Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

Τυπωθήτω

  • Τυπωθήτω

    Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή;

    Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη - βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

    Ανάμεσα στη δαιμονοποίηση και στο άλλοθι

    Θοδωρής Κ. Ραχιώτης

    Βασανιστές

    Μυθιστόρημα

    εκδόσεις Καστανιώτη

    Γεννήθηκα το 1965 και δεν έχω αναμνήσεις από τη χούντα. Η ιδέα των «Βασανιστών» προέκυψε το 2004, ενώ «επινοούσα» το παρελθόν των ηρώων για ένα διήγημα, το οποίο έμεινε ημιτελές. Τότε αναρωτήθηκα για πρώτη φορά τι άνθρωποι ήταν οι βασανιστές του ΕΑΤ-ΕΣΑ. Αποφασίζοντας να γράψω για τους θύτες αντί για τα θύματα έπεσα πάνω σε δύο βολικές απόψεις: Οτι αυτά δεν γίνονται πια, και ότι οι βασανιστές είναι τέρατα. Καταρρίφτηκαν και οι δύο.

    Μετά τις καταγεγραμμένες μαρτυρίες (Κοροβέσης, Βερνίκος, Παναγούλης, Κ. Αρσένη κ.ά.) διάβασα σχεδόν κάθε τι σχετικό με τη χούντα, την αντίσταση αλλά και τον στρατό της εποχής. Εμαθα για τα «ντοκ» στις αρβύλες, το μήκος των αμφιμασχαλίων και τα καθήκοντα του δεσμοφύλακα. Δεν είχα επισκεφτεί όμως το ΕΑΤ-ΕΣΑ, ώσπου το καλοκαίρι του 2006, επιστρατεύοντας όλο μου το θράσος κι ένα πολυάσχολο ύφος, ζήτησα από τον ανύποπτο σεκιούριτι του Πάρκου Ελευθερίας το κλειδί για το «άλλο κτήριο», που είναι επισκέψιμο δύο φορές τον χρόνο. Το κλειδί έγραφε «βασανιστήρια». Εμεινα στο χαμηλό κτήριο με τα μεγάλα παράθυρα για ώρες, βηματίζοντας στις μύτες των παπουτσιών μου σαν να υπήρχε κάποιος άρρωστος σε κάθε δωμάτιο.

    Πρωτογενές υλικό για τη σκιαγράφηση της προσωπικότητας των ηρώων μου δεν απέκτησα ποτέ. Γνώρισα αντιστασιακούς, κάποιοι με τίμησαν με τη μαρτυρία τους, αλλά ΕΣΑτζή - βασανιστή δεν συνάντησα. Αλλωστε, δεν ξέρω τι θα έκανα αν γνώριζα κάποιον.

    Μοίρασα τη δράση σε δύο ήρωες, γιατί η βία του κολαστηρίου της ΕΣΑ είναι βαρύ ρούχο για να το φορέσει μία μόνο προσωπικότητα. Η βασική ιδέα μου -η οποία δεν κρύβω ότι αναπτύχτηκε γράφοντας- είναι ότι η βία, η πλύση εγκεφάλου, η ανεξέλεγκτη εξουσία και η συγκυρία μεταμορφώνουν τους ανθρώπους. Με τα προσωπικά υλικά καθενός και με συγκολλητική ουσία το μίσος για τους «άλλους», χτίζεται αυτός που βασανίζει για δουλειά και για διασκέδαση. Αν δεν νιώθεις ότι δέρνοντας προστατεύεις τα ιερά και τα όσια, δεν σηκώνεις το χέρι.

    Εγραφα το βιβλίο επί 3,5 χρόνια, επινοώντας αποτρόπαια πράγματα, όπως μια μηχανή ηλεκτροσόκ, ένα διαφανές κρατητήριο και σκληρές σκηνές στο ΕΑΤ - ΕΣΑ. Κάποιες φορές τρόμαξα απ' την αποκοτιά να ψηλαφίζω το παρελθόν υπαρκτών ανθρώπων, γι' αυτό ιχνηλάτησα με προσοχή τη γραμμή ανάμεσα στη δαιμονοποίηση και στο άλλοθι.

    Κάπου βρήκα ένα κλομπ. Χτύπησα δυο - τρεις φορές τον αέρα και εντυπωσιάστηκα από την αίσθηση της εξουσίας που δίνει. Το κρέμασα σε μια κρεμάστρα και δεν το ξαναπείραξα. Είναι αυτό που φαίνεται στο εξώφυλλο του βιβλίου.

    Σκαλισμένα στα χάσματα του χρόνου

    Γιώργος Σκαμπαρδώνης

    Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος

    (Διηγήματα)

    εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

    Είκοσι εφτά διηγήματα, γραμμένα από το 2004 ώς τα μέσα του 2009. Σκαλισμένα στα χάσματα του χρόνου, σε αστραφτερές στιγμές, όταν η έμπνευση κατέρχεται και φωταγωγεί την καθημερινότητα με το φώσφορο μιας ιδέας, μιας ξεχωριστής ιστορίας που εκφράζει έμμεσα τη σκοτεινή γραμματική των σπλάχνων, το δύσκολο να ειπωθεί αλλιώς. Λέξεις που κινούνται στα άφεγγα μέρη, στις αναδιπλώσεις της μνήμης, στις υπόγειες κρύπτες. Βυθίζονται στο ανεπαλήθευτο, στο παίγνιο, στις εμμονές: στο νερό, στη θάλασσα στην υπέρβαση της αντοχής, στην απώλεια. Φωτίζονται λοξά: οι δύσκολες σχέσεις, η φθορά, η κρίσιμη στιγμή που φέρνει την αλλοίωση και σε ορίζει. Η μοναχικότητα, τα ζώα, ο φόβος, η πνιγμονή, ο ακρωτηριασμός, η πτήση, το αναπάντεχο. Η μεγάλη αναμονή, η ματαιότητα, η Ιστορία που διαβρώνει το τώρα. Η ειρωνεία του τυχαίου που μεταβάλλει τα πάντα. Τα μεγάλα κατορθώματα που γλυκαίνουν παλιές μαχαιριές. Το κενό, ως μουσική που πυκνώνει και παρηγορεί. Σταθερά θέματα που φεύγουν, επανέρχονται μεταμφιεσμένα και αντανακλούν στα κείμενα αυτά, τα υφασμένα πάνω σε σταθερές, αόρατες γραμμές και σε ρευστά σχέδια, μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος.

    Σε μια ποικιλία τόνων και κύμανσης: απ' το δέος, το θάμβος και τον σκληρό λυρισμό, στον σαρκασμό, την ειρωνεία, την ανατροπή, το απροσδόκητο, τη διάβρωση. Από την τραγωδία στη συγκατάβαση, από το αβάσταχτο στην έκλαμψη. Πίδακες του χτες εισβάλλουν στο τώρα, ο ενεστώς που δεν υπάρχει χωρίς το πριν, η φραγή της μνήμης, η διάθλαση του νοήματος μέσα από την Ανάγκη. Η αιφνίδια αποκάλυψη που εξαφανίζει τη συνήθεια, η φωταγώγηση του ευτελούς που παράγει εικονικά διαδήματα. Πολλά καταστατικά σημεία όρασης. Διέσεις. Μοτίβα που ολοένα επανέρχονται. Οι πίσω αυλές. Ο ενδο-φακός. Η γκανιότα του χρόνου. Κουβέρτες απλωμένες στο σκοινί. Σήμερα - αύριο - μεθαύριο. Αντλία κενού. Αν η κατάσταση επιμένει. Ασανσέρ με φινιστρίνι. Εαρινό έλκος. Ενα αδέσποτο σκυλί στο αεροδρόμιο, στην Πύλη 4 - της Aegean. Τσιμενταύλακες. Ελξατε. Θρακικά παράλια. Η Σκιάθος απ' το παραθυράκι του Μπόινγκ. Ενας γάιδαρος που πιθανώς τον έλεγαν Ελικόπτερο. Δυό γέροι στο Goody' s.

    Καμία σχέση - και λέω: Ομιλείτε ακροποδητί. Διαφορετικές αποχρώσεις στα ίδια πορτρέτα. Κείμενα δουλεμένα ως παλίμψηστο εργόχειρο. Με καρουλίσιο ράμμα. Προσπάθεια, πάντα, από κάτω, να σαλεύει το ποίημα. Και όχι σαν δάχτυλα νεκρής δακτυλογράφου. Διηγήματα διαλεγμένα μέσα από μία πενταετία, που επικοινωνούν μεταξύ τους με υπορροές και θαμπές αντανακλάσεις. Με βασάνισαν ηδονικά. Ξανάρχισα το κάπνισμα. Τα τελείωσα. Εσκασα. Γλίτωσα. Και οφθήσομαι φαιδρώς πανηγυρίζων επί ματαίω. Τώρα, τι κάνουμε;

    Μνήμη Κυρατσούδας και Χριστοφίλη

    Κώστας Καβανόζης

    Του κόσμου ετούτου

    (Μυθιστόρημα)

    εκδόσεις Κέδρος

    Μεγάλωσα στη Θράκη, σε χωριό. Από παιδί τον θυμάμαι τον Εβρο να κυλάει και να χωρίζει, σύνορο αδιαπέραστο, τον κάμπο. Η γιαγιά και ο παππούς μου από τη μεριά του πατέρα μου γεννήθηκαν στην από 'κεί όχθη του ποταμού και πέθαναν στην από 'δώ. Από την αυλή του σπιτιού τους, που βρισκόταν πάνω σε ένα ύψωμα, μπορούσα μικρός να κοιτάζω μέχρι πέρα μακριά και να βλέπω απέναντι, από την άλλη μεριά, τα σπίτια του παλιού τους χωριού, που άφησαν οριστικά το '22.

    Ο παππούς πέθανε σχετικά νωρίς για μένα, το '78. Η γιαγιά, το 2001. Ημουν, θυμάμαι, στη Νάξο όταν μου είπαν ότι τη βρήκαν κάτω ανήμπορη, ζωντανή όμως. Και τη φαντάστηκα πεσμένη πάνω στα χώματα της αυλής της, να κοιτάζει απέναντι τα μέρη όπου είχε γεννηθεί. Επιασα να γράφω στο χαρτί αυτό που τότε νόμιζα διήγημα λίγες μέρες μετά, σημειώνοντας στο περιθώριο την ημερομηνία. Στο μεταξύ η γιαγιά έσβησε.

    Το κείμενο όμως μεγάλωσε πολύ. Οταν, δύο μόλις μήνες αργότερα, τελείωσα την πρώτη εκείνη γραφή, είχα στη διάθεσή μου δεκάδες χιλιάδες χειρόγραφες λέξεις που ήξερα ότι θα γίνουν μια ιστορία για τις δύο όχθες του ποταμού, δεν ήξερα όμως ούτε το πότε ούτε το πώς ακριβώς. Τις άφησα στην άκρη και έπιασα άλλα, ανάμεσα τους και το «Χοιρινό με λάχανο», το πρώτο μου βιβλίο που εκδόθηκε. Γυρνούσα όμως συχνά και τις ξανάβλεπα, τις είχα πάντα στο μυαλό μου και κρατούσα σημειώσεις. Η γιαγιά μου, ο παππούς μου, η παιδική μου ηλικία ξαναζούσαν εκεί.

    Επεσα στα βαθιά πριν από περίπου πέντε χρόνια, την εποχή που το «Χοιρινό» πρωτοβγήκε στα βιβλιοπωλεία. Αφού αντέγραψα το αρχικό κείμενο στον υπολογιστή, έπιασα δουλειά: ξεκινούσα από την αρχή πάλι και πάλι, προχωρούσα λίγο και μετά σταματούσα, γύριζα πίσω και τα άλλαζα όλα. Οδηγό μου δεν είχα τόσο την ιστορία, η ιστορία θα φτιαχνόταν στην πορεία, το ένιωθα. Οδηγό μου είχα το ύφος, τη γλώσσα. Η γλώσσα δεν με ικανοποιούσε, η γλώσσα με έκανε να μην μπορώ να προχωρήσω και να γυρίζω συνέχεια πίσω, μένοντας και βδομάδες ίσως στην ίδια σελίδα. Ηθελα να μου ανοίγει δρόμους, αλλά και να μου ξυπνάει αισθήσεις και μνήμες. Και η πιο συνηθισμένη λέξη να έρχεται από ή να πηγαίνει πολύ μακριά. Γι' αυτό οι ιδιαίτεροι τύποι, γι' αυτό η ιδιόμορφη ορθογραφία, γι' αυτό και το πολυτονικό.

    Κάπως έτσι επίσης έφτασα και στον έντονο ρυθμό και στο μέτρο. Ολο σχεδόν το κείμενο είναι έμμετρο, με διάφορα μάλιστα μέτρα. Δεν ήταν ακριβώς επιλογή μου, τουλάχιστον δεν ήταν προαποφασισμένο. Στην αρχή, ένιωθα ότι είχα στα χέρια μου λάσπη, υγρό πηλό που έπρεπε να πάρει σχήμα, μετά, ότι πελεκούσα μάρμαρο και στο τέλος, ότι έγραφα μουσική. Κι όλα αυτά φοβούμενος διαρκώς ότι το κείμενο με ξεπερνάει, ότι με κανέναν τρόπο δεν πρόκειται να βγει.

    Το τι τελικά κατάφερα δεν μπορώ φυσικά να το ξέρω από τώρα. Ξέρω όμως πως την τελευταία φορά που βρέθηκα στον τάφο του παππού και της γιαγιάς, πριν από περίπου έναν χρόνο, δοκίμασα με συγκίνηση μια πολύ μεγάλη έκπληξη, απορώντας ταυτόχρονα που δεν το είχα προσέξει τόσον καιρό: η ημερομηνία θανάτου της γιαγιάς μου ήταν ίδια με αυτή που είχα σημειώσει στο περιθώριο του τετραδίου μου, τη μέρα που ξεκινούσα να γράφω αυτό που τότε νόμιζα διήγημα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Μια νέα ιστορία του Βυζαντίου
Η σταρ και η επαναστάτρια
Ορέστεια: Το αρχέτυπο ενός ενοχικού πολιτισμού και το μοντέλο του δυτικού ανθρώπου
Η ζωή, μια οριζόντια πτώση- η ύπαρξη, θέμα επίδοσης
Η νοσταλγία των ψευδαισθήσεων
Ιστορία, αίμα και ήρωες πάνε μαζί
Ορυκτή βιογραφία
Η άχαρη πορεία προς την ενηλικίωση
Μια έντιμη φιλοσοφική βιογραφία
Το αύριο, μια άλλη χώρα
Τα πάντα είναι ένα μυστικό
Αρχαία παραμύθια για θεραπείες ανθρώπων μόνο
Ανασηκώνοντας το πέπλο της δυτικής μεταφυσικής
Συνέντευξη: Μάγδα Κοτζιά
Είμαι το παιδί του μαγαζιού
Συνέντευξη
Ο Μάνος Χατζιδάκις στο νησί της Αφροδίτης
«Πανοπτικόν», ένα περιοδικό από τη Θεσσαλονίκη
Από τις 4:00 στις 6:00
ΜΑΓΕΙΑ μια καλή συνταγή για επιτυχίες στο τραγούδι
Η επιτυχία του είναι οικογενειακή παράδοση
Άλλες ειδήσεις
Ο αφανισμός ενός συγγραφέα
Παραμένω εφτά χρονώ
Τηλεφώνημα από την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ
Η λογοτεχνία ταξιδεύει στα Βαλκάνια
Εφήμερο ή κλασικό το ελληνικό αστυνομικό είδος;
Αρτό σε λένε Αντονέν