Έντυπη Έκδοση

Θραύσματα Μνήμης και Ιστορίας

Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου

επιμέλεια: Φανή Κωνσταντίνου, Johanna Weber, Σταύρος Πετσόπουλος

εκδόσεις Αγρα, Μουσείο Μπενάκη, σ. 646, ευρώ 110

Σε μία από τις ελάχιστες συνεντεύξεις που διασώζεται και παρατίθεται στο παρόν λεύκωμα, η Βούλα Παπαϊωάννου (1898-1990) αναφέρει ότι «φωτογραφία είναι μόνον η έκφραση», καθώς, θα συμπληρώναμε, αποτελεί τη στιγμιαία αντανάκλαση των εκδηλώσεων της ζωής, μια ποιητική σύνοψη τραγικών ή ευχάριστων γεγονότων, που αποτυπώνεται με καλλιτεχνική αφαίρεση στον καθρέφτη της ανθρώπινης ψυχής.

Το λεύκωμα της Βούλας Παπαϊωάννου υπηρετεί με αφοσίωση τη βασική αρχή της φωτογραφικής τέχνης και αποτυπώνει σε έξοχη ισορροπία την αντικειμενικότητα του φακού με την υποκειμενικότητα και την ελεγειακή προσέγγιση του προσωπικού της βλέμματος.

Οι καλλιτεχνικές ευαισθησίες της ελληνίδας φωτογράφου αποφορτίζονται προσωρινά από την ενασχόλησή της με τη μουσική και τη ζωγραφική, που την εισήγαγαν το 1917 στη Σχολή Καλών Τεχνών και την έφεραν σε επαφή με μερικές από τις σημαντικότερες πνευματικές προσωπικότητες της εποχής.

Οι πρώτοι καρποί του έρωτα της Βούλας Παπαϊωάννου με τον φωτογραφικό φακό γεννήθηκαν σχετικά αργά, στα μέσα της δεκαετίας του '30, αλλά διακρίνονταν εξαρχής για την αρτιότητα και την ωριμότητά τους, απόρροια των πνευματικών και καλλιτεχνικών της καταβολών.

Η σπουδή της στη φωτογραφία περιελάμβανε τη φωτογράφιση μουσειακών εκθεμάτων και αρχαίων μνημείων, όπου διδάχτηκε, μεταξύ άλλων, τις ορθές γωνίες λήψης ενός αντικειμένου, εισάγοντας παράλληλα τις δικές της εικαστικές παρεμβάσεις.

Χαρακτηριστικά, σε μία από τις καλύτερες φωτογραφίες της συγκεκριμένης περιόδου, το κάδρο της χωρίζεται σε δύο μέρη, με την αρχέγονη ομορφιά της φύσης να αποτελεί τον σιωπηλό μάρτυρα τεμαχισμένων κιόνων που «ψυχορραγούν» σε πρώτο πλάνο και ενώ στο φόντο στέκει υπαινικτική η ανθρώπινη παρουσία μέσα από την αξεδιάλυτη εικόνα του σύγχρονου άστεως.

Στο παρόν λεύκωμα συγκεντρώνονται μερικές από τις πλέον αντιπροσωπευτικές και καλλιτεχνικά ιδιαίτερες «δημιουργίες» της, που παρουσιάζονται από τους επιμελητές της έκδοσης με θεματική ενότητα και χρονική ακολουθία.

Από τα πρώτα της βήματα και τη φωτογράφιση μουσειακών εκθεμάτων και αρχαίων μνημείων, η Βούλα Παπαϊωάννου περνά στην πολυτάραχη περίοδο της Κατοχής και του ελληνικού Εμφυλίου, με εικόνες που συγκλονίζουν και εξακολουθούν να προβληματίζουν, καθώς η ιστορική τους βαρύτητα επιφορτίζεται με τη διαχρονικότητα της Τέχνης και του ουμανισμού.

Η είσοδος της χώρας μας στον πόλεμο σήμανε την πλήρη μεταστροφή των προτεραιοτήτων της και η ελληνίδα φωτογράφος συνδέεται άμεσα με το ιστορικό περιβάλλον. Τα εύρωστα και καλοσχηματισμένα αγάλματα λαμβάνουν σάρκα και οστά, με τη Βούλα Παπαϊωάννου να αποτυπώνει την επιθανάτια μετάβαση των κάτισχνων σωμάτων.

Η χρονική αλληλουχία των φωτογραφιών προσφέρει σε όσους δεν βίωσαν την οδύνη των γεγονότων μια γλαφυρή διήγηση, ενώ ταυτόχρονα ανασύρει τον μνησιπήμονα πόνο των επιζώντων του ολέθρου. Οι εικόνες από την Κατοχή και τον Εμφύλιο δεν εντάσσονται στην κατηγορία του ιστορικού φωτορεπορτάζ, καθώς η Παπαϊωάννου δεν φωτογράφιζε το ιστορικό γεγονός στη δραματική κορύφωσή του, αλλά αποτύπωνε τη μετέπειτα καταλυτική του επίδραση σε ψυχές, σώματα και ανθρώπινα έργα.

Επηρεασμένη από το «ρεύμα του ανθρωπισμού» στη φωτογραφία, που άνθησε τις δεκαετίες του '40 και του '50, οι φωτογραφίες της Παπαϊωάννου εστιάζουν πρώτιστα στον άνθρωπο.

Σχοινοβατώντας μεταξύ ζωής και θανάτου -καθώς η λήψη φωτογραφιών απαγορευόταν αυστηρά από τις κατοχικές δυνάμεις- η Βούλα Παπαϊωάννου προχώρησε με αυταπάρνηση στη δική της ιδιαίτερη αντίσταση, αποτυπώνοντας την εξαθλίωση και τον αφανισμό εντός των τειχών του κλεινού άστεως.

Οι φωτογραφίες των σκελετωμένων - ετοιμοθάνατων παιδιών φαντάζουν ανεξάρτητες από το ευρύτερο σύνολο των υπόλοιπων φωτογραφιών, καθώς συνιστούν τη μοναδική μορφή «στρατευμένης τέχνης» που πραγματοποίησε καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής της. Η ελληνίδα φωτογράφος είχε πλήρη επίγνωση ότι οι αισθητικές ιδιαιτερότητες και οι καλλιτεχνικοί προσανατολισμοί ακυρώνονται ή κρίνονται ασύμβατοι όταν τίθενται αντιμέτωποι με τον ορισμό της ανθρώπινης κτηνωδίας. Ταγμένη στην ιερή αποστολή της, η Παπαϊωάννου απλώς φωτογράφιζε και ο φακός μετατρεπόταν σε προέκταση του σώματός της, εξάγοντας μια στεντόρεια κραυγή απελπισίας.

Η «λαθραία» εξαγωγή των εν λόγω συνταρακτικών εικόνων εκτός των συνόρων πέτυχε τον αποκλειστικό σκοπό για τον οποίο τραβήχτηκαν και επέσπευσε την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας από το εξωτερικό.

Το υπόλοιπο και εκτενέστερο φωτογραφικό υλικό από την Κατοχή και τον Εμφύλιο διαφέρει από τη «στράτευση» και τη «ρητορεία» και επιτυγχάνει να αλιεύσει το συναίσθημα του θεατή, χωρίς να ακολουθεί την παρακαμπτήρια και βολική οδό της επιτήδευσης. Η «δυσκολία» των εν λόγω εικόνων συνίσταται στο ότι αποτυπώνουν τραυματικά γεγονότα που προκαταλαμβάνουν το συναίσθημα, καθώς έχουν υπεισέλθει άμεσα ή υποδόρια στο συλλογικό υποσυνείδητο του ελληνικού έθνους.

Η Βούλα Παπαϊωάννου, επιδεικνύοντας έντονη ποιητική διάθεση, «εισάγει» αφηρημένα αφηγηματικά στοιχεία και υπερκερά τον προκείμενο θεματικό σκόπελο.

Τα πρόσωπα που συμμετείχαν δραστικά στα γεγονότα του Εμφυλίου και της Κατοχής, ανάπηροι πολέμου και «επαναπατρισμένοι» εξόριστοι ή αιχμάλωτοι, αποδίδονται με μια μετέωρη αμφισημία χαρακτηριστικών στοιχείων.

Μορφές εξαϋλωμένες, χαραγμένες ανεξίτηλα από το ανθρώπινο μίσος, κινούνται στα όρια του θανάτου, έχοντας αποτυπωμένο στο βλέμμα τους έναν συνδυασμό άσβεστης οργής, καρτερίας, αξιοπρέπειας και ελπίδας. Αντιθέτως, οι αθέατοι ήρωες της μετεμφυλιακής περιόδου, εργάτες που ανοικοδόμησαν τα ερείπια των πόλεων, αλλά και ρακένδυτοι βιοπαλαιστές του επαρχιακού περιβάλλοντος, αντιμετωπίζονται με μια τάση εξύψωσης, χωρίς να γίνονται αντικείμενο πολιτικής ή ιδεολογικής-ταξικής σκοπιμότητας. Η γωνία λήψης εξισορροπεί την αποσπασματικότητα της στιγμιαίας απεικόνισης και το ψυχικό σθένος εισάγει μια αχτίδα φωτός στις τραγικές συνθήκες διαβίωσης. Ο δυναμισμός στην έκφραση φωτογραφίζεται συνήθως από το ύψος του προσώπου, ενώ η καρτερία και ο μόχθος είθισται να αποτυπώνονται με τον φακό να εστιάζει από κάτω προς τα πάνω (κοντρ πλονζέ), γεγονός που γιγαντώνει τις ανθρώπινες φιγούρες και τις απομακρύνει από μια λαϊκίστικη αντιμετώπιση συγκίνησης και οίκτου.

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου, η Βούλα Παπαϊωάννου επιστρέφει στο γνώριμο ελληνικό τοπίο, που παρατίθεται στο τελευταίο μέρος του λευκώματος και φαντάζει σαν τον καταγάλανο ουρανό μετά την καταιγίδα.

Οι επιμελητές επιτυγχάνουν μέσα από ένα μνημειώδες σύνολο χιλιάδων φωτογραφιών να επιλέξουν τις πλέον αντιπροσωπευτικές και ιδιαίτερες, που τοποθετούνται δεξιοτεχνικά στο παρόν λεύκωμα και εντείνουν την ποιητικότητα και την ιστορική του αξία.

Λαίδη Αννα: Αχρείε! Δεν ξέρεις νόμο θείο ούτε ανθρώπινο,και το πιο άγριο κτήνος νιώθει κάποιο έλεος.

Γλόστερ: Εγώ δεν αισθάνομαι το παραμικρό, είμαι άνθρωπος.

Ουίλιαμ Σαίξπηρ/ Βασιλιάς Ριχάρδος ο Γ'

(Πράξη Α', Σκηνή 2) *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Γυναίκες τύπου μπονσάι
Οι Ινκας μας δείχνουν τα ποιήματά τους
Ερωτες στον Παράδεισο
Ακανθώδη ερωτήματα για κάθε εποχή
Τρεις ευτυχείς στιγμές της Μικρής Αρκτου
Δημοκρατία ή καπιταλισμός; Το θανάσιμο δίλημμα
Ποίηση και εικόνα
Βιβλία από την Κρήτη για όλο τον κόσμο
Με τα φαντάσματα ή τις σκιές της βιβλιοθήκης
Το περίστροφο του Μαγιακόφσκι φωτίζει τρεις νέους έλληνες ποιητές
Ενα βιβλίο - μία (ή πολλές) ιστορία
Βιβλία σε στόματα λεόντων τις γιορτές
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Γυναίκες τύπου μπονσάι
Θραύσματα Μνήμης και Ιστορίας
Οι Ινκας μας δείχνουν τα ποιήματά τους
Ερωτες στον Παράδεισο
Ακανθώδη ερωτήματα για κάθε εποχή
Τρεις ευτυχείς στιγμές της Μικρής Αρκτου
Δημοκρατία ή καπιταλισμός; Το θανάσιμο δίλημμα
Ποίηση και εικόνα
Βιβλία από την Κρήτη για όλο τον κόσμο
Με τα φαντάσματα ή τις σκιές της βιβλιοθήκης
Το περίστροφο του Μαγιακόφσκι φωτίζει τρεις νέους έλληνες ποιητές
Ενα βιβλίο - μία (ή πολλές) ιστορία
Βιβλία σε στόματα λεόντων τις γιορτές
Συνέντευξη: Γιώργος Αλισάνογλου
Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη
Η τρίτη ανάγνωση
Αγαθόν το εξομολογείσθαι
Litteraterra
Ενα περιοδικό στη Γη της Λογοτεχνίας
Από τις 4:00 στις 6:00
Ανοίγοντας τις πόρτες με τα μουσικά κλειδιά
Αξιος του ονόματός του
Άλλες ειδήσεις
Στο δυνατό φώς των πρώτων εντυπώσεων
Μάθημα Ελπίδας στο Πανεπιστήμιο;
Καρτ ποστάλ Πρωτοχρονιά 2011
Ημιτελικός
Είναι στενόμυαλοι και αλαζόνες οι βραβευμένοι βρετανοί συγγραφείς
Κυοφορούμε τους νεκρούς για να υπάρξουμε απ' αυτούς
Οταν έρχονται τα σύννεφα