Έντυπη Έκδοση

ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Στο Μουσικό Δωμάτιο με τέχνη και με λόγο

Οταν η Αθήνα ήταν η ωραιότερη πόλη, η Νέα Υόρκη σε φωταγωγία και το Ηράκλειο της Κρήτης στο φως του Ηλιου

Ενα στοιχείο που χαρακτηρίζει την Καίτη Κασιμάτη-Μυριβήλη, που υπήρξε η αγαπημένη νύφη του Στράτη Μυριβήλη, είναι η αγάπη της για τη μουσική, τη λογοτεχνία και τις τέχνες.

Είναι αυτή η αγάπη που, σε συνδυασμό με την υψηλή παιδεία, τη συνεχή αναζήτηση της γνώσης και την οξυδερκή ματιά στα πράγματα, την επέβαλε στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ, όπου διηύθυνε επί χρόνια το Παράρτημα του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στη Νέα Υόρκη.

Εχει προηγηθεί βεβαίως μια μακρά πορεία, δηλαδή οι σπουδές της στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και αργότερα της Αθήνας, απ' όπου αποφοίτησε από το Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας και Συγκριτικής Λογοτεχνίας, και η επί μακρόν συνεργασία της με το Μορφωτικό Τμήμα της αμερικανικής πρεσβείας τη μεταπολεμική περίοδο.

Ηταν τότε που γνωρίστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Κάρολο Κουν, και γενικά με τους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους της Αθήνας. Η αρχή έγινε στο Music Room (το Μουσικό Δωμάτιο), όπου πολλοί μουσικοί και καλλιτέχνες πήγαιναν ν' ακούσουν κλασική και σύγχρονη μουσική. Η προσωπικότητά της και η έμφαση που έδωσε στην προβολή της μουσικής δεν ήταν δυνατό ν' αφήσουν ανεπηρέαστο τον Μάνο Χατζιδάκι, με τον οποίο συναντήθηκε σε δύο καθοριστικές χρονικές περιόδους της ζωής τους. Και αυτές μας παρουσιάζει.

Σήμερα, δεκαέξι χρόνια από την «απουσία» του συνθέτη, εν αναμονή της κυκλοφορίας δύο αγνώστων έργων του με μουσική για τον κινηματογράφο, τον θυμόμαστε όπως εκείνος ήθελε, τιμώντας την επέτειο των γενεθλίων του και όχι αυτήν του θανάτου του.

ΘΑΝΟΣ ΦΩΣΚΑΡΙΝΗΣ: Πείτε μου πώς γνωρίσατε τον Μάνο Χατζιδάκι;

ΚΑΙΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ: Βρισκόμαστε στη δεκαετία του '50. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου τα διάφορα ξένα Ινστιτούτα άρχισαν να επαναλειτουργούν και να διοργανώνουν προγράμματα πολιτιστικών εκδηλώσεων. Οπως όλες οι πρεσβείες, έτσι και η αμερικανική, συμμετείχε κι αυτή με τη δημιουργία της Αμερικανικής Βιβλιοθήκης, η οποία στεγάστηκε σ' ένα ωραίο παλαιό κτήριο στην οδό Σταδίου, δίπλα στο τότε ζαχαροπλαστείο του πιανίστα Γιάκοβλεφ, το γνωστό «Πέτρογκραντ», και απέναντι από το πατάρι του Λουμίδη. Η Βιβλιοθήκη βρισκόταν στο ισόγειο του κτηρίου. Τα γραφεία και άλλα τμήματα βρίσκονταν στον ημιώροφο. Εκεί στον ημιώροφο, σε μια αρκετά μεγάλη αίθουσα, βρισκόταν το Μουσικό Τμήμα, γνωστό τότε ως Music Room. Ημουν η υπεύθυνη υπάλληλος για τη λειτουργία του. Εκει ερχόταν τακτικά ο Μάνος Χατζιδάκις, γνωριστήκαμε και από τότε είχα τη χαρά μιας φιλίας και συνεργασίας που κράτησε ώς το τέλος.

Θ.Φ.: Μπορείτε να μας περιγράψετε τον χώρο του Music Room;

Κ.Μ.: Στον έναν τοίχο, αριστερά μπαίνοντας, ήταν ράφια με βιβλία και δίσκους, στο βάθος απέναντι, το τεράστιο πικάπ και τα μεγάφωνα, ο δεξιός τοίχος είχε παράθυρα και τέλος, στον τέταρτο τοίχο, δίπλα στην πόρτα, βρισκόταν το γραφείο του υπαλλήλου. Απέναντι στο γραφεί0 ήταν τοποθετημένες σειρές από καθίσματα για τους ακροατές. Η χωρητικότητα της αίθουσας ήταν γύρω στα εξήντα άτομα. Το πικάπ ήταν τεράστιο, γιατί οι δίσκοι βινυλίου 33 στροφών είχαν διάμετρο περί τα 60 εκατοστά και χρειάζονταν ειδικό πικάπ για να παιχτούν. Εκτός από έναν αριθμό βιβλίων για τη Μουσική, υπήρχε μια μεγάλη συλλογή δίσκων κλασικής μουσικής και μερικοί είχαν και συγκροτήματα της τζαζ.

Θ.Φ.: Τι είδους δίσκους κλασικής μουσικής είχατε;

Κ.Μ.: Ηχογραφήσεις συναυλιών, σπάνιες εκτελέσεις από τις μεγαλύτερες αμερικανικές ορχήστρες, υπό τη διεύθυνση κορυφαίων μεάστρων, όπως π.χ. του Δημήτρη Μητρόπουλου, του Μπρούνο Βάλτερ, του Ευγένιου Ορμαντι, του Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, αλλά υπήρχαν και παλαιότερες ηχογραφήσεις, όπως συναυλίες υπό τη διεύθυνση του Τοσκανίνι. Ηταν δηλαδή μια δισκοθήκη μοναδική σε πλούτο, που δεν κυκλοφορούσε στο εμπόριο. Κατά την περίοδο του Πολέμου οι διάφορες αμερικανικές ορχήστρες είχαν προσφέρει ηχογραφήσεις συναυλιών τους στο κράτος για την αναψυχή των στρατευμένων. Αυτοί οι δίσκοι παίζονταν σε ειδικά μεγάλα πικάπ, τα οποία μάλιστα μπαλαντζάριζαν για να μπορούν να παίζουν και πάνω σε πλοία που ταξίδευαν στους ωκεανούς. Οταν αργότερα έκλεισε η βιβλιοθήκη, γιατί το θαυμάσιο αυτό κτήριο έπρεπε να κατεδαφιστεί, για να χτιστεί ένα ακόμα πολυώροφο, όλοι αυτοί οι δίσκοι έπρεπε να εξαφανιστούν, και τους κατέστρεψαν. Η Βιβλιοθήκη εδώ και χρόνια βρίσκεται στην Ελληνοαμερικανική Ενωση, στην οδό Μασσαλίας, χωρίς όμως Music Room.

Θ.Φ.: Γιατί αυτή η καταστροφή;

Κ.Μ.: Λόγοι κόπιραϊτ επέβαλαν την εξαφάνισή τους, γιατί οι συναυλίες αυτές ήταν δωρεά των μουσικών στην κυβέρνησή τους για τον Πόλεμο και υπήρχε απαγόρευση για κάθε άλλου είδους χρήση. Οταν έμαθε ο Μάνος την καταστροφή τους, έγινε έξαλλος για τον χαμό ενός τέτοιου σπάνιου θησαυρού.

Θ.Φ.: Πώς λειτουργούσε ακριβώς το Music Room;

Κ.Μ.: Η είσοδος ήταν ελεύθερη. Μπαίνοντας στην αίθουσα, οι ακροατές έπαιρναν αριθμό προτεραιότητος και δήλωναν τον τίτλο του μουσικού έργου που επιθυμούσαν να ακούσουν. Στη συνέχεια, κάθονταν στη θέση τους και περίμεναν να 'ρθει η σειρά τους για ν' ακούσουν το κομμάτι της επιλογής τους. Επειδή δεν υπήρχαν τότε ατομικά ακουστικά, μέχρι να 'ρθει η σειρά τους άκουγαν τα έργα που είχαν παραγγείλει οι προηγούμενοι. Αργότερα ετοίμαζα με τους δίσκους προγράμματα για τις απογευματινές ώρες, και τα τύπωνα σε χαρτιά για τους ακροατές κι ένα απ' αυτά το κρεμούσα απ' έξω, πάνω στην πόρτα. Ακολουθούσα την κλασική δομή των συναυλιών. Το πρόγραμμα άρχιζε π.χ. με μια Εισαγωγή, ακολουθούσε ένα κοντσέρτο για πιάνο, βιολί ή ύστερα κάποιο άλλο όργανο και ύστερα από μια σύντομη παύση ακολουθούσε μια Συμφωνία· τελειώναμε μ' ένα συμφωνικό ποίημα. Είχαμε προγράμματα με προκλασική μουσική ή αφιερωμένα σ' έναν μεγάλο συνθέτη, καθώς και ειδικά βράδια με τζαζ.

Θ.Φ.: Τι είδους κοινό σύχναζε στο Music Room;

Κ.Μ.: Κάθε ηλικίας και προελεύσεως. Κυρίως όμως νέοι, που όταν ανακάλυπταν αυτόν τον τόπο συναντήσεων, που ανέξοδα προσέφερε μια ακουστική πανδαισία, γίνονταν τακτικοί θαμώνες. Αλλωστε, την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν και πολλά ενδιαφέροντα συμβάντα στην Αθήνα. Ετσι το Music Room έγινε κέντρο συναντήσεως νέων καλλιτεχνών. Μέσα στους τακτικούς θαμώνες ήταν λογοτέχνες, όπως ο Νίκος Καρούζος, ο Μένης Κουμανταρέας, ο Μίμης Χριστοδούλου, ο Παντελής Καλιότσος, ο γλύπτης Τάκης, οι συνθέτες Γιώργος Σισιλιάνος, Μάνος Χατζιδάκις, Αργύρης Κουνάδης. Ακόμα και ο Μίκης Θεοδωράκης ερχόταν για να ακούσει Σοστακόβιτς, του οποίου έργα σπάνια έβρισκε κανείς τότε στην Αθήνα. Αυτή η μικρή γωνιά είχε γίνει ένα ιδιαίτερο στέκι, για νέους καλλιτέχνες και άλλους.

Θ.Φ.: Τι έργα άκουγε ο Μάνος;

Κ.Φ.: Εκτός από τους αγαπημένους συνθέτες, όπως ήταν ο Μάλερ και ο Προκόφιεφ, ο Μάνος μελετούσε με προσοχή σύγχρονους συνθέτες όπως τον Ααρον Κόπλαντ, τον Τσάρλς Αϊβς, που θαύμαζε ιδιαίτερα, τον Σάμουελ Μπάρμπερ, τον Λούκας Φος και άλλους. Τις όπερες του Τζ. Κ. Μενότι, το «Μέντιουμ» και τον «Πρόξενο», τις πρωτάκουσε στο Music Room και αργότερα γνωρίστηκε με τον Μενότι και συνεργάστηκαν για το ανέβασμά τους στη Λυρική Σκηνή. Θυμάμαι ότι μια μέρα ο Μάνος ζήτησε ν' ακούσει την 4η Συμφωνία του Μάλερ και την άκουσε όχι μία, αλλά τέσερις φορές.

Στα μέσα της δεκαετίας το '50 ο Μάνος ήταν ήδη ο αγαπημένος νέος συνθέτης στην Αθήνα. Είχε βγει ο δίσκος του «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα», που ερμήνευσε ο Κάτσιεν στο ρεσιτάλ του, είχε κάνει την περίφημη παρουσίαση του Τσιτσάνη σε διάλεξή του, είχε γράψει μουσική για θεατρικά έργα που ανέβαζε ο Κουν στο Θέατρο Τέχνης, όπως «Λεωφορείο ο Πόθος» (Χάρτινο το φεγγαράκι) του Τενεσί Ουίλιαμς, «Ματωμένος Γάμος» του Λόρκα και άλλα.

Θ.Φ.: Ποιοι άλλοι ήταν στην παρέα σας με τον Μάνο Χατζιδάκι;

Κ.Μ.: Ηταν μια μεγάλη παρέα, οι Κουνδουραίοι (Ρούσσος, Νίκος και Γιώργος), η Λένα Τσούχλου, ο Αγης Μεταξόπουλος, ο Μάνος Χατζιδάκις, η Χριστίνα Ζιούδρου και διάφοροι άλλοι νέοι, που δεν θυμάμαι τώρα τα ονόματά τους. Βρισκόμασταν τα βράδια στο «Βυζάντιο», το γνωστό παλιό καφενείο στην πλατεία Κολωνακίου. Κάθε φορά που ο Μάνος ήταν να παίξει κάπου πιάνο, μάς ειδοποιούσε κι εμείς ακολουθούσαμε. Τον καλούσε, λ.χ., ο Μαυροείδης ο ζωγράφος, που τότε έμενε στο μέγαρο Μελά, στη Βασ. Σοφίας, ή ο Αλέκος Πατσιφάς, ο μετέπειτα ιδρυτής της δισκογραφικής εταιρείας «Λύρα». Και ήταν στο σπίτι του τελευταίου, σε μια κάπως επίσημη βραδιά, που κάλεσε ορισμένους φίλους του Μάνου και πολλούς δικούς του, όταν ο Μάνος πρωτοπαρουσίασε στο πιάνο τα τότε καινούρια του τραγούδια, το Αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι, το Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι και δυο-τρία άλλα. Είχε γράψει τότε και τη μουσική για το πρώτο έργο του Νίκου Κούνδουρου Μαγική πόλη και τα βράδια περνούσε ο Νίκος απ' τα σπίτια μας και μας έπαιρνε μ' ένα αυτοκίνητο, πηγαίναμε στην Τρούμπα και παρακολουθούσαμε τα γυρίσματα.

Θ.Φ.: Η δική σας εμπλοκή με τη μουσική ξέρω ότι δεν σταματά εδώ.

Κ.Μ.: Πράγματι. Στο πλαίσιο του προγράμματος πολιτιστικών ανταλλαγών Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών η διεύθυνση του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας σε συνεργασία με το Μορφωτικό Τμήμα της αμερικανικής πρεσβείας εξασφάλισε την παραλαβή εβδομαδιαίων ηχογραφημένων συναυλιών της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης, που δίνονταν κάθε Κυριακή στο Κάρνεγκι Χολ, καθώς και ηχογραφήσεις παραστάσεων της Μετροπόλιταν Οπερα της Νέας Υόρκης. Οι συμφωνικές αυτές συναυλίες μεταδίδονταν στο Πρώτο Πρόγραμμα κάθε Κυριακή πρωί, στις 10.00, με διάρκεια μιάμιση με δύο ώρες, και οι όπερες, κάθε Παρασκευή βράδυ, επίσης στο Πρώτο Πρόγραμμα του ΕΙΡ. Ως υπεύθυνη αυτών των μεταδόσεων έγραφα και εκφωνούσα τις παρουσιάσεις και αναλύσεις των έργων. Είχα πάντα τη συμπαράσταση του Μάνου, ο οποίος μόλις έφταναν οι ταινίες απ' τη Ν. Υόρκη ερχόταν και τις άκουγε στο γραφείο μου, στο Μετοχικό Ταμείο, πριν μεταδοθούν στο Ραδιόφωνο.

Θ.Φ.: Εκτός από τη μουσική ξέρω όμως πως έχετε ασχοληθεί και με το θέατρο.

Κ.Μ.: Παράλληλα με τις μουσικές εκπομπές, ήμουν υπεύθυνη και για μια θεατρική σειρά. Με συνεργάτες ένα θαυμαστό επιτελείο, τον Νίκο Γκάτσο, τον Κάρολο Κουν, τον Αλέξη Σολόμό, τον Λάμπη Μυριβήλη και τον Μίνω Βολονάκη επιλέγαμε ορισμένα από τα σημαντικότερα διηγήματα κλασικών αμερικανών συγγραφέων του 19ου αιώνα. Κι αυτό, για ν' αποφύγουμε την τροχοπέδη των κοπιράιτ, δηλαδή των πνευματικών δικαιωμάτων, που θα ήταν πολύ υψηλά αν παρουσιάζαμε σύγχρονους αμερικανούς συγγραφείς. Τα επιλεγμένα έργα μετά τη μετάφρασή τους ακολουθούσε η διασκευή τους σε θεατρική φόρμα κι έτσι μεταδόθηκαν για πρώτη φορά στο ραδιόφωνο διηγήματα των συγγραφέων Χέρμαν Μέλβιλ, Ε. Αλαν Πόε, Ναθάνιελ Χόθορν, Λόνγκφελοου κάθε Πέμπτη βράδυ, στο Πρώτο Πρόγραμμα του Ε.Ι.Ρ. Σκηνοθέτες αυτής της σειράς ήταν ο Κάρολος Κουν, με ηθοποιούς του Θεάτρου Τέχνης, και ο Αλέξης Σολομός, με ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου. Με δυσκολία έπεισα τον Κάρολο Κουν να συνεργαστεί με το ραδιόφωνο, γιατί, όπως είναι γνωστό, είχε αποκλείσει από τις επιλογές του και απαγόρευε στους ηθοποιούς του να παίζουν στο ραδιόφωνο και αργότερα στην τηλεόραση. Οι ηχογραφήσεις γίνονταν σ' ένα μικρό στούντιο, στο υπόγειο του Μετοχικού Ταμείου. Οταν ήταν έτοιμες, στέλνονταν οι ταινίες στα στούντιο του Ζαππείου. Εκτοτε κανείς δεν ξέρει τι έχουν απογίνει αυτές οι θαυμάσιες και σπάνιες ηχογραφήσεις. Μακάρι να μην έχουν καταστραφεί.

Θ.Φ.: Θα ήθελα να μου πείτε κάτι που θυμάστε έντονα από τις αναμνήσεις σας με τον Μάνο.

Κ.Μ.: Ναι, υπάρχει μια ξεχωριστή βραδιά που τη ζήσαμε μαzί πριν από πολλά χρόνια, το 1955. Πριν όμως φτάσω σ' εκείνη τη βραδιά θα πρέπει να εξηγήσω ορισμένα σχετικά με την τότε εργασία μου. Ενα άλλο από τα καθήκοντά μου ως βοηθού του μορφωτικού ακόλουθου ήταν το πρόγραμμα των λογοτεχνικών μεταφράσεων και το πρόγραμμα των πολιτιστικών ανταλλαγών. Ενας αριθμός ελλήνων καλλιτεχνών και συγγραφέων επισκέφθηκαν τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Κάρολος Κουν, ο Γιώργος Κατσίμπαλης, ο Αγγελος Τερζάκης και άλλοι, επίσης το Εθνικό μας Θέατρο, με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή. Το ίδιο συνέβαινε και από την άλλη πλευρά. Ανάμεσα στους Αμερικανούς που επισκέφθηκαν τη χώρα μας, στο πλαίσιο των ανταλλαγών, ήταν οι συγγραφείς Γουίλιαμ Φόκνερ, Τζον Στάινμπεκ, Γ. Σαρόγιαν, Σολ Μπέλοου, Αλαν Γκίνσμπεργκ κ.ά. Ενα από τα συγκροτήματα που ήρθαν στην Αθήνα από τη Νέα Υόρκη ήταν μια ορχήστρα τζαζ, η οποία αποτελούνταν από μαύρους μουσικούς, υπό τη διεύθυνση του τρομπετίστα και μαέστρου της ορχήστρας Ντίζι Γκιλέσπι, ένα από τα ιερά τέρατα της τζαζ. Ενορχηστρωτής της ορχήστρας και πιανίστας ήταν ο, νέος τότε και αργότερα διάσημος συνθέτης τής τζαζ, Κουίνσι Τζόουνς.

Θ.Φ.: Δηλαδή αυτός που έγινε αργότερα παραγωγός του δίσκου «Το χαμόγελο της Τζοκόντα».

Κ.Μ.: Ναι. Ο διάσημος πλέον Κουίνσι Τζόουνς ήταν τότε ο πιανίστας της ορχήστρας τού Γκιλέσπι. Δόθηκαν 3 συναυλίες στο Θέατρο «Ρεξ», τις οποίες φυσικά παρακολούθησε ο Μάνος και γνωρίστηκε με τους μουσικούς. Επειδή οι προσκλήσεις γι' αυτές τις συναυλίες βασίζονταν σε πρωτόκολλο, ο Γκιλέσπι δεν ήταν και πολύ ικανοποιημένος με το κοινό των συναυλιών και ζήτησε να προσφέρει μια συναυλία αποκλειστικά για φοιτητές με ελεύθερη είσοδο. Εκείνο το βράδυ έγινε πανζουρλισμός. Ο φοιτητόκοσμος κατέκλεισε το θέατρο, οι νέοι κρέμονταν σαν τσαμπιά σταφύλια από τα θεωρεία, χειροκροτούσαν και φωνάζαν το όνομα του Γκιλέσπι. Οταν τελείωσε η συναυλία, όρμησαν στη σκηνή, σήκωσαν τον Γκιλέσπι στα χέρια και τον κατέβασαν μέχρι την Ομόνοια. Την άλλη μέρα το απόγευμα είχαμε συνάντηση με τον Αχιλλέα Μαμάκη στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου, για συνεντεύξεις με τους Γκιλέσπι και Κ. Τζόουνς για την εκπομπή του «Το θέατρο στο μικρόφωνο». Μαζί είχε έρθει και ο Μάνος και όταν τελείωσαν οι συνεντεύξεις, ήταν πια αργά το βράδυ, ο Μάνος πρότεινε να τους πάμε κάπου να φάμε, και αποφάσισε να πάμε στου Τσιτσάνη, κάτω στις Τζιτζιφιές. Εξηγήσαμε στους φίλους ποιος ήταν ο Τσιτσάνης και ξεκινήσαμε. Ο Τσιτσάνης μάς δέχτηκε με χαρά και αρχοντιά, εφόσον ο Μάνος τού σύστησε τους αμερικανούς μουσικούς και αναφέρθηκε στη μουσική τους. Οι ξένοι τόσο πολύ ενθουσιάστηκαν με τη μουσική και τα τραγούδια που άκουγαν απ' τον Τσιτσάνη και τον Παπαϊωάννου, ώστε κάποια στιγμή ο Τσιτσάνης ζήτησε από τον Γκιλέσπι και τον Τζόουνς να παίξουν κάτι όλοι μαζί. Ανέβηκαν στο πάλκο και οι δύο. Ο μεν Κουίνσι Τζόουνς κάθησε στο πιάνο, ο Γκιλέσπι έπαιζε την τρομπέτα του και ο Τσιτσάνης μπουζούκι, δημιουργώντας ένα απίστευτο jam session (αυτοσχεδιασμοί) ανεπανάληπτο. Ακόμα λυπάμαι που δεν είχαμε μαζί μας ένα φορητό μαγνητόφωνο να ηχογραφήσουμε αυτή την τόσο ασυνήθιστη μουσική που έβγαινε από τους αυτοσχεδιασμούς. Καθήσαμε ώς τα ξημερώματα.

Θ.Φ.: Νομίζω συναντηθήκατε κι άλλες φορές με τον Μάνο.

Στην περίοδο της δικτατορίας, το 1972, βρεθήκαμε στη Νέα Υόρκη. Ηταν σε πολύ καλή φόρμα και μιλούσε για τον δίσκο που θα έβγαινε εκείνη τη χρονιά, τον Μεγάλο Ερωτικό, ένα από τα σημαντικότερα και ωραιότερα έργα του. Στην κουβέντα επάνω τον ρώτησα κάτι σχετικά με το Οσκαρ που είχε πάρει και μου διηγήθηκε μια αστεία ιστορία. Μια μέρα στο ξενοδοχείο όπου έμενε, μετά το Οσκαρ, εμφανίστηκαν μπροστά του δύο κύριοι με άσπρα κοστούμια, μαύρα πουκάμισα και λευκές γραβάτες. Ηταν σταλμένοι από τη Μαφία για τα ποσοστά τους.

Θ.Μ.: Από τη Μαφία;

Κ.Μ.: Ναι. Είχαν έρθει να εισπράξουν τα ποσοστά τους από τα χρήματα του Οσκαρ. Ο Μάνος φυσικά αιφνιδιάστηκε. «Κι εσύ τι έκανες, Μάνο;» «Εγώ δέχτηκα αμέσως. Τι άλλο να 'κανα, θα τα έβαζα με τη Μαφία; Δεν τρελάθηκα». Και μάλιστα επειδή οι μαφιόζοι πίστευαν ότι μετά τη μεγάλη επιτυχία ο Μάνος θα έμενε στην Αμερική, θα έβγαζε και άλλους δίσκους και θα κέρδιζε πολλά χρήματα, του έστειλαν μήνυμα. Δέχτηκε λοιπόν πρόσκληση από κάποιους αρχιμαφιόζους στο Λας Βέγκας να πάει εκεί για να κανονίσουν τις συμφωνίες τους. Ο Μάνος εκεί δείλιασε. Αλλά για καλή του τύχη ο ένας απ' τους δύο μαφιόζους που τον επισκέφθηκαν, τον είχε συμπαθήσει και στη συνέχεια έγιναν φίλοι. Του εξήγησε ο Μάνος ότι δεν πρόκειται να μείνει στην Αμερική, αλλά θα γύριζε στην Ελλάδα, όπου δεν υπήρχαν πολλά λεφτά. Τότε ο μαφιόζος τον συμβούλεψε πώς να φερθεί και τι να πει στους αρχιμαφιόζους στο Λας Βέγκας για να αποφύγει περαιτέρω συνεργασίες. Ο Μάνος ακολούθησε τις συμβουλές του κι έτσι το θέμα έληξε.

Θ.Φ.: Ξέρω ότι συνεργαστήκατε στον Μουσικό Αύγουστο, το 1981.

Κ.Μ.: Ναι. Τον Ιανουάριο του 1981 μου τηλεφώνησε ο Μάνος και μου είπε ότι διοργανώνει ένα ετήσιο φεστιβάλ (αν και ο όρος φεστιβάλ δεν του άρεσε καθόλου), τον Μουσικό Αύγουστο, στο Ηράκλειο της Κρήτης. Μου ζήτησε λοιπόν να αναλάβω τη διεύθυνση αυτών των εκδηλώσεων. Είχε ήδη κατασταλάξει στις επιλογές και προσκλήσεις των Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Ημουν ελεύθερη μετά την παραίτησή μου, το 1968, από την αμερικανική πρεσβεία και δέχτηκα με μεγάλη χαρά. Πήγαινα σπίτι του και από κει αρχίζαμε τη συνεργασία, τηλεφωνήματα, αλληλογραφία με καλλιτέχνες, ταξιδιωτικούς πράκτορες, επαφές με τις δημαρχιακές αρχές του Ηρακλείου. Εναν μήνα πριν από τις μουσικές γιορτές μού ζήτησε να τον αντικαταστήσω στο Τρίτο Πρόγραμμα, λόγω αυξημένων υποχρεώσεων που είχε. Πήγαινα στο γραφείο του και σε συνεχή τηλεφωνική επαφή μαζί του διεκπεραίωνα τις τρέχουσες υποχρεώσεις του υπό τις οδηγίες του. Μετά, κατεβήκαμε δυό φορές στο Ηράκλειο για να προετοιμάσουμε τους χώρους των εκδηλώσεων, σε συνεργασία πάντα με τον δήμαρχο του Ηρακλείου. Ο Μουσικός Αύγουστος είχε ένα καταπληκτικό πρόγραμμα. Ο Μάνος γνώριζε τι γινόταν στον τομέα της καλλιτεχνικής δημιουργίας διεθνώς. Ηξερε ποιοι είναι και πού βρίσκονται οι καλύτεροι τραγουδιστές, νέοι συνθέτες και διευθυντές ορχήστρας. Οι επιλογές του ήταν αλάνθαστες. Εκείνο το καλοκαίρι το Ηράκλειο χαμογέλασε, ζωντάνεψε με τα προγράμματα, που άρχιζαν από το πρωί στις 10.00 και τελείωναν τα μεσάνυχτα. Το πρόγραμμα διέθετε μια τεράστια ποικιλία. Συναυλίες κλασικής μουσικής από διάφορες χρονικές περιόδους, θέατρο, κινηματογράφο, εκθέσεις ζωγραφικής, γλυπτικής και φωτογραφιών. Κι όλα αυτά ήταν μοιρασμένα σχεδόν σ' όλη την πόλη. Σε ανοιχτούς κήπους, σε παλιά κάστρα, σε εκκλησιές, σε κλειστά και ανοιχτά θέατρα, όλη η πόλη ένα πανηγύρι. Ανάμεσα στους καλεσμένους του στο Ηράκλειο ήταν ο Αργεντινός συνθέτης Αστορ Πιατσόλα, η περίφημη ερμηνεύτρια των τάγκο και της μιλόγκα, η Σουζάνα Ρινάλντι από την Αργεντινή, ο ιταλός συνθέτης Νίκολα Πιοβάνι και η ηθοποιός και τραγουδίστρια από το Πίκολο Τεάτρο του Μιλάνου Λίνα Σάστρι. Τραγούδια σε ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ ερμήνευσε η Γκιζέλα Μάι, συνοδευόμενη από την ορχήστρα της (Μπερλίνερ Ανσάμπλ). Ευτυχώς οι αρχές του Ηρακλείου μάς παρείχαν ό,τι χρειαζόμασταν. Ετσι έγινε ο «Μουσικός Αύγουστος '81», τον οποίο ο Μάνος σχεδίαζε να επαναλάβει και να συνεχίσει.

Θ.Φ.: Και φυσικά η πραγματοποίηση του όλου προγράμματος δεν ήταν εύκολη υπόθεση.

Κ.Μ.: Καθόλου. Βρισκόμασταν σε διαρκή κινητικότητα. Κι όλα τα προβλήματα έπρεπε να αντιμετωπίζονται με μεγάλη ταχύτητα, αστραπιαία. Εκεί θαύμασα τον Μάνο. Πόσο σωστός, πόσο δίκαιος ήταν, και τι θαυμάσιος οικοδεσπότης. Πώς ήξερε να φερθεί στους καλεσμένους του, με διακριτικότητα και αρχοντιά.

Θ.Φ.: Δεν υπήρξαν και παρατράγουδα;

Κ.Μ.: Είναι γνωστό πως οι άνθρωποι που πάσχουν από σάκχαρο είναι παρορμητικοί και οξύθυμοι. Φυσικά είχε και στιγμές με εξάψεις και εκρήξεις. Θυμάμαι, είχαμε μια απογευματινή συναυλία στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου (12 Αυγούστου 1981), με τη μεσόφωνο Καίτη Κοπανίτσα σε κλασικά γαλλικά τραγούδια. Είχε αρχίσει η συναυλία και ο Μάνος κι εγώ μπαινοβγαίναμε στην είσοδο παρακολουθώντας την κίνηση. Ξαφνικά εμφανίζονται τρεις νεαροί, μας πλησιάζουν και αρχίζουν να του επιτίθενται φραστικά. Ο Μάνος προσπάθησε ήπια και ευγενικά να συνδιαλλαγεί μαζί τους, αλλά αυτοί ήταν καθαρά επιθετικοί και μόνο τη συνεννόηση δεν επεδίωκαν. Τον προσέβαλαν. «Τι θέλετε και ήρθατε, μήπως για να μας μορφώσετε; Δεν έχουμε ανάγκη τα φώτα σας». Οταν, επιτέλους, έφυγαν, ο Μάνος είχε γίνει ράκος από τη στενοχώρια. Το ίδιο βράδυ ήταν προγραμματισμένη άλλη συναυλία στο Μικρό Θέατρο του Κήπου. Εκεί που στεκόμουν τον βλέπω να με πλησιάζει φανερά εκνευρισμένος. «Ξέρεις ποιος ήρθε; Είναι εδώ ένας απ' αυτούς που εμφανίστηκαν το απόγευμα. Είναι εκεί, κάθεται στη 14η σειρά. Πρέπει να φύγει αμέσως, γιατί δεν θα γίνει η συναυλία μ' αυτόν εδώ». Προσπάθησα να τον ηρεμήσω, λέγοντας ότι δεν μπορούμε να τον διώξουμε αφού θα έχει εισιτήριο. Ανένδοτος ο Μάνος. «Ή εκείνος ή εγώ». Η ώρα περνούσε και φοβόμουν για τη συναυλία. Αλλά τελικά μαζί με τον Γιώργο Κουρουπό τον πείσαμε, επικράτησε η λογική και η συναυλία έγινε με κάποια καθυστέρηση.

Θ.Φ.: Θα θέλατε να μας πείτε κάτι ακόμα;

Κ.Μ.: Νομίζω πως είπα ήδη πολλά. Θα ήθελα απλώς να τονίσω μία από τις αρετές του. Ηταν πραγματικά γενναιόδωρος. Ισως ξέρετε και εσείς ότι συντηρούσε δύο γηραιές κυρίες. Εμεναν κοντά στον «Μαγεμένο αυλό», πήγαινε και τις έβλεπε συχνά. Βοηθούσε όπου έβλεπε ότι υπήρχε ανάγκη. Νομίζω πως θα ήταν καλό να κλείσουμε αυτή την περιπλάνηση στις αναμνήσεις μ' ένα σύντομο απόσπασμα από την εισαγωγή του στον κατάλογο του «Μουσικού Αυγούστου '81».

«...Γιατί πάντα μ' ελκύει η παρακμή, και μάλιστα όταν διαθέτει αναγεννησιακή μεγαλοπρέπεια. Και το Ηράκλειο προσφέρει, από τη φύση του, ερωτισμό και νόηση. Στοιχεία και τα δύο ικανά για να σφραγίσουν την πόλη με χρώματα πορφύρας κι ανοιχτού γαλάζιου, και μ' όλη την αίσθηση μιας... "εν ακμή ευρισκομένης Παρακμής" ...χαρακτηριστικό πνευματικής κι έντονης διανόησης. ...γιατί εν Ηρακλείω η αρχή, αδιάκοπα επαναλαμβάνεται και η πόλη αδημονεί να ξεχυθεί απ' τα τείχη που την περιζώνουν για να χαθεί στο άπειρο, χορεύοντας σούστα και πεντοζάλη...». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Προδημοσίευση
Πουλάμε τη ζωή xρεώνουμε τον θάνατο
Ποιος είναι ο Γιώργος Β. Μακρής;
Κριτική βιβλίου
Τ' άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι
Ω Θεών και ανθρώπων τύραννε...
Ο Θεός υπάρχει στην αμφιβολία
Ενας σημαντικός βιογράφος του Ροΐδη
Στη σκιά των γιγάντων με τα φώτα της ζωής τους
Η δημιουργία της μνήμης
Μελωδίες παραμυθιών με σύμβολα που αφυπνίζουν
Υβρεις προς θάνατον
Η αβάσταχτη μοναξιά μιας γυναίκας
Αυτοκράτορες σε μάχες χωρίς φιλίες και με τα παραμύθια της θάλασσας
Γυμνά πρόσωπα και προσωπεία
Θλίψεις σωμάτων σε άδεια δωμάτια
Οψεις ανάγνωσης
Η εικόνα δεν είναι σωστό να υπερισχύει του κειμένου
Συνέντευξη: Καίτη Κασιμάτη-Μυριβήλη
Στο Μουσικό Δωμάτιο με τέχνη και με λόγο
Συνέντευξη: Μάνια Καραϊτίδη
Αφθαρτη, νέα Εστία 125 χρόνων
Από τις 4:00 στις 6:00
Τραγούδια με χρόνια στην πλάτη τους...
Ο βασιλιάς του μπλουζ
Συνέντευξη: Κώστας Σπυριούνης
Οταν στα γραμματόσημα τιμούν τους θρύλους του ελληνικού τραγουδιού
Λογοτεχνία
Πορτρέτα ξένων συγγραφέων / Τζορτζ Ελιοτ
Άλλες ειδήσεις
Μεταφραστικό εργαστήριο ποίησης
Ο φιλαράκος («Μπελ αμί»)
Οι τελευταίες ημέρες του Εντγκαρ Αλαν Πόε / Η Μαρία Φακίνου, λέει
Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού