Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

Τυπωθήτω

  • Ενιωθα να είμαι από χαρτί

    Το νέο βιβλίο της Αγαθής Δημητρούκα Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή; Το βλέμμα ή το θέμα χαρακτηρίζει ένα βιβλίο; Υπάρχουν συνέχειες και ασυνέχειες σε μια γραφή;

    Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη -βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

    Αγαθή Δημητρούκα. Πουλάμε τη ζωή, χρεώνουμε τον θάνατο, αυτοβιογραφικό αφήγημα, εκδόσεις Πατάκη

    Πολλά τα διλήμματα «κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής» των ανθρώπων. Τα πρακτικά, ανεξαρτήτως δυσκολίας, είθισται να τα αντιμετωπίζουμε άλλοι ευθέως, άλλοι επιμερίζοντάς τα σε μικρότερες διαδοχικές λύσεις και άλλοι ασπαζόμενοι τη μακαριότητα του «έχει ο Θεός».

    Για τα υπαρξιακά, όμως, καθένας αναζητάει τον προσωπικό του τρόπο -αν θέλει να επιζήσει, να μην κάνει τη βουτιά του στο κενό- και τον βρίσκει σχεδόν ακαριαία, μόλις του θέσει ο εαυτός του το ερώτημα: «Τώρα, τι κάνω;».

    «Τώρα, τι κάνω;», αναρωτήθηκα το 1992, μετά τον θάνατο του Νίκου Γκάτσου, που σήμαινε για μένα -όπως κι εγώ για εκείνον- τα πάντα, δηλαδή, όλα τα καλά καγαθά, και αρνήθηκα προσκλήσεις φίλων του εξωτερικού να με φιλοξενήσουν για ν' αλλάξω παραστάσεις.

    Προτίμησα να βιώσω το πένθος και καθώς ένιωθα να είμαι από χαρτί, στο χαρτί αναζήτησα τη γιατρειά μου. Αρχισα να αντιγράφω, σαν τους καλλιγράφους μοναχούς, την πρώτη έκδοση της Αμοργού, ως αποδεικτικό ιθαγένειας, αφού, όπως μου έλεγε ο ποιητής της, «πατρίδα μας είναι η γλώσσα» και βάλθηκα να διαβάζω τουλάχιστον ένα βιβλίο τη μέρα. Επίσης, ξεκίνησα να γράφω διάφορες ιστορίες που μου είχε διηγηθεί από την άγνωστη σε μένα νεότητά του, στοχεύοντας σε μια συναισθηματική βιογραφία του ώς τα 18 του που ήρθε στην Αθήνα.

    Δεν την ολοκλήρωσα· με απέτρεψε ο Ελύτης, εκτιμώντας ότι θα έπεφτα σε μελοδραματισμούς, ενώ ο Χατζιδάκις μού υπέδειξε να βγω απ' τη σκιά του Γκάτσου. Απόρησα τότε· σήμερα, όμως, κατανοώ το δίκιο τους.

    Γιατί σήμερα, και πιο συγκεκριμένα την περασμένη άνοιξη, που ένιωσα να ρίχνουν στην ψυχή μου τσιμέντο κι αυτό να πήζει και να καταλαμβάνει όλο το μέσα μου, αφήνοντάς μου ως μόνη σάρκα τη φλούδα της επιδερμίδας και ως μόνη πνοή έναν λυγμό σαν θρόισμα στα χείλη, βρήκα τη δύναμη να απαντήσω στο ακόμα πιο επιτακτικό «Τώρα, τι κάνω;», «Θα σκάψω εντός μου».

    Ξέθαψα την πρώτη μνήμη, έγραψα την πρώτη σελίδα, κι όταν με τη δεύτερη ένιωσα το θρόισμα να γίνεται ανάσα, ζήτησα από την Αννα Πατάκη, την εκδότριά μου, να αναστείλω κατά δύο μήνες τη μετάφραση που είχα αναλάβει, για να γράψω τη βιογραφία μου, ως πράξη ηρωική, όχι από ναρκισσισμό. Η Αννα μού έκανε τη χάρη και, μόλις διάβασε τις πρώτες δέκα χιλιάδες λέξεις, με ενθάρρυνε να συνεχίσω.

    Εγραφα σαν να μου υπαγόρευε κάποιος ένα κείμενο σχεδόν τελικό, που στο τέλος της μέρας, για να διορθώνω τον ρυθμό του, το διάβαζα, διαδοχικά και από το τηλέφωνο, σε τρεις νεότερους φίλους μου με αίσθηση της γλώσσας, αλλά όχι συγγραφείς -τη δασκάλα Γωγώ Ψαρρά, την αρχιτεκτόνισσα Μυρτώ Αρώνη και τον σκηνοθέτη Γιώργο Γιανναράκο-, κρίνοντας και συγκρίνοντας τις εντυπώσεις τους. Ο συγγραφέας που εμπιστεύτηκα να διαβάσει το κείμενο ολόκληρο και ν' ακούσω τις παρατηρήσεις του, είναι ο εγκάρδιος και συνομήλικος φίλος Αλέξανδρος Ασωνίτης.

    Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο μου που απευθύνεται σε ενήλικους αναγνώστες, οι οποίοι εύκολα θα αντιληφθούν ότι χρησιμοποιώ τη ζωή μου, παρ' όλες τις τραγικές αντιθέσεις της, ως αφορμή για να μεταφέρω βιωμένες μνήμες καθώς και δανεισμένες, για να καταθέσω μαρτυρίες αλλά και συναισθήματα και για να αποδώσω ατμόσφαιρες χωρίς παραμορφώσεις απ' τον χρόνο.

    Το προσωπικό μου όφελος; Ωσπου να κλείσουν οι δύο μήνες της συγγραφής, αισθάνθηκα την ψυχή μου να μαλακώνει, την ανάσα μου να δυναμώνει και να βρίσκω το πολύτιμο σθένος να αντισταθώ, μαζί με όσους αντιστέκονται, σε όλα αυτά που μας κάνουν να πουλάμε τη ζωή και να χρεώνουμε τον θάνατο, χωρίς να μαθαίνουμε ποτέ τι μένει.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Προδημοσίευση
Πουλάμε τη ζωή xρεώνουμε τον θάνατο
Ποιος είναι ο Γιώργος Β. Μακρής;
Κριτική βιβλίου
Τ' άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι
Ω Θεών και ανθρώπων τύραννε...
Ο Θεός υπάρχει στην αμφιβολία
Ενας σημαντικός βιογράφος του Ροΐδη
Στη σκιά των γιγάντων με τα φώτα της ζωής τους
Η δημιουργία της μνήμης
Μελωδίες παραμυθιών με σύμβολα που αφυπνίζουν
Υβρεις προς θάνατον
Η αβάσταχτη μοναξιά μιας γυναίκας
Αυτοκράτορες σε μάχες χωρίς φιλίες και με τα παραμύθια της θάλασσας
Γυμνά πρόσωπα και προσωπεία
Θλίψεις σωμάτων σε άδεια δωμάτια
Οψεις ανάγνωσης
Η εικόνα δεν είναι σωστό να υπερισχύει του κειμένου
Συνέντευξη: Καίτη Κασιμάτη-Μυριβήλη
Στο Μουσικό Δωμάτιο με τέχνη και με λόγο
Συνέντευξη: Μάνια Καραϊτίδη
Αφθαρτη, νέα Εστία 125 χρόνων
Από τις 4:00 στις 6:00
Τραγούδια με χρόνια στην πλάτη τους...
Ο βασιλιάς του μπλουζ
Συνέντευξη: Κώστας Σπυριούνης
Οταν στα γραμματόσημα τιμούν τους θρύλους του ελληνικού τραγουδιού
Λογοτεχνία
Πορτρέτα ξένων συγγραφέων / Τζορτζ Ελιοτ
Άλλες ειδήσεις
Μεταφραστικό εργαστήριο ποίησης
Ο φιλαράκος («Μπελ αμί»)
Οι τελευταίες ημέρες του Εντγκαρ Αλαν Πόε / Η Μαρία Φακίνου, λέει
Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού