Έντυπη Έκδοση

Πουλάμε τη ζωή xρεώνουμε τον θάνατο

Η «Βιβλιοθήκη», τιμώντας τη συνεργάτριά της Αγαθή Δημητρούκα, προδημοσιεύει αποσπάσματα του βιβλίου της, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη την ερχόμενη εβδομάδα.

Νίκος Γκάτσος, Αγαθή Δημητρούκα Νίκος Γκάτσος, Αγαθή Δημητρούκα Βαρβαρότητα και ανθρωπιά, φτώχεια και μεγαλείο, ηρωισμός και όνειρο καθορίζουν τη μοίρα ενός μικρού κοριτσιού από κάποιο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, το οποίο, φτάνοντας στην εφηβεία, κατορθώνει να ξεφύγει από τον κλοιό της ελληνικής επαρχίας των δεκαετιών '60-'70 και να βρει τη ζωή στην Αθήνα, πλάι στον ποιητή Νίκο Γκάτσο και ανάμεσα σε προσωπικότητες που σηματοδοτούν την πνευματική και πολιτιστική ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Η συγγραφέας, 52 χρόνων σήμερα, προσπαθώντας να ανασυνθέσει την ταυτότητά της με ποιητικό ρεαλισμό, αυτοαναλύεται χωρίς ίχνος μελοδραματισμού ή σκανδαλοθηρίας σ' ένα κείμενο γραμμένο με μιαν ανάσα, για να διαβαστεί επίσης με μιαν ανάσα, όπου ο πεζός λόγος εναλλάσσεται με στίχους τραγουδιών, ποιήματα, θεατρικούς μονολόγους και διαλόγους προσώπων υπαρκτών, μη επινοημένων.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

«Πουλάμε τη ζωή, χρεώνουμε τον θάνατο» ακουγόταν από το ραδιόφωνο μια τραγωδός στον ρόλο της Εκάβης.

«Ολα μού τα πήρατε! Τι άλλο θέλετε;» έλεγε μέσα σε λυγμούς η δική μου Εκάβη.

Τη χτυπούσαν, τη γονάτιζαν, την έσερναν απ' τα μαλλιά: ο Μενέλαος ήταν τώρα βρομόγρια· ο Αγαμέμνονας, μαυραγορίτισσα· ο Οδυσσέας, πανιασμένη τσούλα, σαν υπερτροφικό σκουλήκι.

Ο Πρίαμος παρέμενε κρεμασμένος στην πόρτα: το στόμα του ανοιχτό σε άναρθρη κραυγή· τα μάτια του χυμένα σε ασύντακτη κατάρα.

Οχι! Εμένα δε με λένε Αστυάνακτα. Είχα ωστόσο την ηλικία του και μια πέτρα στο χέρι.

Προσπαθούσα να πετύχω κάποιον απ' τους τρεις για να ξεφύγει η μάνα μου. Κι όπως τους σημάδευα, εκείνη τους φώναζε «Σκοτώστε με! Μη με τυραννάτε» κι εγώ βούρκωνα κι έχανα το στόχο κι έσφιγγα ακόμα πιο πολύ την πέτρα στη χούφτα μου. Κι άκουγα τότε τις φοβέρες τους: «Αμα ξανακατεβείς στο σοκάκι, θα σε σκοτώσουμε». «Θα σε θάψουμε μέσα στις πέτρες». «Δε θα σε βρει κανένας!»

Οι μισοί χωριανοί ήταν στα χωράφια και στα πρόβατα κι οι άλλοι μισοί στα ξερονήσια. Δυο-τρεις που έμεναν στο χωριό τούς έλεγαν ρουφιάνους ή δηλωσίες και κρύβονταν στα σπίτια τους. Εμενε και ο πατέρας μου, αλλά αυτός δεν μπορούσε να κάνει βήμα: ήταν ανάπηρος. Οχι από πόλεμο· η πολιομυελίτιδα τον βρήκε μόλις γύρισε από φαντάρος. Ευτυχώς που είχε μια φωτογραφία από τον στρατό για να θυμάται τη λεβεντιά του. Τώρα τον έλεγαν σοφό· κι ήταν, όταν ήταν ήρεμος. Οταν δεν τον εξευτέλιζαν χτυπώντας τη γυναίκα του και φοβερίζοντάς την «Αμα πεθάνει ο πατσαλός, ούτε για την κηδεία του δε θα μείνεις».

«Εχω την τσούπα μου!» επαναλάμβανε εκείνη σαν να παραμιλούσε.

Ναι, καταλάβαινα πως αρπαζόταν από μένα κι ένιωθα τα στραβά και κοκαλιάρικα ποδαράκια μου να ισιώνουν και να μπήγονται συμπαγή στο έδαφος για να μη λυγίσουν και πέσει, να την κρατήσουν γερά στον βράχο της ερημιάς μου.

......................................

Σε κάθε γράμμα του, μου έστελνε δακτυλόγραφους τους στίχους που ολοκλήρωνε και με ρωτούσε αν είχα ακούσει ποτέ κάποια από τις παλιές λέξεις που χρησιμοποιούσε. Παραξενεύτηκε που ήξερα τη λέξη «μπράτιμος», κι εγώ, επηρεασμένη από την έννοιά της του αδελφοποιητού -είχα ακούσει πως όταν ο προπάππος μου ήταν έφηβος έγινε μπράτιμος μ' έναν συνομήλικό του και κατέβηκαν μαζί από το Ξηρόμερο στα πεδινά να ημερέψουν τη γη που μόλις είχε ελευθερωθεί από τους Τούρκους, να την ξεχερσώσουν δηλαδή και να την πάρουν δική τους-, έκανα στον κύριο Γκάτσο μια καινούρια πρόταση: Να ερχόταν στο χωριό μου στις 17 Μαΐου, που είχα τα γενέθλιά μου.

Και ήρθε! Οχι όμως κατευθείαν: έπρεπε να τηρηθεί το σχετικό «πρωτόκολλο». Σταμάτησε στο Μεσολόγγι, στο ξενοδοχείο Θεοξένια, όπου είχε κλείσει δωμάτια για τον ίδιο και για τον κύριο Σπύρο -που, όπως φάνηκε αργότερα, ήταν απλώς για μια στάση, για να ξεκουραστούν από το ταξίδι- και περίμενε ώσπου ο δεύτερος να έρθει στο χωριό, να με πάρει και να με οδηγήσει... ενώπιόν του... a las cinco de la tarde.

Παρουσιάστηκα μπροστά του κατακόκκινη, λες και το πρόσωπό μου το τύλιγαν φλόγες· φορούσα μια ξεβαμμένη κόκκινη μακό μπλούζα, χακί παντελόνι σε στιλ μιλιτέρ και τις εμβληματικές για την εποχή ελβιέλες.

Εκείνος ήταν ένας καλοντυμένος κύριος με άσπρο πουκάμισο, μαύρη γραβάτα και σκούρο κοστούμι, μεγαλόσωμος, και στην ηλικία όχι πολύ μικρότερος από τον πατέρα μου, εμφανώς αριστοκράτης, με πρόσωπο που έλαμπε και με το βλέμμα του ζεστό όσο και η αγκαλιά του.

Τίποτα δεν πρόσεξα γύρω μου: ούτε το εσωτερικό του ξενοδοχείου ούτε τους ενοίκους του ή το προσωπικό του.

Τον κοίταζα και δεν ήξερα τι προσπαθούσα να καταλάβω.

«Πάμε», είπε στον κύριο Σπύρο, που ήταν εκεί, παρών, δεν είχε φύγει -και γιατί άλλωστε;-, αλλά εγώ δεν τον είχα αντιληφθεί. Επειτα είπε και σε μένα: «Οι γονείς σου θα ανησυχούν». Κι όταν καθίσαμε στο ταξί, στο πίσω κάθισμα, μου έκανε τη συνήθη ερώτηση: «Διάβασες κάτι καλό αυτές τις μέρες;».

«Ναι», του απάντησα αστραπιαία. «Το Κόκκινο βιβλιαράκι του Μάο!»

«Κι από ποιήματα;»

«Του Σεφέρη...»

«Και πώς σου φάνηκαν;»

«Σαν να τους βάζει ταβάνι· σαν να μην τα αφήνει ν' αγγίξουν τον ουρανό».

«Ετσι λες; Ο Σεφέρης πάντως είναι πολύ μεγάλος ποιητής. Δεν τον έχεις ανακαλύψει ακόμα».

Κι όπως τον κοίταξα εκείνη τη στιγμή, «στης άπλας λιμνοθάλασσας το φως», το πρόσωπό του μου φάνηκε στικτό σαν του Νερούδα, που είχα δει σε φωτογραφίες εφημερίδων. Κι ένιωσα δέος που ξαφνικά μού είχε γίνει η γη τόσο οικεία σαν να είχε κρεμάσει όλους τους παράλληλους και τους μεσημβρινούς της στα επί είκοσι πέντε χιλιόμετρα τηλεγραφόξυλα, κολόνες της ΔΕΗ και καλώδια του δρόμου που οδηγούσε από το Μεσολόγγι στο χωριό μου.

Το τραπέζι ήταν στρωμένο. Η μάνα μου περίμενε στην πόρτα. «Καλώς τον κύριο Νίκο!», είπε εκείνη και, πριν ο κύριος Νίκος ανταποδώσει με ένα «Καλώς σας βρήκα!», «Καλώς τον Γέροντα!», τον υποδέχτηκε ο πατέρας μου, καθισμένος στην πολυθρόνα του από ώρα. [...]

Εφυγαν κατά τις δέκα. Η μάνα μου τους έδωσε διάφορα καλούδια να τα μοιραστούν· εγώ έδωσα στον ποιητή μια επίπεδη πέτρα που πάνω της είχα σχεδιάσει με σινική μελάνη μια διαδήλωση κι όταν το επόμενο Σαββατοκύριακο ανέβηκα στην Αθήνα για να τον επισκεφτώ, την είδα πάνω στα χαρτιά του να τη χρησιμοποιεί σαν πρες παπιέ.

«Τώρα που σταμάτησα εγώ, πρέπει κι εσύ να σταματήσεις να μου μιλάς στον πληθυντικό. Και να πάψεις να με λες "κύριο Γκάτσο". Να με λες "Νίκο"» επέμενε, κρατώντας τα χέρια μου μέσα στα δικά του, τεράστια χέρια και κοιτάζοντάς με στα μάτια, όπως οι ειδικοί που προσπαθούν να κάνουν ένα μουγκό ή ένα κωφάλαλο παιδί να πει την πρώτη λέξη.

Το βράδυ -Σάββατο βράδυ- μου εξήγησε ότι θα πηγαίναμε να φάμε στου Φλόκα, στην οδό Πανεπιστημίου, όπου σύχναζε τα μεσημέρια, για να μου γνωρίσει έναν φίλο του, χωρίς να μου πει ποιον.

Εβαλα το ίδιο χακί παντελόνι -φρεσκοπλυμένο και καλοσιδερωμένο, σαν το σύμβολο της «νοικοκυρεμένης επανάστασης»-, ένα χακί μακό μπλουζάκι κι από πάνω, ανοιχτό, ένα επίσης χακί πουκάμισο σε στιλ μιλιτέρ, αλλά τώρα δε φορούσα τις ελβιέλες μου: φορούσα κάτι ταμπά μοκασίνια, που ήταν κι αυτά της μόδας, τουλάχιστον της επαρχιώτικης.

Ανεβήκαμε τα λιγοστά σκαλιά για τον χώρο του εστιατορίου και κατευθυνθήκαμε αριστερά, για το τραπέζι πίσω από την κολόνα. Κοίταζα γύρω με τα μάτια γουρλωμένα, σαν αγριμιού έτοιμου να ορμήσει.

«Ο Χατζιδάκις!» αναφώνησα σαν να μου ξέφυγε και ασυνείδητα έκανα ένα βήμα προς τα πίσω. Πόσο ντράπηκα που δεν είχα πει «Ο κύριος Χατζιδάκις!»...

«Καλώς ήρθες!», με υποδέχτηκε εκείνος και σηκώθηκε δίνοντάς μου το χέρι του, και, κοιτάζοντάς με με χαρά, με γλυκύτητα και πονηριά, συνέχισε: «Εγώ είμ' ο Μάνος. Ο Νίκος μού έχει πει πολλά για σένα· κάτσε κάτω!».

Κάθισα, όπως κι εκείνοι, μα σε αργό ρυθμό· μόλις είχα ανακαλύψει ότι τα σώματα είναι για να στηρίζονται πάνω τους τα κεφάλια και τα κεφάλια για να φιλοξενούν τα μάτια και να αιχμαλωτίζουν βλέμματα.

Φυσικά, τον Χατζιδάκι ποτέ δεν τον είπα Μάνο· πάντα κύριο Χατζιδάκι. Και για πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του, όταν αναφερόμουν σ' εκείνον, κύριο τον αποκαλούσα, παρά τις ενστάσεις των συνομιλητών μου ότι δεν αποκαλούμε κύριο κάποιον που δε βρίσκεται εν ζωή: «Κύριος με την έννοια του Θεού» τους απαντούσα. *

**Το βιβλίο της Αγαθής Δημητρούκα παρουσιάζεται την Τετάρτη 3 Νοεμβρίου, στις 20.00, στο PassPort, Καραΐσκου 119, πλατεία Κοραή, Πειραιάς. Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Αλέξανδρος Ασωνίτης και ο Γιώργος Χρονάς. Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Μάνια Παπαδημητρίου. Η Νένα Βενετσάνου, ο Μπάμπης Στόκας, ο Δώρος Δημοσθένους, ο Βασίλης Γισδάκης και η Αλεξία Μουστάκα θα ερμηνεύσουν τραγούδια της Αγαθής Δημητρούκα, που περιέχονται στο βιβλίο. Στο πιάνο, ο Λευτέρης Μιχαλόπουλος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Προδημοσίευση
Ποιος είναι ο Γιώργος Β. Μακρής;
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Προδημοσίευση
Πουλάμε τη ζωή xρεώνουμε τον θάνατο
Ποιος είναι ο Γιώργος Β. Μακρής;
Κριτική βιβλίου
Τ' άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι
Ω Θεών και ανθρώπων τύραννε...
Ο Θεός υπάρχει στην αμφιβολία
Ενας σημαντικός βιογράφος του Ροΐδη
Στη σκιά των γιγάντων με τα φώτα της ζωής τους
Η δημιουργία της μνήμης
Μελωδίες παραμυθιών με σύμβολα που αφυπνίζουν
Υβρεις προς θάνατον
Η αβάσταχτη μοναξιά μιας γυναίκας
Αυτοκράτορες σε μάχες χωρίς φιλίες και με τα παραμύθια της θάλασσας
Γυμνά πρόσωπα και προσωπεία
Θλίψεις σωμάτων σε άδεια δωμάτια
Οψεις ανάγνωσης
Η εικόνα δεν είναι σωστό να υπερισχύει του κειμένου
Συνέντευξη: Καίτη Κασιμάτη-Μυριβήλη
Στο Μουσικό Δωμάτιο με τέχνη και με λόγο
Συνέντευξη: Μάνια Καραϊτίδη
Αφθαρτη, νέα Εστία 125 χρόνων
Από τις 4:00 στις 6:00
Τραγούδια με χρόνια στην πλάτη τους...
Ο βασιλιάς του μπλουζ
Συνέντευξη: Κώστας Σπυριούνης
Οταν στα γραμματόσημα τιμούν τους θρύλους του ελληνικού τραγουδιού
Λογοτεχνία
Πορτρέτα ξένων συγγραφέων / Τζορτζ Ελιοτ
Άλλες ειδήσεις
Μεταφραστικό εργαστήριο ποίησης
Ο φιλαράκος («Μπελ αμί»)
Οι τελευταίες ημέρες του Εντγκαρ Αλαν Πόε / Η Μαρία Φακίνου, λέει
Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού