Έντυπη Έκδοση

Η καρδιά της βιομηχανίας χτυπά στις ελληνικές φαβέλες

Μια λάθος στροφή και χάνεσαι στο βιομηχανικό τοπίο του Ταύρου, στα σύνορα με τον Ελαιώνα, πίσω από την Ιερά Οδό, όπου οι φάμπρικες συνορεύουν με τα εργοτάξια και τις βιοτεχνίες.

Από παντού έρχεται η ίδια μυρωδιά, αυτή της βαριάς βιομηχανίας που κάθεται στο λαιμό και σου στεγνώνει το σάλιο. Ακόμα και ένας έμπειρος στη γεωγραφία της περιοχής, όπως ο σκηνοθέτης Χρήστος Καρακέπελης, μπορεί να λοξοδρομήσει. Για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ «Πρώτη ύλη» εδώ και πέντε χρόνια έχει ξεψαχνίσει την περιοχή.

Παρ' όλο που με προειδοποιεί ότι «ο μαχαλάς είναι ανοιχτής αρχιτεκτονικής», δεν αργεί να βρει τις σωστές συντεταγμένες και να εντοπίσει την «τρύπα» που ψάχνουμε. Την είσοδο στον κόσμο των Αλβανών Τσιγγάνων. Οι μαχαλάδες, που θυμίζουν βραζιλιάνικες φαβέλες, 12 συνολικά, είναι σκορπισμένοι στη γύρω περιοχή, εκεί όπου χτίζεται το νέο γήπεδο του Παναθηναΐκού. Σαν μυρμηγκοφωλιές έχουν είσοδο από μια τρύπα και έξοδο από μια άλλη.

Εσπασε το γκέτο

Ο Χρήστος Καρακέπελης είναι η κάρτα εισόδου μας στο άβατο των Τσιγγάνων. Τον υποδέχονται σαν «μεσσία». «Εμαθες τίποτα; Θα μας διώξουν;» τον ρωτούν. «Μας δάγκωσε η φτώχεια, ρε Χρήστο» του λέει ο Τζίμυς, ο πρόεδρος της κοινότητας. Και μας δείχνει τα πόδια του: στο ένα φοράει παπούτσι και στο άλλο παντόφλα.

Του πήρε καιρό του Χρήστου Καρακέπελη να κατακτήσει αυτή την οικειότητα. Πριν από πέντε χρόνια ξεκίνησε να έρχεται στην περιοχή με σκοπό να γυρίσει το ντοκιμαντέρ «Πρώτη ύλη». Εχει μια «εμμονή» με το περιθώριο, όπως δείχνει και το προηγούμενο, επίσης εξαιρετικό, ντοκιμαντέρ του, το «Σπίτι του Κάιν», για τις ανάγκες του οποίου μπαινόβγαινε στις φυλακές. Εφτά άνθρωποι καταδικασμένοι για φόνο, ανάμεσά τους και ο σατανιστής Μανώλης Δημητροκάλλης, εξομολογούνταν μπροστά στην κάμερά του. «Μου αρέσουν οι άνθρωποι που είναι από τη λάθος μεριά. Σε βοηθούν να δεις καθαρά την πραγματικότητα, δεν μπορείς να πεις ψέματα» εξηγεί.

Το καινούργιο «θέμα» ζει ακριβώς εκεί, στους τσιγγάνικους μαχαλάδες. Σε αυτές τις παραγκουπόλεις χτυπάει η καρδιά της βιομηχανίας. Ανθρωποι που ούτε καν υπάρχουν για το κράτος, αφού δεν έχουν κανένα μητρώο, είναι ο αθέατος κινητήριος μοχλός ενός τεράστιου μηχανισμού πλουτισμού.

Οι Τσιγγάνοι ρακοσυλλέκτες μαζεύουν κάθε είδους μεταλλικά αντικείμενα και τα πουλάνε στις μάντρες για ένα κομμάτι ψωμί. Αυτή η μαύρη εργασία και ένα κύκλωμα παραοικονομίας παράγουν το 60% του χάλυβα στην Ελλάδα, αφού το μέταλλο δεν παράγεται από εξόρυξη. Τα σκουπίδια, που ανιχνεύουν οι Τσιγγάνοι στο καθημερινό δρομολόγιό τους, είναι η φλέβα χρυσού για το καπιταλιστικό σύστημα.

Μια εικόνα μικρών παιδιών πάνω σε σαραβαλιασμένα τρίκυκλα ήταν ο μίτος της Αριάδνης για τον σκηνοθέτη. Παρακολουθώντας τα πιτσιρίκια ξεδίπλωσε την αλυσίδα αυτής της βιομηχανίας, που «βράζει» λίγο πιο κάτω από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, σε απόσταση αναπνοής από το νέο Χρηματιστήριο.

«Δεν μιλάμε για κάποιους άχρηστους που τριγυρνάνε, αλλά για ανθρώπους που ζούνε εκατό βαθμούς κάτω από το όριο της φτώχειας, στην απόλυτη απαξίωση και τελικά παράγουν μεγάλο πλούτο. Η αθλιότητά τους συγγενεύει με τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της χώρας, δηλαδή τις χαλυβουργίες» μου εξηγεί ο Χρήστος Καρακέπελης.

Το σκηνικό θυμίζει ταινίες του Κουστουρίτσα. Αλλά τις ξεπερνά. Η αλήθεια είναι πιο βρώμικη και τρομακτική. Τα κουτσούβελα, που τριγυρνούν στο μαχαλά, μοιάζουν χαμένα. Ο χρόνος δεν έχει καμιά σημασία. Η ύπαρξή τους κουβαλά μια αίσθηση ματαιότητας. Την ίδια ώρα τα ποντίκια περνούν δίπλα από τα πόδια τους.

Στην «Πρώτη ύλη» (παραγωγή της CLproductions) ο σκηνοθέτης επικεντρώνεται σε πέντε ρακοσυλλέκτες. Οι «πρωταγωνιστές» του ξετυλίγουν την παράλογη αλυσίδα του καπιταλιστικού συστήματος, που ξεκινά από τους μαχαλάδες των Τσιγγάνων και καταλήγει στον αναπτυξιακό οργασμό του Λιβάνου, λίγο μετά τον πόλεμο του 2006.

Πιτσιρίκια στο μεροκάματο

Το ντοκιμαντέρ ανοίγει με τη φράση του Πλούμπι, που ζει στην άκρη του μαχαλά: «Ούτε ο διάβολος δεν μένει εδώ. Ζούμε στο απόλυτο τίποτα». Η πορεία τους, στη σχεδόν δίωρη διάρκεια του ντοκιμαντέρ, το επιβεβαιώνει. Ο Σακόλ βγαίνει για δουλειά παρέα με τον 11χρονο Γκόγκο. Μαζεύουν σίδερα το βράδυ. Η μέρα τούς βρίσκει να τα διαχωρίζουν και στη συνέχεια να τα καίνε. Οσο πιο καθαρό το σίδερο τόσο πιο καλή η τιμή. Το πιο ανθυγιεινό κομμάτι της δουλειάς το κάνουν τα πιτσιρίκια. Αυτά καίνε τα καλώδια και εισπνέουν τον... καρκίνο.

Υπάρχουν και ακόμα δύο πρόσωπα στο ντοκιμαντέρ, που ζουν εκτός μαχαλά. Ο Χουσεΐν, ένας 70χρονος μουσουλμάνος από την Κομοτηνή, ζει σ' ένα τροχόσπιτο στη Νίκαια. Και ο πιο «ιδεολόγος» της παρέας, ο Σπύρος, που είναι Ελληνας. Γι' αυτόν η ζωή στο περιθώριο και το εμπόριο με τα μέταλλα είναι μια συνειδητή επιλογή αποχής από το μικροαστικό σύστημα.

Ο Χρήστος Καρακέπελης είχε στο μυαλό του τη θρυλική σειρά φωτογραφιών του Γιόζεφ Γκουντέλκα με τους Τσιγγάνους. «Θαυμάζω τον ελλειπτικό τρόπο με τον οποίο τους είδε. Ούτε τους καπέλωσε ούτε και τους εξιδανίκευσε. Βρήκε το βλέμμα να είναι μαζί τους. Με την υποκρισία ο σκηνοθέτης, αν δεν έχει πραγματικότητα, πέφτει στο μελό. Είναι εύκολο γιατί σε ρουφάνε οι χώροι...». *

Ο Γκόγκος ονειρεύεται Φεράρι

«Η πόλη μοιάζει με τρελοκομείο. Μόνο όταν γυρνάω στις παράγκες, νιώθω ασφαλής» λέει ο 11χρονος Γκόγκος στο ντοκιμαντέρ. Τα παιδιά άλλωστε βγαίνουν από το μαχαλά μόνο για δουλειά. Σχολείο δεν πηγαίνουν. Βόλτες κάνουν μόνο μέσα στο γκέτο τους. Οταν ο Χρήστος Καρακέπελης τον ρωτάει στο ντοκιμαντέρ τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, αυτός απαντά: «Θέλω να πάρω μια Φεράρι».

Τέσσερα χρόνια μετά, ο 15χρονος πια Γκόγκος είναι ακόμα στο μαχαλά. Δεν έχει πάρει Φεράρι. Διατηρεί όμως ακόμα στοιχεία παιδικότητας, που συνήθως, σε αυτές τις συνθήκες, χάνονται πρόωρα από τις παιδικές ψυχές. Τα ανιψάκια του, για παράδειγμα, που γυρνάνε στα πόδια του, παρ' όλο που δεν είναι πάνω από εφτά χρόνων, κουβαλούν στο βλέμμα τους πολύ περισσότερα χρόνια. Ο Γκόγκος χαλάει σε... περιστέρια το μεροκάματο που βγάζει μαζεύοντας και στη συνέχεια πουλώντας σίδερα. Τα πουλιά τα φροντίζει πολύ, τα κρατάει σ' έναν καλά προφυλαγμένο χώρο. Κάθε τόσο τα αφήνει ελεύθερα. Πετάνε πάνω από το κεφάλι του και ξαναγυρνούν.

Η ίδια όμορφη και συγκινητική σκηνή υπάρχει και στην ταινία. Το βλέμμα του Γκόγκου είναι καρφωμένο πάνω τους. Αγωνιά μήπως δεν ξαναγυρίσουν. Αλλά πάντα επιστρέφουν. «Μου τα τρώνε τα ποντίκια» λέει στον Χρήστο Καρακέπελη απελπισμένος. Γι' αυτό μετακόμισε με την οικογένεια του στην άκρη του μαχαλά. Εστησαν το νοικοκυριό τους πάνω σ' ένα γιαπί, όπου ανεβαίνεις από μια αυτοσχέδια ξύλινη σκάλα. Κρεβάτια, κουβέρτες, κατσαρόλες, όλα έχουν ριχτεί άτσαλα σ' ένα παράπηγμα που δεν έχει στέγη πάνω από το κεφάλι τους ακόμα. Από εκεί ψηλά ο Γκόγκος και η οικογένειά του αγναντεύουν τα σύμβολα ανάπτυξης -ο μαχαλάς είναι περικυκλωμένος από γερανούς. Και ευθεία στον ορίζοντα στέκει η Ακρόπολη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Παίζοντας με την τέχνη και τον κόσμο
Ντοκιμαντέρ
Η καρδιά της βιομηχανίας χτυπά στις ελληνικές φαβέλες
Συνέντευξη: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλου
«Ας ζυγιστούμε, να δούμε ποιος έφαγε περισσότερο»
Εικαστικά
Σκιές και χρώματα
Κριτική θεάτρου
Εξευτελισμός αισιόδοξου επαναστάτη
«Η Πατρίς κινδυνεύει»
Συνέντευξη: Νίκος Ξυδάκης
Ψάχνω στην Αθήνα το άσπρο σακάκι του Καβάφη
Έκθεση
Πρωτοπόρος της φωτογραφίας, αλλά και του Photoshop
Χορηγίες
Οι χορηγοί δίνουν εκατομμύρια και το κράτος δεν τα παίρνει
Το προφίλ του καλού χορηγού
Ανύπαρκτη η πολιτική για τις χορηγίες
Κομικ(ς)οδρόμιο
Τα κόμικς στους ρυθμούς της ρέγκε
Εγκεκριμένα κόμικς και με σφραγίδα
Άλλες ειδήσεις
Για τον Πλούμπι το νερό είναι πολυτέλεια