Έντυπη Έκδοση

Η άχαρη πορεία προς την ενηλικίωση

Tobias Wolff

Ο κλέφτης του στρατοπέδου

μτφρ.: Χρήστος Οικονόμου

εκδόσεις Πόλις, σ. 118, 12,50 ευρώ

Ο «Κλέφτης του στρατοπέδου», η βραβευμένη με τη διάκριση Pen/Faulkner νουβέλα του γνωστού μας από το αυτοβιογραφικό του αφήγημα «Το παλιό σχολείο» (εκδ. Πόλις) Τομπάιας Γουλφ, εξακτινώνεται γύρω από ένα ουσιαστικά ασήμαντο περιστατικό: έναν «τσαμπουκά» - στο ανδρικό ιδιόλεκτο. Τρεις εκπαιδευόμενοι αλεξιπτωτιστές, νεοφερμένοι στη Μεραρχία τους και περιμένοντας να φύγουν για το Βιετνάμ, ανήμερα την 4η Ιουλίου κι ενώ οι συνάδελφοί τους ξεφαντώνουν στα μπαρ της γειτονικής πόλης, διατάζονται να περιπολούν όλη τη νύχτα γύρω από μια αποθήκη πυρομαχικών στη μέση ενός πευκοδάσους. Μόνοι, στο πουθενά, με τα κουνούπια να βουίζουν γύρω απ' τα κεφάλια τους και τις σκνίπες να χώνονται στα ρουθούνια τους, θα αρνηθούν να εγκαταλείψουν τη θέση τους όταν ξεσπάει φωτιά στο δάσος και θα απειλήσουν μάλιστα με τα όπλα τους τον αστυνομικό που έρχεται να τους προειδοποιήσει να φύγουν. Θα θέσουν έτσι σε κίνδυνο την περιοχή καθώς με την παραμικρή σπίθα η αποθήκη μπορεί να τιναχτεί στον αέρα. Αλλά θα αποδείξουν «ότι είναι άντρες».

Ενας τσαμπουκάς, λοιπόν. Μια ιστορία από εκείνες που αφηγούνται οι άντρες μεταξύ τους αναπολώντας τον στρατό. Τίποτε το ηρωικό - ωστόσο «μια κατάσταση με ενδιαφέρον, κάτι δραματικό» τέλος πάντων, μέσα στην πληκτική αδημονία της αναμονής για τον πραγματικό πόλεμο. Και επιπλέον, μια στιγμή με υψηλή θερμοκρασία, που παράγει τον σπινθήρα της φιλίας των τριών νεοσυλλέκτων. Χωρίς να έχουν ώς τότε ανταλλάξει ούτε κουβέντα («είχαμε παρουσιαστεί στη μονάδα την ίδια μέρα κι έκτοτε αποφεύγαμε ο ένας τον άλλον», λέει ο αφηγητής, «κρατούσαμε τις αποστάσεις, γιατί αν δενόμαστε μεταξύ μας, θα ήμασταν καταδικασμένοι να μείνουμε για πάντα νέοι στον λόχο»), μέσα στην πυκνή από ανεξιχνίαστους θορύβους νύχτα, ανοίγονται ο ένας στον άλλο, μιλούν για τις οικογένειές τους, τις αγωνίες και τις διαψεύσεις τους και καταλήγουν, όταν όλα έχουν τελειώσει, όταν η φωτιά έχει σβήσει κι έχουν επιστρέψει στο διοικητήριο, να κάθονται στα σκαλιά της μονάδας και να γελούν ανακουφισμένοι - σε μια σπάνια στιγμή αδελφοσύνης.

Και αυτό είν' όλο. Δεν πρόκειται για μια φιλία που θ' ανθήσει ούτε για έναν δεσμό που θα αλλάξει τη ζωή τους στο στρατόπεδο. Είναι μια φευγαλέα συνάντηση που παγώνει στον χρόνο, μια τυχαία, κι όμως πυροτεχνικά φαντασμαγορική συνάφεια, γιατί οι τρεις τους βιώνουν πλάι πλάι μια σημαδιακή στιγμή στη σύντομη και άχαρη πορεία τους προς την ενηλικίωση. Μια πρώτη γεύση δύναμης και κινδύνου, κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης. Μια στιγμή συνειδητοποίησης της ισχύος που γεννάει η κατοχή ενός όπλου, της βίας που μπορεί να παραχθεί, όταν μια, κατά τ' άλλα ασήμαντη ύπαρξη, ένα «κομμάτι κρέας για τα κανόνια», όπως λέγαμε παλιά, νιώθει να προεκτείνεται στην κάννη ενός ντουφεκιού.

Δεν έχουν τίποτε κοινό αυτοί οι τρεις αλεξιπτωτιστές. Μονάχα τη μοναξιά τους, που μέσα στο στρατόπεδο πυκνώνει ασφυκτικά. Είναι τρωτοί, τρία παιδιά που ανδρώθηκαν χωρίς πραγματικά να μεγαλώσουν κι αν κάτι τους ενώνει, αυτό είναι η απώλεια. Κάτι πενθεί ο καθένας τους - την απουσία ενός πατέρα, τη διάλυση μιας οικογένειας, χαμένους φίλους. Ο στρατός -η σωματική εκτόνωση, η ελπίδα της συντροφικότητας, η ψευδαίσθηση ενός σκοπού- είναι η μόνη διέξοδος σε μια ζωή που έχει πολύ πρώιμα σφραγιστεί με την αποτυχία. Και η ματαίωση, που πολύ σύντομα θα αισθανθούν και οι τρεις, είναι η μοιραία κατάληξη αυτής της αυταπάτης.

Και ύστερα έρχεται το δεύτερο περιστατικό, αλλά αυτό είναι από εκείνα που θα' θελε κανείς να ξεχάσει: ένας από τους τρεις απαντάει στον πόνο και στην πίεση της στρατιωτικής ζωής αρχίζοντας να κλέβει τα πορτοφόλια των συναδέλφων του. Είναι ο Λιούις, ένας αδέξιος και ολιγόνους χωριάτης από τη βαθιά Αμερική, που ψηλαφεί έκθαμβος τη ζωή (αυτή τη λειψή ζωή που ξεκλέβει στις λίγες ώρες της άδειας, πηγαίνοντας στο σινεμά -ίσως για πρώτη φορά- επιζητώντας την ερωτική συντροφιά μιας άξεστης και εχθρικής πόρνης, ελπίζοντας να συνδεθεί με τους υπόλοιπους χωρίς να το καταφέρνει) και ξαφρίζει τα ελάχιστα χρήματα των συστρατιωτών του από απελπισία, από θυμό, από απόγνωση. Αλλά η ενοχή του είναι μοιρασμένη. Αναίτια ενοχή νιώθει και ο παρατηρητής του περιστατικού, ο αφηγητής της ιστορίας, εμμέσως την αισθάνεται και το θύμα της, ο έτερος των τριών, που όχι μόνο θα ληστευθεί, αλλά και θα ξυλοκοπηθεί από τον Λιούις. Και μολονότι αυτοί οι τρεις δεν έχουν βρει πραγματικό τόπο να συναντηθούν, ο πόνος, η θλίψη, η παράβαση του ενός αγγίζει τον άλλον, έστω και προκαλώντας τους διαφορετικές αντιδράσεις: άλλοτε την ανώφελη σκληρότητα, άλλοτε την άρρητη συμπόνια.

Ο Τομπάιας Γουλφ, αυτός ο μάστορας της μικρής φόρμας, μιλώντας για τις λογοτεχνικές του αγάπες, έχει προτάξει τον Τσέχοφ στους συγγραφείς που τον συγκινούν. «Είναι σαν ένας πραγματικά καλός γιατρός», έχει δηλώσει. «Κάνει εξαίρετες διαγνώσεις και ταυτόχρονα είναι πολύ ανθρώπινος. Οχι όμως πλαδαρός ή αμβλύς». Ο Τομπάιας Γουλφ μοιάζει στον Τσέχοφ: είναι βαθιά ανθρώπινος και ταυτόχρονα ανελέητος. Δεν χαρίζεται στους ήρωές του· ξέρει πολύ καλά σε ποια βαθμίδα της κλίμακας βρίσκεται το ανθρώπινο είδος, πόση ευτέλεια, νοσηρότητα, κακό μπορεί να φιλοξενεί· ξέρει ακόμα πόσο εύκολα μπορεί η οδύνη να μεταλλαχθεί σε μίσος, βία, αντικοινωνική συμπεριφορά. Ο πληγωμένος από τον χωρισμό των γονιών του αφηγητής , ο Φίλιπ, ενώ λαχταράει απεγνωσμένα τη φιλία ενός συμμαθητή του, κάνει ό,τι μπορεί για να τον απωθήσει πετώντας χωρίς λόγο πέτρες στα παράθυρα ενός τυχαίου σπιτιού ή ειρωνευόμενος «το σακάκι στυλ Νεχρού» που φοράει ο φίλος του. Ο Λιούις, ολότελα αποξενωμένος από τους γύρω του, αναζητώντας μάταια την τρυφερότητα σε μια τυχαία ερωτική συνεύρεση, κλέβει και χτυπάει έναν συνάδελφό του που συμπαθεί, εκπλήσσοντας και τον εαυτό του τον ίδιο, διερωτώμενος «τι άλλο θα δει τον εαυτό του να κάνει», «ανήμπορος, λυπημένος, σαν θεατής». Και ο Φίλιπ δέχεται να παρευρεθεί στον ομαδικό ξυλοδαρμό του Λιούις μετά την αποκάλυψη της κλοπής, παρότι τον συγκλονίζει το γεμάτο «ταπείνωση και φόβο» πρόσωπο που υψώνει προς τους συστρατιώτες τιμωρούς του ο κλέφτης, λίγο πριν παραδοθεί στις γροθιές τους.

Στήνει, λοιπόν, ένα κατεξοχήν ηθικό δράμα ο Τομπάιας Γουλφ, χτισμένο ωστόσο με ιδιαίτερα λιτές σκηνές που υφολογικά ανακαλούν τον Χέμινγουεϊ, έτσι συγκρατημένα και χαμηλόφωνα που αποδίδουν τα βίαια αισθήματα των ηρώων του. Επιδιώκοντας τον μυθοπλαστικό πραγματισμό, εναλλάσσοντας επιδέξια την οπτική γωνία της αφήγησης, αναδεικνύοντας τη μικροϊστορία των ανθρώπων πίσω από τα μεγάλα γεγονότα, εκμαιεύει μέσα από την τραχύτητα τη συγκίνηση. Η μετάφραση του Χρήστου Οικονόμου, απέριττη, ακριβής και στιβαρή, αποδίδει εξαιρετικά την υπόγεια ένταση του πρωτοτύπου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Μια νέα ιστορία του Βυζαντίου
Η σταρ και η επαναστάτρια
Ορέστεια: Το αρχέτυπο ενός ενοχικού πολιτισμού και το μοντέλο του δυτικού ανθρώπου
Η ζωή, μια οριζόντια πτώση- η ύπαρξη, θέμα επίδοσης
Η νοσταλγία των ψευδαισθήσεων
Ιστορία, αίμα και ήρωες πάνε μαζί
Ορυκτή βιογραφία
Μια έντιμη φιλοσοφική βιογραφία
Το αύριο, μια άλλη χώρα
Τα πάντα είναι ένα μυστικό
Αρχαία παραμύθια για θεραπείες ανθρώπων μόνο
Ανασηκώνοντας το πέπλο της δυτικής μεταφυσικής
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Μια νέα ιστορία του Βυζαντίου
Η σταρ και η επαναστάτρια
Ορέστεια: Το αρχέτυπο ενός ενοχικού πολιτισμού και το μοντέλο του δυτικού ανθρώπου
Η ζωή, μια οριζόντια πτώση- η ύπαρξη, θέμα επίδοσης
Η νοσταλγία των ψευδαισθήσεων
Ιστορία, αίμα και ήρωες πάνε μαζί
Ορυκτή βιογραφία
Η άχαρη πορεία προς την ενηλικίωση
Μια έντιμη φιλοσοφική βιογραφία
Το αύριο, μια άλλη χώρα
Τα πάντα είναι ένα μυστικό
Αρχαία παραμύθια για θεραπείες ανθρώπων μόνο
Ανασηκώνοντας το πέπλο της δυτικής μεταφυσικής
Συνέντευξη: Μάγδα Κοτζιά
Είμαι το παιδί του μαγαζιού
Συνέντευξη
Ο Μάνος Χατζιδάκις στο νησί της Αφροδίτης
«Πανοπτικόν», ένα περιοδικό από τη Θεσσαλονίκη
Από τις 4:00 στις 6:00
ΜΑΓΕΙΑ μια καλή συνταγή για επιτυχίες στο τραγούδι
Η επιτυχία του είναι οικογενειακή παράδοση
Άλλες ειδήσεις
Ο αφανισμός ενός συγγραφέα
Παραμένω εφτά χρονώ
Τηλεφώνημα από την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ
Η λογοτεχνία ταξιδεύει στα Βαλκάνια
Εφήμερο ή κλασικό το ελληνικό αστυνομικό είδος;
Αρτό σε λένε Αντονέν