Έντυπη Έκδοση

Γυναίκες τύπου μπονσάι

Κλαίτη Σωτηριάδου

Μπονζάι

εκδόσεις Κέδρος, σ. 309, ευρώ 16

«Το μπονσάι, ιαπωνικό αριστούργημα συνεργασίας με τη φύση, το λυγίζουν, το κλαδεύουν, το υποσιτίζουν, για να το μετατρέψουν σιγά σιγά σ' αυτό το θαύμα που θα διαρκέσει αιώνες...». Αυτά γράφει για το μπονσάι η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ στο τελευταίο της βιβλίο, Ο γύρος της φυλακής, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό της. Το γεγονός ότι στέκεται θαυμαστική, όπως, άλλωστε, όλοι οι Δυτικοί απέναντι στην εν λόγω ασιατική τέχνη και φιλοσοφία, δείχνει ότι βλέπει τη μία μόνον όψη του μπονσάι, εκείνη της επέμβασης του ανθρώπου στην ανάπτυξη ενός φυτού για καλλωπιστικούς λόγους. Αν, όμως, υπάρχει, όπως κάποιοι διατείνονται, «μυστική ζωή των φυτών», τότε τα μπονσάι θα πρέπει να δεινοπαθούν. Φανταστείτε ένα δενδρύλλιο, όχι νάνο, αλλά φυσιολογικό, γενετικώς προσδιορισμένο να απλώσει ρίζες και να πετάξει κλαδιά, να του ψαλιδίζουν και να του συρματοδένουν ρίζες και κλαδιά και στη συνέχεια, να το τοποθετούν σε αβαθείς γλάστρες. Τελικά, πάντως, προσαρμόζεται σε αυτές τις παρά φύσιν συνθήκες και μάλιστα, μακροημερεύει.

Οπως και να έχει, μια παρόμοια ανθρωποκεντρική σκοπιά θα κατέληγε επιζήμια για τη μακραίωνη τέχνη των μπονσάι. Προβάλλει, ωστόσο, έναν συχνά λανθάνοντα παραλληλισμό του ανθρώπου με τα μπονσάι. Πόσο συχνά υποβάλλεται κανείς, κάποτε και κατ' επιλογή, σε μια μεταφύτευση τύπου μπονσάι; Μήπως πολύ συχνότερα απ' όσο θέλει να παραδεχτεί, πιθανώς και γιατί τις περισσότερες φορές δεν το συνειδητοποιεί; Βεβαίως, κι αυτός προσαρμόζεται και μακροημερεύει στις αφύσικες, τύπου μπονσάι, συνθήκες. Τι τραβάει, όμως, μόνον η ψυχή του το ξέρει. Κάτι τέτοιο φαίνεται να ισχύει και για την ηρωίδα στο πρώτο μυθιστόρημα της Κλαίτης Σωτηριάδου. Εχει χόμπι την καλλιέργεια των μπονσάι ή και μπονζάι, κατά τη φωνητική απόδοση της λέξης από τη συγγραφέα. Εμαθε την τέχνη, όπως εξομολογείται, στα τέλη της δεκαετίας του '70, όταν ξεκίνησε μαθήματα ικεμπάνα, δηλαδή ιαπωνικής ανθοδετικής. Οπως παρατηρεί και η Γιουρσενάρ, η ικεμπάνα και το μπονσάι στηρίζονται στην ίδια φιλοσοφία, που θεωρεί το λουλούδι ή το φυτό ένα υλικό, το οποίο αξιοποιείται μόνο κατά την καλλιτεχνική δημιουργία. Η ηρωίδα δείχνει σαν λουλούδι της ικεμπάνα ή και σαν μπονζάι στα χέρια των αντρών της ζωής της, αφού, χάρη σε εκείνους, έχει υποστεί δύο διαδοχικές μεταφυτεύσεις: από την Ελλάδα στην Αγγλία για να συνέλθει από τη διάλυση του πρώτου γάμου της. Και από την Αγγλία στην Κολομβία, μετά έναν κεραυνοβόλο έρωτα, για τον δεύτερο γάμο της. Εκεί, τραβάει του λιναριού τα πάθη, που θα λέγαμε ελληνιστί. Ωστόσο, η συνειδητοποίηση από την ίδια ότι μοιάζει με τα μπονσάι που καλλιεργεί, αργεί να έλθει. Ουσιαστικά αποτελεί το θέμα ολόκληρου του μυθιστορήματος, που τελειώνει με την ίδια να μεταφυτεύει τα μπονσάι της στο ύπαιθρο, αφήνοντάς τα ελεύθερα να βγάλουν ρίζες και να ψηλώσουν. Προφανώς, πρόκειται για μια συμβολική χειρονομία, αφού, αμέσως μετά, εγκαταλείπει τον σύζυγό της και αναχωρεί από την Κολομβία. Η συγγραφέας, ωστόσο, φαίνεται να υπαινίσσεται ότι οι γυναίκες τύπου μπονσάι παραμένουν μπονσάι. Η δύναμη της θέλησής τους συνήθως εξαντλείται στην επιλογή ενός νέου κηπουρού. Ετσι, πίσω από την απόφαση της ηρωίδας, θα αποκαλυφθεί τελικά ότι υπάρχει ένας ακόμη άνδρας.

Κλασική για τις συνθήκες διαβίωσης μιας έγγαμης γυναίκας θα χαρακτηριζόταν η «αβαθής γλάστρα», στην οποία η ηρωίδα, ως μπονσάι, μεταφυτεύτηκε με τον δεύτερο γάμο της. Παρότι τοποθετείται στην Μπογκοτά της Κολομβίας, χώρα που για τους Ευρωπαίους θεωρείται εξωτική. Σε αντίθεση, όμως, με τα διηγήματα του πρώτου βιβλίου της Σωτηριάδου, της συλλογής Ο τελευταίος ταύρος, που διαδραματίζονται εκεί, στο μυθιστόρημα ελάχιστα την απασχολούν οι περιγραφές της φύσης. Ανασταίνει, ωστόσο, την καθημερινότητα στην Μπογκοτά της δεκαετίας του 1980, περιγράφοντας αυτήν την πόλη στο οροπέδιο των Ανδεων σαν ένα ιδιότυπο μείγμα Αττικής και Ισπανίας. Κάνει, μάλιστα, και μια σχετικά σύντομη αναφορά στη βία του αντάρτικου κινήματος εκείνης της εποχής, ενσωματώνοντας στην πλοκή του μυθιστορήματος ένα περιστατικό τρομοκρατίας. Κατά τ' άλλα, η ηρωίδα προσαρμόζεται στον συγχρωτισμό με πεθερικά, κουνιάδους και ανίψια. Προπαντός, όμως, μαθαίνει να συμβιώνει με έναν άντρα γυναικοκατακτητή, πολυάσχολο και φιλόδοξο, που έχει λίγο διαθέσιμο χώρο στη ζωή του για μια σύζυγο, κι αυτός γίνεται ακόμη λιγότερος, όταν εμφανίζεται και μια μόνιμη ερωμένη. Οσο για την κοινή τους ευαισθησία απέναντι στο φυσικό περιβάλλον, που τους είχε ενώσει σε μια διαδήλωση της Γκρήνπις στο Τραφάλγκαρ Σκουέρ, αυτή μάλλον εξανεμίστηκε μόλις εκείνος ανέλαβε διευθυντής του κρατικού οργανισμού για τη διαχείριση και προστασία των φυσικών πόρων.

Με μια παρόμοια υπόθεση, το μυθιστόρημα θα κατατασσόταν στα ερωτικά με κοινωνικοψυχολογικές εμβαθύνσεις. Ομως, ένας συγγραφέας κερδίζει το λογοτεχνικό στοίχημα με τη μορφή, ίσως ακριβέστερα με το προσφυές δέσιμο μορφής και περιεχομένου. Αν δεχτούμε ότι ο μύθος συμπυκνώνεται στον συμβολισμό του μπονσάι, τότε η Σωτηριάδου, με τη μορφή που επιλέγει, θα λέγαμε ότι το κερδίζει. Εκ πρώτης όψεως, η μορφή δείχνει κοινότοπη, έτσι όπως ανοίγει το μυθιστόρημα, μετά τον θάνατο της ηρωίδας, με τον γιο της να ανακαλύπτει, σε απόκρυφο σημείο του αθηναϊκού σπιτιού τους, τα γραπτά της κατάλοιπα. Αναφέρονται ημερολόγια, τετράδια, αποκόμματα εφημερίδων και ένα σενάριο, για το οποίο εκείνη συχνά μιλούσε στα παιδιά της, ισχυριζόμενη ότι είναι «η αληθινή ιστορία της ζωής της». Η Σωτηριάδου, ωστόσο, δεν καταφεύγει στη συνήθη λύση της συρραφής ντοκουμέντων. Ως κυρίως σώμα του μυθιστορήματος εμφανίζει το ανευρεθέν σενάριο. Αυτό της επιτρέπει, αντί για διεξοδικές περιγραφές συναισθημάτων και σκέψεων, μεγάλο μέρος της ιστορίας να το παρουσιάζει σαν βουβές κινηματογραφικές σκηνές, με κοντινά και μακρινά πλάνα, τις οποίες εναλλάσσει με διαλογικά μέρη. Για παράδειγμα, ένας τρόπος για να δείξει την οικογενειακή ρουτίνα στα χρόνια μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού, όταν έχει αρχίσει η συναισθηματική απομάκρυνση, πολύ πριν πάρει την απτή μορφή μιας αντίζηλου, είναι με ζουμ σε φωτογραφίες, τραβηγμένες από τον σύζυγο, ο οποίος είναι και μανιώδης φωτογράφος. Με άλλα λόγια, επιστρατεύοντας κινηματογραφικούς τρόπους, αποτυπώνει εναργέστερα τα αισθήματα της ηρωίδας της, προβάλλοντας, συγχρόνως, την αντιστοιχία με τα μπονσάι της.

Ούτε, όμως, η Σωτηριάδου αρκείται σ' ένα είδος λόγου. Δημιουργεί αφηγηματικές νησίδες, ενθέτοντας στη ροή του σεναρίου τις χειρόγραφες σημειώσεις της ηρωίδας, που ο γιος της βρήκε ανάμεσα στα κατάλοιπα. Σε αυτές καταγράφονται σκέψεις, όνειρα αλλά και αποσπάσματα από τα διαβάσματά της. Οπως κάθε συγγραφέας, έτσι και η ηρωίδα μαθητεύει ή συνομιλεί με κάποιους συγγραφείς. Μόνο που για την περίπτωση η Σωτηριάδου επιλέγει λίγους και ξεχωριστούς. Για παράδειγμα, ως πρόλογο στο σενάριό της παραθέτει τη θεωρία του Τζόζεφ Κάμπελ για τα μυθολογικά ταξίδια ενός ήρωα. Σύμφωνα με αυτήν, τα έπη όλων των πολιτισμών, κατ' επέκταση και όλες οι μυθοπλαστικές ιστορίες που πηγάζουν από αυτά, ακολουθούν ένα σταθερό μοντέλο διαδοχής των περιπετειών. Με βάση αυτό πλάθει και τη δική της ιστορία: η ηρωίδα της ενδίδει «στο κάλεσμα για την περιπέτεια» και στο τέλος επιστρέφει οίκαδε μ' ένα παρηγορικό ελιξίριο. Θα της χρειαστεί, γιατί αυτή δεν θα ακολουθήσει το τελετουργικό ενός θανάτου, που είναι μια πιθανή κατάληξη του ταξιδιού, αλλά θα παρακολουθήσει το έργο της ζωής της μέχρι τέλους. Οπως κάνει και ο ήρωας στις «Ιεροτελεστίες» του Ολλανδού Κέες Νόοτεμποομ, ενός άλλου επίλεκτου συγγραφέα της Σωτηριάδου, στον οποίο, επιπροσθέτως, αναγνωρίζει έναν συγγενή λογοτέχνη. Και εκείνος είναι ένας κοσμοπολίτης συγγραφέας, μεταφραστής ισπανόφωνης λογοτεχνίας και λάτρης της ιαπωνικής τέχνης. Μόνο μία παρατήρηση. Η Σωτηριάδου παραφράζει την καταληκτική φράση, που δανείζεται. Υποθέτουμε για να τη δέσει με τη δική της ιστορία. Κι όμως, η φράση στο πρωτότυπο δείχνει να ταιριάζει περισσότερο. Η ηρωίδα της επιλέγει τη ζωή και όχι, λ.χ., την αυτοχειρία, γιατί το έργο της ζωής της είναι ευχάριστο. Κατά τον Νόοτεμποομ, η ζωή παρουσιάζεται πιο σύνθετη. Εμπεριέχει λυρικές, κωμικές, τρυφερές και σκληρές πτυχές. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Θραύσματα Μνήμης και Ιστορίας
Οι Ινκας μας δείχνουν τα ποιήματά τους
Ερωτες στον Παράδεισο
Ακανθώδη ερωτήματα για κάθε εποχή
Τρεις ευτυχείς στιγμές της Μικρής Αρκτου
Δημοκρατία ή καπιταλισμός; Το θανάσιμο δίλημμα
Ποίηση και εικόνα
Βιβλία από την Κρήτη για όλο τον κόσμο
Με τα φαντάσματα ή τις σκιές της βιβλιοθήκης
Το περίστροφο του Μαγιακόφσκι φωτίζει τρεις νέους έλληνες ποιητές
Ενα βιβλίο - μία (ή πολλές) ιστορία
Βιβλία σε στόματα λεόντων τις γιορτές
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Γυναίκες τύπου μπονσάι
Θραύσματα Μνήμης και Ιστορίας
Οι Ινκας μας δείχνουν τα ποιήματά τους
Ερωτες στον Παράδεισο
Ακανθώδη ερωτήματα για κάθε εποχή
Τρεις ευτυχείς στιγμές της Μικρής Αρκτου
Δημοκρατία ή καπιταλισμός; Το θανάσιμο δίλημμα
Ποίηση και εικόνα
Βιβλία από την Κρήτη για όλο τον κόσμο
Με τα φαντάσματα ή τις σκιές της βιβλιοθήκης
Το περίστροφο του Μαγιακόφσκι φωτίζει τρεις νέους έλληνες ποιητές
Ενα βιβλίο - μία (ή πολλές) ιστορία
Βιβλία σε στόματα λεόντων τις γιορτές
Συνέντευξη: Γιώργος Αλισάνογλου
Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη
Η τρίτη ανάγνωση
Αγαθόν το εξομολογείσθαι
Litteraterra
Ενα περιοδικό στη Γη της Λογοτεχνίας
Από τις 4:00 στις 6:00
Ανοίγοντας τις πόρτες με τα μουσικά κλειδιά
Αξιος του ονόματός του
Άλλες ειδήσεις
Στο δυνατό φώς των πρώτων εντυπώσεων
Μάθημα Ελπίδας στο Πανεπιστήμιο;
Καρτ ποστάλ Πρωτοχρονιά 2011
Ημιτελικός
Είναι στενόμυαλοι και αλαζόνες οι βραβευμένοι βρετανοί συγγραφείς
Κυοφορούμε τους νεκρούς για να υπάρξουμε απ' αυτούς
Οταν έρχονται τα σύννεφα