Έντυπη Έκδοση

Εκλιπαρώντας τη μνήμη

Helene Berr

Ημερολόγιο 1942-1944

μτφρ.: Αλίκη Κεραμιδά

πρόλογος: Πατρίκ Μοντιανό

εκδόσεις Πόλις, σ. 331, 18 ευρώ

«Η υπεροχή μιας τέχνης είναι η ένταση». Η Ελέν Μπερ μεταφέρει στο ημερολόγιό της τη φράση του Κητς, με σκοπό να την αναπτύξει, ενδεχομένως σε κάποια από τις εργασίες της στη Σορβόνη, όπου σπούδαζε Αγγλική Φιλολογία. Αν κριθούν από την άποψη της έντασης, οι ημερολογιακές της σημειώσεις συνιστούν οπωσδήποτε τέχνη. Η ένταση της γραφής υποβόσκει στις σύντομες προτάσεις που βιογραφούν νηφάλια την καθημερινότητα, αλλά περισσότερο στην αγωνιώδη προσπάθεια της Ελέν Μπερ να κρατηθεί όσο πιο γερά μπορεί από την περιαυγή ομορφιά του Παρισιού, που μετατρέπει τη βαρβαρότητα του πολέμου σε κάτι εξωπραγματικό. Βίαιες αντιφάσεις διατρέχουν τις σελίδες και η διεισδυτική απόπειρα συγκερασμού τους είναι το στοιχείο εκείνο που μεταστοιχειώνει την παρατήρηση και καταγραφή σε λογοτεχνία. Η Ελέν Μπερ γράφοντας διαπλέει τον ζόφο της γερμανικής κατοχής, προσπαθώντας να απαγκιστρώσει τη σκέψη της από το φάσμα του εκτοπισμού, για να διαθλάσει τον αντίκτυπο αυτού του τερατώδους παραλογισμού υπό ένα αναπεπταμένο πρίσμα. Μολονότι αντιλαμβάνεται ως ηθική της υποχρέωση τη συγκρότηση, μέσω του ημερολογίου της, ενός ζωτικής σπουδαιότητας φορτίου μνήμης, η ανάληψη της οφειλής κλονίζεται από την ανάγκη της, δεσποτική κάποιες στιγμές, να ξεχάσει. Από το άλλο μέρος, όταν, αποσβολωμένη από τον πόνο, αναλογίζεται την απώλεια όλων όσα ταύτιζε με τη φυσιολογική της ζωή, νιώθει ένοχη επειδή, έστω και για ένα κλάσμα του χρόνου της, απομακρύνθηκε από τον πόνο των άλλων. Η βασανιστική της παλινδρόμηση ανάμεσα στα προσωπικά της τραύματα, τα οποία φροντίζει να περιθάλπει αθέατη, και το συλλογικό πεπρωμένο, για το οποίο αισθάνεται ένα ανείπωτο πένθος, δεσπόζει στο ημερολόγιο, δίνοντας στα καθημερινά πεπραγμένα ένα στοχαστικό βάθος και μια λογοτεχνική ποιότητα που περιφρουρεί την ειλικρίνεια, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζει τα όριά της, ιδίως τις στιγμές που το μυαλό σιωπά από τρόμο.

Σε κάποιο σημείο η Ελέν Μπερ ομολογεί ότι οι δισταγμοί της να μιλήσει περισσότερο για τη δική της θέση μέσα στην ιστορική συνθήκη του παρόντος της, απορρέουν από την αδιάλλακτη απόφασή της να μη φανεί «περισσότερη» απ' όση είναι. Φυσικά δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πως καμία γραφή, είτε εκκωφαντικά μεγαλορρήμων είτε ανεξέλεγκτα θρηνητική, δεν θα μπορούσε ποτέ να υπερβάλλει ως προς τις κτηνωδίες του ναζισμού. Η Ελέν Μπερ μολονότι έχει απόλυτη επίγνωση των υπέροχων δυνατοτήτων που πρόκειται να στερηθεί, αγωνίζεται να διαφυλάξει την ακεραιότητά της, ακόμα και παραμερίζοντας την τραγικότητα που της αναλογεί. Γι' αυτό συντρίβεται από τα βάσανα οικείων της, αφήνοντας άπλετο χώρο στη σκέψη της γι' αυτά, ενώ σημειώνει λακωνικά τα δικά της δάκρυα, σαν να θέλει να τα στεγνώσει γρήγορα, έτσι ώστε να είναι ξανά διαθέσιμη για την απόγνωση των άλλων. Η διαρκής εγρήγορσή της όσον αφορά το μέγεθος του κακού υποδαυλίζεται από μια απροσδιόριστη ανάγκη εξιλέωσης. Ανάγκη αλληλένδετη με τη διασάλευση των ηθικών αξιών από την ολοσχερή απαξίωση της ανθρώπινης ζωής. Σε πολλά σημεία του γραπτού τής Ελέν Μπερ κυριαρχεί ο στοχασμός, ανυποχώρητος όσο και αλυσιτελής, πάνω στο ηθικό χρέος. Παραδείγματος χάριν, μολονότι ανακαλύπτει στο «μαγικό βασίλειο» της Σορβόνης μια περιοχή λήθης, αναλγητικό αδήριτο για τον ψυχισμό της, δεν είναι καθόλου βέβαιη αν της επιτρέπεται αυτό το παροδικό κλείδωμα της συνείδησής της. Οπως επίσης δεν ξέρει αν έχει δικαίωμα ύπαρξης εκείνο το μέρος του εαυτού της που άλλοτε φυλλομετρά εκστατικό σελίδες του Κητς, του Σέλλεϋ και του Ντοστογιέφσκι και άλλοτε αγάλλεται βυθισμένο σε αντηχήσεις από Μπετόβεν, Μότσαρτ και Σούμαν.

Το μείζον βέβαια ερώτημα που ορθώνεται απέναντί της αφορά την ενδεχόμενη απόπειρα δραπέτευσης από το πεπρωμένο της, σε συνάρτηση με το αίσθημά της περί τιμής. Τι σημασία έχει η πίστη σε έναν ηθικό κώδικα που συνεπάγεται τον θάνατο, διερωτάται ελέγχοντας την έννοια της αξιοπρέπειας, περισφιγμένης καθώς είναι από τη συγκυρία, αναλογιζόμενη ωστόσο ταυτόχρονα αν θα άντεχε τη λιποταξία από την κανονική της ζωή με αντάλλαγμα μια αμφίβολη σωτηρία. Ακόμα και όταν πια ξέρει πως δεν θα αποτολμήσει τη φυγή, θέλει να αποκαθάρει την απόφασή της από την υπόνοια της μοιρολατρίας. Για εκείνον ο οποίος βλέπει ολοκάθαρα να προελαύνει καταπάνω του η απειλή που θα τον αφανίσει, η ακινησία δεν μπορεί παρά να έχει έναν χαρακτήρα ανδρείας. Εστω και αν στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να γίνει λόγος και για την αριστοκρατική αίσθηση του «υπεράνω». Ασφαλώς όμως η Ελέν Μπερ δικαιούται να θεωρεί την οδό ντε Ριβολί πολύ περισσότερο δική της παρά των Γερμανών.

Στο ημερολόγιο ο χώρος βρίσκεται σε ακραία αντίστιξη με τον χρόνο. Αν ο τελευταίος μετράει την έκταση της φρίκης, προκαλώντας χασμωδίες στον γνώριμο ρυθμό της ζωής, ο πρώτος την αντιμάχεται, εγκλείοντάς τη σε έναν θύλακα άπειρης ομορφιάς. Καθώς η ζωή της τρεμοσβήνει, η Ελέν Μπερ περπατά στο φωτόλουστο Παρίσι, όπου οι αστραποβόλες αντανακλάσεις του Σηκουάνα και η θαμβωτική διαύγεια του ουρανού κρύβουν για λίγο την κόλαση. «Η ομορφιά αναμειγνύεται με το τραγικό. Ενα είδος συμπύκνωσης της ομορφιάς, στην καρδιά της ασχήμιας. Είναι πολύ παράξενο». Σε μία από τις πρώτες καταγραφές με ένδειξη τον Απρίλιο του 1942, η Ελέν Μπερ προαισθάνεται ότι την παραμονεύει ένα μέλλον σκοτεινό, αλλά επίσης αβέβαιο, γεγονός που της επιτρέπει να ελπίζει στη διάψευσή του. «Αισθάνομαι δεμένη σε κάτι αόρατο και δεν μπορώ να απομακρυνθώ όποτε θέλω, καταλήγω να το μισώ αυτό το πράγμα, και να το παραμορφώνω». Λίγους μήνες μετά, σε μια από τις σημειώσεις του Ιουνίου, ο χρόνος δείχνει πως πολύ γρήγορα το μέλλον θα πάψει να είναι άγνωστο. «Δώδεκα μέρες αργότερα, άλλο ένα κομμάτι μέλλοντος έχασε το προνόμιο του μυστηρίου και του αγνώστου και αποδείχτηκε άθλιο και θλιβερό». Ενα πρωινό του Σεπτεμβρίου επιβεβαιώνεται η ολέθρια επιτάχυνση του χρόνου, καθώς η μέρα εκείνη θα μπορούσε να είναι, όπως διαβάζουμε, «η επομένη της Δευτέρας Παρουσίας». Απερίγραπτη, από την άλλη, είναι η σφοδρότητα της αντινομίας που ενυπάρχει στην καταγραφή της Δευτέρας 8 Ιουνίου του 1942. «Ο καιρός είναι υπέροχος, πολύ δροσερός μετά τη χθεσινή καταιγίδα. Τα πουλιά τιτιβίζουν».

Ομως, εκτός από την αιθρία κάτι ακόμα καθιστά την ημέρα ξεχωριστή. «Είναι και η πρώτη μέρα που θα φορέσω το κίτρινο άστρο». Το 1943 ο χρόνος έχει τόσο πολύ αποχαλινωθεί που η Ελέν Μπερ νιώθει σαν ο θάνατός της να έχει συντελεστεί από καιρό και εκείνη να βιώνει μια μεταθανάτια ζωή, όπου ο θάνατος έχει μοιραία χάσει κάθε νόημα.

Πέρα από τη διαχείριση της οδύνης, η αναμέτρηση με τον χρόνο αποδεικνύεται για την Ελέν Μπερ μια ανύποπτα επαχθής μέριμνα. Παρήγορες οι μέρες της, κατακλύζονται από τη συμπαράσταση προς τις οικογένειες των εκτοπισμένων και τα εγκαταλελειμμένα παιδιά, σχηματίζοντας «ένα προστατευτικό κάλυμμα πάνω από τη σκέψη», ενώ αντιθέτως οι νύχτες αφήνουν άοπλη τη συνείδηση απέναντι στο αδιανόητο. Και όμως τα μικρά θαύματα της καθημερινότητας, όπως μια βόλτα στη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων με τον Ζαν Μοραβιεσκί, αμφισβητούν τα δυσοίωνα προμηνύματα. Ενδεικτική η ευφραντική ήττα μιας Πέμπτης βράδυ του Ιουλίου του 1942 από την προσμονή του αύριο. «Δεν πιστεύω στην πραγματικότητα της σημερινής βραδιάς. Ο,τι κι αν μου πουν». Τις περισσότερες ωστόσο ημέρες η θνησιγένεια των μαγικών στιγμών την υποχρεώνει να υπενθυμίζει στον εαυτό της να μην ελπίζει.

Η Ελέν Μπερ είχε από νωρίς μια αίσθηση εκμηδενισμού τραγικά ασύμβατη με τις προοπτικές που κάποτε υποσχόταν το αστικό οικογενειακό της περιβάλλον· αίσθηση που επαληθεύεται τελικά το 1945 στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν. Τι άραγε θα μπορούσε να παρηγορήσει ένα κορίτσι, το οποίο σε ηλικία 24 ετών υποψιαζόταν πως: «ολόκληρη η ζωή μου θα σβήσει απότομα, μαζί με όλο το άπειρο που νιώθω μέσα μου»; Το γεγονός ίσως ότι ο σημαντικότερος παραλήπτης του γραπτού της, ο Ζαν Μοραβιεσκί, τίμησε την αγωνία της για τη μνήμη της ανθρωπότητας συμβάλλοντας στην έκδοση του ημερολογίου της; Οχι βέβαια. Για την Ελέν Μπερ, όπως και για όλους όσοι βασανίστηκαν και θανατώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν μπορεί να υπάρξει δικαίωση. Η μνήμη αποτελεί οπωσδήποτε χρέος επιτακτικό απέναντί τους, μηδαμινό ωστόσο εν σχέσει με το μέγεθος του εγκλήματος που καλείται να μνημονεύει. Το πιο σπαρακτικό στοιχείο του ημερολογίου είναι η βεβαιότητα της γράφουσας ότι η εμπειρία της, κρίνοντας από τα κλειστά μάτια των συγχρόνων της, θα παραμείνει αμετάδοτη. Ακόμα και αν επιζητά το ρίγος του μελλοντικού αναγνώστη όταν θα διαπιστώνει πως εκείνη ήξερε ότι θα είναι νεκρή τη στιγμή που η ζωή της θα έρχεται στο φως, δεν αγνοεί το αβυσσαλέο ρήγμα που μεσολαβεί ανάμεσα στην ίδια και σε όσους θα επιχειρήσουν να αναλογιστούν τη διαθήκη της. Πέρα από τους νεκρούς και τους επιζώντες, κανείς ποτέ δεν θα μάθει.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ψυχοσυναισθηματικές πλεύσεις
Οι πρώτες αντηχήσεις
Στολίζοντας το σκοτάδι
Η βουλιμική ενέργεια του Ορσον Γουέλς
Αγάπη για την ποίηση
Παίδων και εφήβων μύθος στην Ελλάδα
Το ζέον ρήμα
Γελώντας μπροστά στην έλλειψη νοήματος
Παιγνιώδης παραμυθική Νέκυια
«Ο χρόνος είναι το μόνο που έχουμε»
Σώματα και πεταλούδες για την αγάπη των άλλων
Το ψέμα ακυρώνει τον κόσμο
Στο τέλος μιας μεγάλης διαδήλωσης ή μιας μεγάλης ελπίδας
Οι Κώδικες της Κρήτης και οι σπουργίτες των πεζοδρομίων
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Φωνή, δημιουργός κόσμων
Από τις 4:00 στις 6:00
Σκύλος: φίλος του ανθρώπου και πηγή έμπνευσης
Τραγουδίστρια για όλες τις εποχές
Εικαστικά
Οι άνθρωποι του Βλάση Κανιάρη
Κριτική βιβλίου
Ψυχοσυναισθηματικές πλεύσεις
Οι πρώτες αντηχήσεις
Στολίζοντας το σκοτάδι
Η βουλιμική ενέργεια του Ορσον Γουέλς
Αγάπη για την ποίηση
Εκλιπαρώντας τη μνήμη
Παίδων και εφήβων μύθος στην Ελλάδα
Το ζέον ρήμα
Γελώντας μπροστά στην έλλειψη νοήματος
Παιγνιώδης παραμυθική Νέκυια
«Ο χρόνος είναι το μόνο που έχουμε»
Σώματα και πεταλούδες για την αγάπη των άλλων
Το ψέμα ακυρώνει τον κόσμο
Στο τέλος μιας μεγάλης διαδήλωσης ή μιας μεγάλης ελπίδας
Οι Κώδικες της Κρήτης και οι σπουργίτες των πεζοδρομίων
Μεταφρασμένη λογοτεχνία
Το βάρος και η χάρη των λέξεων
Ο καλός μεταφραστής πρέπει να έχει αυτί μουσικού
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς