Έντυπη Έκδοση

Γελώντας μπροστά στην έλλειψη νοήματος

Ζαν Λουί Φουρνιέ

Πού πάμε, μπαμπά;

μτφρ.: Εφη Κορομηλά

εκδ. Μελάνι, σ. 166, 13 ευρώ

Ιβάν Κλίμα

Ενα ερωτικό καλοκαίρι

μτφρ.: Σόνια Στάμου-Ντορνιάκοβα

εκδ. Καστανιώτη, σ. 240, 15,68 ευρώ

«Επινόησα ένα πουλί. Το έβγαλα ανθιπτάμενο. Είναι ένα σπάνιο πουλί, δεν μοιάζει με τα άλλα. Παθαίνει ίλιγγο, γκαντεμιά για πουλί. Αλλά δεν χάνει το κουράγιο του. Αντί να κλαίγεται για την αναπηρία του, το ρίχνει στην πλάκα. Κάθε φορά που του ζητάνε να πετάξει, βρίσκει κάποια αστεία δικαιολογία για να μην το κάνει και τους κάνει όλους να σκάνε στα γέλια...».

Ζ.Λ. Φουρνιέ

Λέγεται ότι ένας εκ γενετής τυφλός δύσκολα «λύνεται στα γέλια», δύσκολα ξεκαρδίζεται, κι αυτό γιατί είναι δύσκολο για κάποιον που δεν βλέπει τα περιγράμματα των πραγμάτων, τα όρια που τα διαχωρίζουν, να εκτιμήσει την αξία της ανατροπής. Υπάρχουν, σύμφωνα με τον Μίλαν Κούντερα, δύο είδη γέλιου. Το ένα, πηγαίο και ευτυχισμένο, δεν έχει σχέση με αστεία και χιούμορ και πηγάζει απ' ευθείας από τη χαρά της ύπαρξης· το γέλιο του μικρού παιδιού, το γέλιο των εραστών στο λιβάδι. Υπάρχει όμως κι ένα «δαιμονικό» γέλιο που ακούγεται όταν τα πράγματα χάνουν τη σημασία τους. «Ενα καπέλο φεύγει από κάποιο κεφάλι και πέφτει πάνω στο φέρετρο, μέσα στον φρεσκοσκαμμένο τάφο· η κηδεία χάνει το νόημά της και το γέλιο γεννιέται». (Από συνέντευξη του Κούντερα στον Φίλιπ Ροθ.)

Παραδειγματικές σκηνές, όπου κυριαρχεί αυτό το δεύτερο είδος, συναντήσαμε στο βιβλίο του πορτογάλου ψυχιάτρου Αντόνιο Λόμπο Αντούνες Στου διαόλου τη μάνα, που περιγράφει τη θητεία του συγγραφέα (1973-1975) στην εμπόλεμη Αγκόλα: η ανθρώπινη αντίδραση στην τραγική φάρσα του πολέμου, στην καθολική αιμορραγία του νοήματος, δεν είναι άλλη απ' το γέλιο - παροξυσμικό, ακατάσχετο και μεταδοτικό, επιβεβαιώνει την ακύρωση κάθε ηθικού νόμου χωρίς ακριβώς να εγκαταλείπεται σε αυτήν.

Το ξαναβρίσκουμε στο Πού πάμε, μπαμπά; του γάλλου χιουμορίστα Ζαν Λουί Φουρνιέ, βιβλίο πιο πικρό κι από τη στάχτη, όπου μιλάει για τα δύο αγόρια του, τον Ματιέ και τον Τομά, που και οι δύο πάσχουν από βαριά αναπηρία: έχουν μυαλό «με άχυρα» και κορμί «μαλακό σαν ζύμη»· με τα λεπτά εύθραυστα οστά τους η όρθια στάση τούς είναι επώδυνη· αυτός, ο γονιός τους, δεν χρειάζεται να αναρωτιέται τι θα κάνουν στη ζωή τους, μια και, για το λίγο που θα διαρκέσει, δεν θα κάνουν «απολύτως τίποτα». «Πόσων χρονώ είναι τώρα τα παιδιά σας; Τι σας νοιάζει; Τα παιδιά μου είναι έξω από χρονολογίες. Ο Ματιέ δεν έχει ηλικία και ο Τομά θα πρέπει να κοντεύει τα εκατό».

Μέσα στην αδιανόητη κακοδαιμονία του, ο Φουρνιέ συχνά καταφεύγει στον αυτοσαρκασμό («Επαιξα λότο στη γενετική κι έχασα») και όχι μόνον· ακόμα, δεν διστάζει να κοροϊδέψει και να σπάσει πλάκα με αυτά τα ίδια του τα αγόρια (απέναντι στα οποία επίσης ομολογεί οίκτο, εκνευρισμό, συμπόνια, αγάπη, ενοχή.) «Μια μέρα που είδα τη Ζ. να ξεβουλώνει το νεροχύτη με μια βεντούζα, της είπα ότι θ' αγόραζα άλλη μία. Εκείνη με ρώτησε: "Γιατί, κύριε, μία είναι αρκετή". Της απάντησα: "Ξεχνάτε πως έχω δύο παιδιά". Δεν κατάλαβε. Της εξήγησα λοιπόν πως όταν βγάζαμε βόλτα τον Ματιέ και τον Τομά, κι έπρεπε να τους κάνουμε να περάσουν ένα ρυάκι, οι βεντούζες θα ήταν πολύ πρακτικές. Τις κολλάς επάνω στα κεφάλια των παιδιών, μετά τα σηκώνεις και τα περνάς πάνω από το ρυάκι χωρίς να βρέξεις τα πόδια σου...».

Δεν πρόκειται ακριβώς για μεμονωμένα περιστατικά ούτε για μια τακτική που είναι σε όλους αποδεκτή, εφόσον αυτή του η αίσθηση του χιούμορ τόσο πικάρει τη γυναίκα του, που γίνεται η αφορμή για να τους εγκαταλείψει!

Εμείς, παρ' όλα αυτά, ξαναγυρνάμε στα λόγια του Κούντερα: «Μπορείς να αναγνωρίσεις ποιον δεν χρειάζεται να φοβάσαι από τον τρόπο που χαμογελάει. Η αίσθηση του χιούμορ είναι ένα αξιόπιστο σημάδι αναγνώρισης».

Ο επίσης Τσέχος, ομότεχνος του Μ.Κ., Ιβάν Κλίμα πιστεύει και αυτός στη σύνδεση του γέλιου με την αποδόμηση του νοήματος· από εκεί θεωρεί πως πηγάζει ο υψηλότερος προορισμός του γέλιου, ο ιερός λόγος της ύπαρξής του - να εξουδετερώνει την αχρειότητα διά της γελοιοποίησης. Ας θυμηθούμε πως αυτά τα λέει κάποιος που έζησε ως παιδί την εμπειρία του στρατοπέδου συγκέντρωσης, που δηλαδή το καθημερινό του μάθημα ήταν πως μια ζωή σαν τη δική του μπορούσε ανά πάσα στιγμή να σπάσει σαν κλωστή. Οπως δηλώνει σε μια συνέντευξή του: «Οποιος έχει επιβιώσει από επανειλημμένες καταδίκες σε θάνατο έχει δύο δυνατότητες: να εκχωρήσει τον εαυτό του για πάντα είτε στην τρέλα είτε στη βεβαιότητα (μια βεβαιότητα εντελώς αδικαιολόγητη) ότι τα πάντα μπορούν να διασωθούν και ότι όλα θα πάνε καλά στο τέλος».

Και όμως, στο βιβλίο τού Κλίμα Ενα ερωτικό καλοκαίρι (που τον Νοέμβριο ήρθε ο ίδιος να παρουσιάσει στη χώρα μας), τίποτε, μα τίποτε απολύτως δεν πάει καλά. Η ερωτική ιστορία του παντρεμένου σαραντάρη Δαβίδ και της εικοσιπεντάχρονης αρτίστας Ιβα ξεκινάει σαν μια συμβατική εξωσυζυγική τρέλα, που όμως, εντέλει, διευρύνεται σε πύλη προς τον απόλυτο όλεθρο.

Ιχνος χιούμορ, ούτε και κάθαρσης, δεν βρίσκουμε στον τρόπο που το πάθος του ώριμου άντρα λειτουργεί περίπου σαν σφήνα που εισχωρεί στην ήπιων τόνων συνεκτική ζωή που έχει στήσει, αλλά και, κυρίως, στην αίσθηση της προσωπικής του ταυτότητας και τα ξηλώνει πέρα από κάθε ελπίδα επανασυγκόλλησης.

Η τέχνη του Κλίμα είναι ότι παίρνει τον αναγνώστη μαζί του σε ένα κείμενο που δείχνει κατά το μάλλον ή ήττον συμβατικό και σαν μορφή και σαν περιεχόμενο, όπου όμως, καθώς τα γεγονότα επιταχύνονται προς την κλιμάκωση των τελευταίων τριάντα με σαράντα σελίδων, το αφηγηματικό ύφος «διαρρηγνύεται» προκειμένου να αποδώσει αυτές τις εξελίξεις. Ετσι, αναπάντεχα, μέσα στη ροή της τριτοπρόσωπης αφήγησης, αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους όλο και περισσότερα αποσπάσματα σε πρώτο πρόσωπο. Και, επάνω ακριβώς στην αναπάντεχη κορύφωση, αυτό που συναντάμε δεν είναι άλλο παρά σπαράγματα από σκέψεις του Δαβίδ και από διαλόγους που έχουν ήδη προηγηθεί στο βιβλίο και που τα θυμόμαστε από άλλα άλλοτε σημεία τής μέχρι εδώ διαδρομής.

Εχουμε λοιπόν μια αριστοτεχνική μυθιστορηματική τεχνική σε ένα βιβλίο γραμμένο, ήδη, πριν από σαράντα χρόνια, και αντιπροσωπεύει μία από τις ελάχιστες στιγμές του Κλίμα, όπου η πολιτική πραγματικότητα δεν παίζει πρωταρχικό ρόλο στις σελίδες του.

Αντιθέτως, προέχει το πορτρέτο του ατόμου που η επιθυμία του για κάτι παντελώς ξένο προς τις μέχρι τούδε αξίες του γίνεται διαβατήριο για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Και είναι όντως υποβλητικές οι περιγραφές του διχασμού ανάμεσα σε αυτό το οποίο ο ήρωας αναγνωρίζει ως τον εαυτό του (πιστό, συνεπή, μετρημένο) και σε αυτό το οποίο αισθάνεται για πρώτη φορά και με τρόπο που τον συνεπαίρνει. Ο συγγραφέας καταφέρνει κατ' επανάληψη να μεταδώσει ατόφια την κατάπληξη του ίδιου του Δαβίδ κάθε φορά που, χάριν του έρωτά του, παραβιάζει ακόμη ένα από τα όριά του, θυσιάζει ακόμη ένα από τα κεκτημένα του.

Η ακραιφνώς τραγική κατάληξη μας παραπέμπει στη δική μας ρήση: «Ο έρωτας, όλα για την καρδιά τα κάνει, μα καρδιά δεν έχει».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ψυχοσυναισθηματικές πλεύσεις
Οι πρώτες αντηχήσεις
Στολίζοντας το σκοτάδι
Η βουλιμική ενέργεια του Ορσον Γουέλς
Αγάπη για την ποίηση
Εκλιπαρώντας τη μνήμη
Παίδων και εφήβων μύθος στην Ελλάδα
Το ζέον ρήμα
Παιγνιώδης παραμυθική Νέκυια
«Ο χρόνος είναι το μόνο που έχουμε»
Σώματα και πεταλούδες για την αγάπη των άλλων
Το ψέμα ακυρώνει τον κόσμο
Στο τέλος μιας μεγάλης διαδήλωσης ή μιας μεγάλης ελπίδας
Οι Κώδικες της Κρήτης και οι σπουργίτες των πεζοδρομίων
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Φωνή, δημιουργός κόσμων
Από τις 4:00 στις 6:00
Σκύλος: φίλος του ανθρώπου και πηγή έμπνευσης
Τραγουδίστρια για όλες τις εποχές
Εικαστικά
Οι άνθρωποι του Βλάση Κανιάρη
Κριτική βιβλίου
Ψυχοσυναισθηματικές πλεύσεις
Οι πρώτες αντηχήσεις
Στολίζοντας το σκοτάδι
Η βουλιμική ενέργεια του Ορσον Γουέλς
Αγάπη για την ποίηση
Εκλιπαρώντας τη μνήμη
Παίδων και εφήβων μύθος στην Ελλάδα
Το ζέον ρήμα
Γελώντας μπροστά στην έλλειψη νοήματος
Παιγνιώδης παραμυθική Νέκυια
«Ο χρόνος είναι το μόνο που έχουμε»
Σώματα και πεταλούδες για την αγάπη των άλλων
Το ψέμα ακυρώνει τον κόσμο
Στο τέλος μιας μεγάλης διαδήλωσης ή μιας μεγάλης ελπίδας
Οι Κώδικες της Κρήτης και οι σπουργίτες των πεζοδρομίων
Μεταφρασμένη λογοτεχνία
Το βάρος και η χάρη των λέξεων
Ο καλός μεταφραστής πρέπει να έχει αυτί μουσικού
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς