο που να φέρει αναγνωρίσιμα ίχνη του προσώπου του, περισυλλέγει μαζί του όλα εκείνα τα σπουδαία πράγματα για τα οποία μιλούν τα απομεινάρια του παρελθόντος. Οπως στο πρώτο του μυθιστόρημα Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα (Αγρα, 2008) μεταστοιχείωνε αποσπασματικές αναπαραστάσεις ενός συνηθισμένου απογεύματος σε έξοχες αντανακλάσεις μιας ομορφιάς που μόνον η ποίηση μπορεί να ανασύρει από το οικείο, κι εδώ σκύβει με προσήλωση πάνω από το ελάχιστο για να φέρει στο φως το μείζον. Διότι μια οικογενειακή ιστορία εγκλείει ό,τι μεγάλο ορίζει τη ζωή, από το γέλιο μέχρι το γέρμα. Εναποθέτοντας στις σελίδες μια καρτ-ποστάλ, δύο τηλεγραφήματα, ένα κουτί παπουτσιών, μια χειρόγραφη λίστα οικιακών ειδών, ένα ρολόι τσέπης, ένα πιστοποιητικό γεννήσεως, μια βούρτσα για τα μαλλιά, ένα μικρό βάζο, ένα πώμα από μπουκάλι κρασιού, ένα κλειδί εξώπορτας σε θηλιά από σπάγκο, ένα κουτί από μπισκότα, ένα ζευγάρι παιδικών γαντιών και ένα σωρό άλλα, αποτυπώνει σε ένα καλειδοσκοπικό ανάπτυγμα ποικιλόμορφες βακτηρίες της μνήμης, εύθρυπτες από τη χρήση και την ανάκληση, μνήματα στιγμών. Μέσα στη στοίβα των ετερόκλιτων αντικειμένων είναι εγχαραγμένα λόγια και σιωπές, κραυγές και ψίθυροι, χτυπήματα και χάδια, κορμιά που πονούν και άλλα που αγαπούν, απώλειες και θησαυροί, παρηγοριά και πένθος, υπόσχεση και ματαίωση. Σε κάθε αντικείμενο έχει ενταφιαστεί μια ιστορία. Ο Ντέηβιντ και η γυναίκα του, η Εληνορ, διαπλέουν αυτό το κοιμητήριο ιστοριών για να αγκυροβολήσουν εντέλει στο σπίτι τους, εστία της αρχής και του τέλους.

Ο συγγραφέας συνθέτει τον συζυγικό βίο των πρωταγωνιστών υπό μορφή μωσαϊκού, μέσα από την παράταξη πραγμάτων πάνω στα οποία αντικαθρεφτίζονται κλάσματα χρόνου που μοιράστηκαν οι δυο τους. Σε φιαλίδια χαπιών, λόγου χάριν, στριμώχνονται οι ασάλευτες ημέρες της κατάθλιψης της Εληνορ και ο Ντέηβιντ δεν θα μπορούσε να τα αγγίξει χωρίς να αισθανθεί ξανά τα χέρια του «άχρηστα και άπραγα», χωρίς να θυμηθεί ότι «το κάθε χάπι το ένιωθε σαν μια προσωπική του αποτυχία», «σαν μία ακόμη στάμπα της ανικανότητάς του να βοηθήσει». Εξίσου καταλυτική η αίσθηση της αφής όταν ο ίδιος παίρνει στα χέρια του ένα τενεκεδένιο κουτί μέσα στο οποίο υπήρχε ένα σακουλάκι με καπνό, χριστουγεννιάτικο δώρο σε στρατιώτες σε κάποιο από τα χαρακώματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, για να κλονιστεί από «το ρίγος της παλιάς ιστορίας που γίνεται καινούρια». Σε μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές του βιβλίου ένα ορμητικό, ατελείωτο βαλς ακυρώνει κάθε έννοια του χρόνου, μεταφέροντας ιλιγγιωδώς τους δύο χορευτές από τη ζωή στον θάνατο, «λες και είχαν όλα γίνει μονομιάς» ένα βράδυ μέσα σε μια αίθουσα χορού. Από το άλλο μέρος, μια κάρτα εισαγωγής σε νοσοκομείο με χρονολογική ένδειξη το 1945, παραχωμένη σε αυτό τον ορυμαγδό ενθυμίων, ψεύδεται ασυστόλως, πλαστογραφώντας την αρχή της ύπαρξης του Ντέηβιντ.

Ο ΜακΓκρέγκορ αποδεικνύεται δεξιοτέχνης της λεπτομέρειας, έτσι όπως μεταπλάθει με εξαιρετική ευαισθησία κινήσεις και χειρονομίες τετριμμένες σε νεύματα μυσταγωγικά. Το μυθιστόρημα στο σύνολό του είναι μια πινακοθήκη στιγμιότυπων υποδειγματικά απαθανατισμένων. Χαρακτηριστική η σκηνή του 29ου κεφαλαίου, όπου «μανταλάκια παραδοσιακού τύπου, με ζωγραφισμένα προσωπάκια, χειροποίητα, μεταξύ 1920-1950» μεταφέρουν ακαριαία την Εληνορ στο πλευρό της μητέρας της (της οποίας η κηδεία βρίσκεται στην αφετηρία του μυθιστορήματος), εκείνη τη μέρα που τη βοήθησε στο άπλωμα και στο δίπλωμα σεντονιών. Ολη η υποβόσκουσα οδύνη στη σχέση μητέρας και κόρης ενσταλάζεται στα χέρια τους που κρατούν τα σεντόνια. Το βλέμμα του συγγραφέα βραδυπορεί όταν αντικρίζει το φευγαλέο, χαρίζοντάς του μια αιφνιδιαστική μοναδικότητα. Οι εικόνες του βιβλίου θα μπορούσαν να συνυφανθούν σε μια πολύπτυχη νεκρή φύση, όπου, μεταξύ άλλων, διακρίνονται οι ρόζοι μιας ξύλινης βαρκούλας, χτυπημένης από φανταστικά κύματα, φίλτρα τσιγάρων λεκιασμένα με κραγιόν μέσα σε τασάκι σε κάποιο δωμάτιο οίκου ευγηρίας, μια σκάλα μπροστά σε μισοβαμμένο τοίχο, τα κλαδιά δύο δέντρων να σμίγουν με πλαίσιο ένα παράθυρο νοσοκομείου, μια χειρόγραφη λίστα που απαριθμεί είδη απαραίτητα για οικιακή ευτυχία, μια λαδωμένη «επιτομή ευσεβών πόθων», ένα «μικρό μεταλλικό αντικείμενο, αγνώστου ταυτότητος» μπηγμένο στη σάρκα, ένα αγαπημένο πρόσωπο βουλιαγμένο στους ατμούς μιας καφετιέρας, ένα «οικογενειακό δέντρο, ζωγραφισμένο στο χέρι, με την ένδειξη "μάλλον ολοκληρωμένο"».

Διάφεγγες οι εικόνες, αφήνουν να φαίνονται τα περιγράμματα των μορφών που στέκονται από πίσω τους, δίνοντάς τους νόημα. Για παράδειγμα, τα αγκαλιασμένα κορμιά του Ντέηβιντ και της Εληνορ είναι αυτά που μετατρέπουν το κελάηδημα ενός πουλιού σε «κάτι καθαρό και λαμπερό και αγνό, που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας και κένταγε στο δέρμα τους ανάγλυφες στιγμές, και το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να μένουν ακίνητοι και να αφουγκράζονται, να μην τολμάνε να σαλέψουν, να μην τολμάνε ν' ανασάνουν». Τα σώματά τους, που αναδεύονται ξανά συγχρονισμένα στις τελευταίες σελίδες, δεικνύουν την αναγκαιότητα της επιστροφής στην οικειότητα, της επανόδου στον καμβά της καθημερινότητας πάνω στον οποίο γράφεται η κοινή τους αφήγηση. Γενικότερα, το σώμα μονοπωλεί την κυριαρχία στις αποθησαυρισμένες στιγμές. Ενα μπλε φόρεμα που θροΐζει μαυλιστικά δεν θα είχε προφανώς καμία ισχύ αν το γυναικείο κορμί που το έφερε δεν κατευθυνόταν στην κρεβατοκάμαρα. Αλλά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο σάρκινο, τα δάχτυλα είναι εκείνα που καταφέρνουν να αφουγκράζονται τις εγκιβωτισμένες στα αντικείμενα ιστορίες. Τα χέρια θυμούνται καθώς γερνούν τις άπειρες συγκινήσεις της αφής, ακόμη και όταν τα αγγίγματα επιβραδύνονται, μια και οι κλειδώσεις έχουν πια μουδιάσει. Οταν ο Ντέηβιντ κλεισμένος στο παιδικό του δωμάτιο φαντασιωνόταν το δικό του μουσείο, ήθελε οι επισκέπτες του να αγγίζουν τα εκθέματα χωρίς να μένει τίποτα κρυφό για τα χέρια και τα μάτια. Οι αισθήσεις να γιορτάζουν τα θαύματα της επιβίωσης από τον χρόνο. Ο ίδιος όλη του τη ζωή επιθυμούσε όσο τίποτα να κρατήσει κάτι που θα μπορούσε να το δείχνει στους υποθετικούς επισκέπτες της ιστορίας του, παρουσιάζοντάς το σαν ένα ψήγμα της δικής του αρχής.

Πέρα όμως από την ένυλη μνήμη, στο φαντασιακό μουσείο του Ντέηβιντ αντιβουίζουν υπόκωφα ήχοι, όπως ο βήχας του πατέρα, οι αναστεναγμοί της Εληνορ, ο ρυθμός των τριών τετάρτων, ο τριγμός του πλαστικού καλύμματος καθώς αποκολλάται από μια σελίδα φωτογραφικού λευκώματος, κάτι μισόλογα που εκρήγνυνται σε απόλυτη σιγή. «Κι αυτά τα λόγια έγιναν σιγά σιγά κάτι σαν πολύτιμο κομμάτι από περγαμηνή, απ' αυτά που τα μελετάς και τα ξαναμελετάς, που τα χρησιμοποιείς μόνο μέσα σε χώρο με ελεγχόμενη υγρασία, που τα μαθαίνεις απ' έξω».

Τα λόγια που δεν ειπώθηκαν οδήγησαν τον Ντέηβιντ στα πράγματα, πράγματα φορτισμένα με την απαντοχή της συνέχισης της προσωπικής του αφήγησης, τα οποία εξορύχτηκαν από τον πάτο του χρόνου του, μέσα από το έδαφος όπου βλάστησε το παρελθόν του. Η συλλογή του συντίθεται από «ενθύμια που τα ξεσκάλισε μέσα από τα ερείπια. Εύθραυστα ίχνη ανασκαμμένα από την ψυχρή, υγρή γη». Ιχνη που η Αθηνά Δημητριάδου φρόντισε να μεταφερθούν αλώβητα στις σελίδες της παρούσης έκδοσης.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Μια νέα ιστορία του Βυζαντίου
Η σταρ και η επαναστάτρια
Ορέστεια: Το αρχέτυπο ενός ενοχικού πολιτισμού και το μοντέλο του δυτικού ανθρώπου
Η ζωή, μια οριζόντια πτώση- η ύπαρξη, θέμα επίδοσης
Η νοσταλγία των ψευδαισθήσεων
Ιστορία, αίμα και ήρωες πάνε μαζί
Η άχαρη πορεία προς την ενηλικίωση
Μια έντιμη φιλοσοφική βιογραφία
Το αύριο, μια άλλη χώρα
Τα πάντα είναι ένα μυστικό
Αρχαία παραμύθια για θεραπείες ανθρώπων μόνο
Ανασηκώνοντας το πέπλο της δυτικής μεταφυσικής
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Μια νέα ιστορία του Βυζαντίου
Η σταρ και η επαναστάτρια
Ορέστεια: Το αρχέτυπο ενός ενοχικού πολιτισμού και το μοντέλο του δυτικού ανθρώπου
Η ζωή, μια οριζόντια πτώση- η ύπαρξη, θέμα επίδοσης
Η νοσταλγία των ψευδαισθήσεων
Ιστορία, αίμα και ήρωες πάνε μαζί
Ορυκτή βιογραφία
Η άχαρη πορεία προς την ενηλικίωση
Μια έντιμη φιλοσοφική βιογραφία
Το αύριο, μια άλλη χώρα
Τα πάντα είναι ένα μυστικό
Αρχαία παραμύθια για θεραπείες ανθρώπων μόνο
Ανασηκώνοντας το πέπλο της δυτικής μεταφυσικής
Συνέντευξη: Μάγδα Κοτζιά
Είμαι το παιδί του μαγαζιού
Συνέντευξη
Ο Μάνος Χατζιδάκις στο νησί της Αφροδίτης
«Πανοπτικόν», ένα περιοδικό από τη Θεσσαλονίκη
Από τις 4:00 στις 6:00
ΜΑΓΕΙΑ μια καλή συνταγή για επιτυχίες στο τραγούδι
Η επιτυχία του είναι οικογενειακή παράδοση
Άλλες ειδήσεις
Ο αφανισμός ενός συγγραφέα
Παραμένω εφτά χρονώ
Τηλεφώνημα από την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ
Η λογοτεχνία ταξιδεύει στα Βαλκάνια
Εφήμερο ή κλασικό το ελληνικό αστυνομικό είδος;
Αρτό σε λένε Αντονέν