Έντυπη Έκδοση

Δημοκρατία ή καπιταλισμός; Το θανάσιμο δίλημμα

Colin Crouch

Μεταδημοκρατία

εισαγ.-μτφρ.: Αλέξανδρος Κιουπκιολής

εκδόσεις Εκκρεμές, σ. 206, ευρώ 16,66

Η πολιτική των Νέων Εργατικών του Τόνι Μπλερ στην Αγγλία αποξένωσε αναπόδραστα μεγάλο μέρος της βάσης του κόμματος, που είχε γαλουχηθεί με σοσιαλιστικές ιδέες, και αρκετές επικρίσεις τα πρόσφατα χρόνια προήλθαν από τους ευρύτερους κύκλους του. Το βιβλίο του Michael Fitzpatrick, Η τυραννία της υγείας (Πολύτροπον 2004, μτφρ. Ασπα Γολέμη, επιμ. Β. Γεωργίου - Θ. Παπαγεωργίου), για παράδειγμα, είναι μια δριμύτατη κριτική των πολιτικών παρεμβάσεων στη δημόσια υγεία που, μέσα από την αυξανόμενη ιατρική παρέμβαση στον συλλογικό βίο (περιλαμβανομένης της αντικαπνιστικής υστερίας), μοιάζει να ενσαρκώνει το ολοκληρωτικό όνειρο μιας υγειονομικά ελεγχόμενης κοινωνίας-στρατοπέδου. Η Μεταδημοκρατία (2003), του κοινωνιολόγου και ακαδημαϊκού Colin Crouch, μολονότι έχει πολύ ευρύτερη σκόπευση, αντλεί εμφανώς από την ίδια φλέβα. Εναντιούμενη σε έωλες θεωρητικοποίησεις τύπου Τρίτου Δρόμου, που λειτουργούν ως αδέξιες συγκαλύψεις μιας σειράς χαμερπών υπαναχωρήσεων της λεγόμενης Κεντροαριστεράς, προσπαθεί να εννοιοδοτήσει τη βαθιά κρίση της δημοκρατικής πολιτικής κατά τη μετάβαση στον 21ο αιώνα.

Ξεκινάει επισημαίνοντας ένα πρόδηλο παράδοξο: στις ημέρες μας η δημοκρατία μοιάζει να βρίσκεται σε πρωτοφανή κοσμοϊστορική ακμή, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των εθνικών κρατών έχει αποδεχθεί τυπικούς δημοκρατικούς θεσμούς, ενώ η αξιακή συναίνεση που έχει επιτευχθεί αναφορικά με το δημοκρατικό ιδεώδες είναι υψηλότερη από κάθε άλλη φορά στην ιστορία· και ταυτόχρονα, ποτέ οι κατ' όνομα δημοκρατικές διαδικασίες δεν ήταν σε τέτοιο βάθος φθαρμένες και υπονομευμένες από συνασπισμούς συμφερόντων, ποτέ η πραγματική, υλική ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων δεν ήταν μεγαλύτερη, ποτέ ο αυταρχικός προγραμματισμός και έλεγχος της ζωής δεν είχε πλήξει σε τέτοια βάθη τον ατομικό και συλλογικό βίο. Παρότι ο Colin Crouch δεν τολμάει να χρησιμοποιήσει έναν τόσο δριμύ όρο, κατ' ουσίαν μιλάει για ό,τι ευλόγως μπορούμε ν' αποκαλέσουμε ολοκληρωτική μετάλλαξη της νεωτερικής, δυτικής «δημοκρατίας». Για να περιγράψει αυτή τη δέσμη φαινομένων, εν πάση περιπτώσει, εισάγει τον όρο που δίνει τον τίτλο του βιβλίου του («μεταδημοκρατία»).

Ο όρος επιδιώκει να συλλάβει μια κυρίαρχη τάση μεταμόρφωσης των δυτικών δημοκρατιών -που αποτυπώνεται εύγλωττα στις πρακτικές της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, τύπου Σρέντερ ή Ζοσπέν, ας πούμε- όπου, κάτω από το κενό περίβλημα θεσμικών μορφωμάτων κατά το μάλλον ή ήττον δημοκρατικών, το πολιτικό σώμα αποκόπτεται όλο και περισσότερο από τη λήψη αποφάσεων και τη διαμόρφωση πολιτικών προτεραιοτήτων, η πολιτική γίνεται μια κλειστή υπόθεση «λίγων», τα κοινωνικά πράγματα ελέγχονται όλο και ασφυκτικότερα από μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία, που βάλλει κατά των πολιτικών ισότητας και αναδιανομής του πλούτου, ενώ χειραγωγεί με πρωτοφανούς ισχύος μηχανισμούς τα λαϊκά στρώματα, επιδιώκοντας τη μεγέθυνση των προνομίων της και την περαιτέρω ενίσχυση της ηγεμονικής της θέσης. Κεντρική σε αυτή τη δέσμη των εξελίξεων είναι η σταδιακή ώσμωση ανάμεσα στην πολιτική και τα εταιρικά συμφέροντα, το κράτος δηλαδή και τις διεθνοποιημένες επιχειρήσεις, που τείνουν να συμπήξουν μια ενοποιημένη οικονομικοπολιτική εξουσία, αίροντας τις παραδοσιακές διαμεσολαβήσεις, που επέτρεπαν τη σύνταξη πολιτικών υποκειμένων. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί εκτρέπονται σε μη πολιτικές μορφές έκφρασης, οι οποίες κυμαίνονται από άναρθρα ξεσπάσματα τυφλής βίας μέχρι την ενίσχυση του εθνικισμού, της ξενοφοβίας, του ρατσισμού κ.λπ., που στοχοποιούν ακόμη πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες και κατακερματίζουν ολοένα βαθύτερα το λαϊκό σώμα.

Το κρισιμότερο είναι να διαγνώσουμε τις αιτίες αυτής της ανησυχητικής μετάλλαξης των σύγχρονων κοινωνιών. Ο ίδιος ο Crouch την αποδίδει πρωτίστως στη συρρίκνωση της βιομηχανικής εργατικής τάξης από τη δεκαετία του 1970 και μετά, εν πολλοίς χάρη στην επέκταση των νέων τεχνολογιών και την αυξανόμενη αυτοματοποίηση της παραγωγής. Η δομική ανεργία, παράπλευρη συνέπεια αυτού του μετασχηματισμού της εργασίας, αποδυνάμωσε ακόμα περισσότερο τις εργαζόμενες τάξεις και, σε συνδυασμό με την κατάρρευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, που ενσάρκωνε, έστω υποθετικά, ένα αντίπαλο δέος, διευκόλυνε τις κινήσεις φυγής των επιχειρηματικών ομίλων που, ενισχυμένοι απεριόριστα απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας, είχαν κάθε συμφέρον από την άρση των μεταπολεμικών κεϊνσιανών συμβιβασμών της κοινωνικής δημοκρατίας. Από την άλλη πλευρά, το πλαίσιο διεθνούς διακυβέρνησης που εγκαθιδρύθηκε με την Παγκόσμια Τράπεζα, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τον Οργανισμό για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη και την Ευρωπαϊκή Ενωση, είναι μονοσήμαντα προσανατολισμένο στην ελεύθερη δράση των επιχειρήσεων, πράγμα που στην πράξη εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μεγαλύτερων εταιρειών και οδηγεί μοιραία στη σύμπηξη ανενδοίαστων ολιγοπωλίων.

Η διαγνωστική του συγγραφέα -που μόνο τα αδρότερα σημεία της παρουσίασα εδώ- είναι οπωσδήποτε οξυδερκής και ανασκευάζεται δύσκολα. Υπάρχει επιπλέον στη σκέψη του ένα τυπικά βρετανικό μείγμα ριζοσπαστικότητας και πραγματισμού, που τον ωθεί μέχρι του σημείου να μιλήσει για «άμεση δημοκρατία», δίνοντας έμφαση στο τοπικό επίπεδο, στην περιφερειακή αυτοδιοίκηση και στις συμβουλιακές δράσεις των πολιτών. Εναποθέτει τις ελπίδες του στην προοπτική αναθέρμασης των πολιτικών πρωτοβουλιών «από τα κάτω», στη συγκρότηση νέων ταυτοτήτων και στην ανάδυση νέων συλλογικών υποκειμένων. Οι περιορισμοί του, όμως, αρχίζουν να διαφαίνονται όταν πρέπει να τοποθετηθεί στο πρώτιστο ζήτημα, στο οποίο οφείλει να πάρει θέση κάθε πολιτική σκέψη σήμερα, εάν τουλάχιστον έχει την αξίωση να ληφθεί σοβαρά υπ' όψιν - τη νομιμότητα ή μη του καπιταλισμού. Οπως το συνοψίζει στο εύστοχο εισαγωγικό του σημείωμα -όπου, εκτός από μια κριτική επισκόπηση των ιδεών του συγγραφέα, επιχειρεί μιαν ανίχνευση των όρων της «μεταδημοκρατίας» στην πρόσφατη ελληνική πραγματικότητα- ο Αλέξανδρος Κιουπκολής, σε συμπαράθεση με τις προβληματικές άλλων θεωρητικών του μεταδημοκρατικού γεγονότος, όπως ο Jacques Ranciere και η Chantal Mouffe: «Στη δουλειά τής Mouffe, λόγου χάριν, εξέχουσα θέση επέχει η έννοια του πολιτικού ανταγωνισμού και του ριζικού πλουραλισμού, η κριτική της ιδεοληψίας ότι οι ύστερες καπιταλιστικές δημοκρατίες είναι μονόδρομος, η επίθεση στη συναινετική κεντροαριστερά (...) Η ίδια, όμως, συγγραφέας περιχαρακώνει τους σημερινούς στόχους της ριζοσπαστικής πολιτικής στα όρια της "τιθάσευσης του καπιταλισμού" και παρουσιάζει τη ρύθμιση των αγορών μαζί με την αναβάθμιση του κράτους πρόνοιας ως τη λύση στο παρόν διακύβευμα. (...) Μια ανάλογη παλινδρόμηση συναντούμε και στον Crouch, ο οποίος, π.χ., περιγράφει διεξοδικά τις επιπτώσεις που έχει στη δημοκρατία η δράση των παγκόσμιων καπιταλιστικών εταιρειών, για να κλείσει λέγοντας (στο τελευταίο κεφάλαιο) ότι δεν υπάρχει εναλλακτική μορφή οικονομικής οργάνωσης, που να προσφέρει τα ίδια πλεονεκτήματα. Συνεπώς, το μόνο που μπορούμε σήμερα να επιδιώξουμε είναι η δημοκρατική επόπτευση των δραστηριοτήτων τους. (...) Στις προτάσεις αυτές των στοχαστών της μεταδημοκρατίας θα μπορούσε κανείς να διαγνώσει αφέλεια και για τον λόγο ότι μοιάζουν να μην έχουν αφομοιώσει το ιστορικό μάθημα των τελευταίων 30 ετών γύρω από τον σοσιαλδημοκρατικό συμβιβασμό: ακριβώς επειδή δεν έθιξε δομικά γνωρίσματα της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας στο πεδίο των σχέσεων παραγωγής, επέτρεψε την αντεπίθεση του ιδιωτικού κεφαλαίου και τη δυσμενέστατη ανατροπή των συσχετισμών σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. (...) Η ασυνέπεια έγκειται στο ότι στις συγκεκριμένες προτάσεις, που συνομολογούν ότι η καπιταλιστική οικονομία της αγοράς αποτελεί αναπόδραστο ορίζοντα της πολιτικής σκέψης και δράσης, ο Crouch και η Mouffe προσυπογράφουν τους ίδιους τους βασικούς όρους της μεταδημοκρατικής συναίνεσης, που αμφισβητούν στην κριτική τους ανάλυση» (σελ. 21-23 passim). *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Γυναίκες τύπου μπονσάι
Θραύσματα Μνήμης και Ιστορίας
Οι Ινκας μας δείχνουν τα ποιήματά τους
Ερωτες στον Παράδεισο
Ακανθώδη ερωτήματα για κάθε εποχή
Τρεις ευτυχείς στιγμές της Μικρής Αρκτου
Ποίηση και εικόνα
Βιβλία από την Κρήτη για όλο τον κόσμο
Με τα φαντάσματα ή τις σκιές της βιβλιοθήκης
Το περίστροφο του Μαγιακόφσκι φωτίζει τρεις νέους έλληνες ποιητές
Ενα βιβλίο - μία (ή πολλές) ιστορία
Βιβλία σε στόματα λεόντων τις γιορτές
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Γυναίκες τύπου μπονσάι
Θραύσματα Μνήμης και Ιστορίας
Οι Ινκας μας δείχνουν τα ποιήματά τους
Ερωτες στον Παράδεισο
Ακανθώδη ερωτήματα για κάθε εποχή
Τρεις ευτυχείς στιγμές της Μικρής Αρκτου
Δημοκρατία ή καπιταλισμός; Το θανάσιμο δίλημμα
Ποίηση και εικόνα
Βιβλία από την Κρήτη για όλο τον κόσμο
Με τα φαντάσματα ή τις σκιές της βιβλιοθήκης
Το περίστροφο του Μαγιακόφσκι φωτίζει τρεις νέους έλληνες ποιητές
Ενα βιβλίο - μία (ή πολλές) ιστορία
Βιβλία σε στόματα λεόντων τις γιορτές
Συνέντευξη: Γιώργος Αλισάνογλου
Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη
Η τρίτη ανάγνωση
Αγαθόν το εξομολογείσθαι
Litteraterra
Ενα περιοδικό στη Γη της Λογοτεχνίας
Από τις 4:00 στις 6:00
Ανοίγοντας τις πόρτες με τα μουσικά κλειδιά
Αξιος του ονόματός του
Άλλες ειδήσεις
Στο δυνατό φώς των πρώτων εντυπώσεων
Μάθημα Ελπίδας στο Πανεπιστήμιο;
Καρτ ποστάλ Πρωτοχρονιά 2011
Ημιτελικός
Είναι στενόμυαλοι και αλαζόνες οι βραβευμένοι βρετανοί συγγραφείς
Κυοφορούμε τους νεκρούς για να υπάρξουμε απ' αυτούς
Οταν έρχονται τα σύννεφα