Έντυπη Έκδοση

Γυναικείο ντεμπούτο στην οθόνη

ΓΙΟΥΛΑ ΜΠΟΥΝΤΑΛΗ

«Χώρα προέλευσης» (Ηδη προβάλλεται)

Με έμπνευση την καθημερινότητα

Στην περίπτωσή της η υποκριτική πάει μαζί με το γράψιμο. Εκτός από πρωταγωνίστρια είναι και συν-σεναριογράφος της ταινίας του Σύλλα Τζουμέρκα. Παρέα φτάσανε μέχρι τη φετινή Μπερλινάλε. Υπήρξαν άλλωστε συμφοιτητές στο Stella Adler's Studio της Νέας Υόρκης και δούλεψαν μαζί στη μικρού μήκους «Βροχή». «Με τον Σύλλα έχουμε κοινούς προβληματισμούς». Και να που τώρα, υπό τις σκηνοθετικές του οδηγίες, ερμηνεύει μια κοπέλα που σχετίζεται ερωτικά με τα ξαδέρφια της (Χρ. Πασσαλής, Θ. Σαμαράς)...

«Ηδη από το 2006 γράφαμε μαζί το σενάριο. Μεγάλωνε μαζί με μας και μαζί με τις ταραχές στη χώρα. Αρχικά εμπνευστήκαμε από τις καθιστικές διαμαρτυρίες για τη βάση της Σούδας. Ομως σιγά σιγά η κατάσταση όχι μόνο στους δρόμους της Αθήνας αλλά και στην ελληνική οικογένεια γινόταν όλο και πιο ακραία. Ετσι, γινόταν και το σενάριο πιο ακραίο». Αποκορύφωμα, οι εξεγέρσεις του Δεκέμβρη.

Γεννημένη στην Αθήνα, η Γιούλα τέλειωσε το τμήμα Θεατρικών Σπουδών. Στο Ρέθυμνο όμως ήταν που «έγινε μια έκρηξη στο μυαλό μου», όταν ξεκίνησε μεταπτυχιακά στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου με τον Θόδωρο Χατζηπανταζή. Πρόσφατα έζησε και στην Αγγλία: «Παρακολούθησα σεμινάρια υποκριτικής και πηγαινοερχόμουν για τα γυρίσματα της "Χώρας"».

Στο ενεργητικό της έχει ένα ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε στο «Γκέτε» («Κοινή κουζίνα») και έναν θεατρικό μονόλογο: τον «Καυκασιανό φοίνικα». Το έργο θα ανεβαστεί ξανά, στις αρχές Δεκεμβρίου, στον χώρο «Προσωρινός» (Δεινοκράτους 103). Μονη επί σκηνής, με ξανθιά περούκα, θα ερμηνεύσει μια κοπέλα που συνδέεται έντονα με τον χώρο όπου μεγάλωσε. «Το μισό σκηνικό θα είναι άδειο. Το άλλο μισό βαριά επιπλωμένο». Σκηνοθετεί ένας καλός ηθοποιός: ο Γιώργος Συμεωνίδης («Ψυχή βαθιά»).

Ο ρόλος της στη «Χώρα προέλευσης», μιας δημοσιογράφου της ΕΤ3, είναι ρόλος κλειδί. Γύρω της πλέκεται ένα αιμομεικτικό τρίγωνο. Δεν μοιάζει λίγο ακραίο αυτό;

«Ναι, είναι ακραίο. Αλλά μιλάμε για μια αρρωστημένη, εσωστρεφή ελληνική οικογένεια. Δεν ξέρω αν είναι μια τυπική ελληνική οικογένεια, αποτελεί όμως ένα διαδεδομένο μοντέλο που έχει ψευτοτακτοποιήσει για χρόνια τα ζητήματά της. Οπως η χώρα μας. Ενώ τα προβλήματα υπάρχουν. Και επιδεινώνονται ραγδαία. Εξ ου και τα επεισόδια...»

Η κοπέλα που ενσαρκώνει «είναι ένα πρόσωπο που κατά τα φαινόμενα μεγαλώνει φυσιολογικά, σε αντίθεση με τα ξαδέρφια της, που μεγαλώνουν χωριστά (σ.σ.: η μητέρα τους κρίνεται ακατάλληλη μάνα). Ομως απορροφά τους κραδασμούς των υπόλοιπων σχέσεων, που νοσούν. Θέλει απεγνωσμένα να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Κι αυτό την οδηγεί σε μια σκοτεινή πλευρά του έρωτα. Δίνεται ολόκληρη στους δικούς της. Συνδέεται με τους γονείς της με έναν παιδικό τρόπο. Και με τα ξαδέρφια της με έναν ερωτικό τρόπο...»

ΕΦΗ ΛΟΓΓΙΝΟΥ

«45 τ.μ.» (Στα σινεμά στις 18 Νοεμβρίου)

Από τη λογιστική στην υποκριτική

Στις δύσκολες εποχές που διανύουμε είναι πολύ εύκολο να ταυτιστείς με την ηρωίδα που η Εφη ενσαρκώνει στη νέα ταινία του Στράτου Τζίτζη: μια κοπέλα της διπλανής πόρτας που ανήκει στη λεγόμενη «γενιά των 700 ευρώ». Μια πωλήτρια που αποφασίζει να αφήσει το πατρικό της και να νοικιάσει ένα διαμερισματάκι 45 τ.μ. μ' ένα στρώμα στο πάτωμα για κρεβάτι. «Κι εμένα μου έχει συμβεί να μην έχω χρήματα και να αυτοσχεδιάζω» παραδέχεται η νεαρή ηθοποιός.

Γεννήθηκε στη Σουηδία και μεγάλωσε στην Πάτρα. «Θυμάμαι ακόμα στο σουηδικό νηπιαγωγείο να κάνουμε εντατικά θέατρο, μπαούλα γεμάτα κοστούμια κι εμένα να υποδύομαι ρόλους». Ισως γι' αυτό παράτησε χωρίς ενδοιασμό τη λογιστική («θα ήμουν δυστυχισμένη») και βρέθηκε στη δραματική σχολή του Γιώργου Κιμούλη.

Τα τελευταία οκτώ χρόνια δουλεύει στο θέατρο. Πέρυσι πρωταγωνίστησε στο «Παιχνίδι του έρωτα και της τύχης» του Μαριβό, ενώ έκανε κάποια περάσματα και στην τηλεόραση. Ο Τζίτζης την πρόσεξε και της ζήτησε να περάσει από δοκιμαστικά. «Αρχικά σκεφτόταν μήπως πάρει ερασιτέχνη, διότι το ύφος της ταινίας είναι ντοκιμαντερίστικο. Είναι ρόλος απαιτητικός, μου τόνιζε». Είναι αλήθεια: όλη η ταινία είναι πάνω της. «Δούλεψα πολύ. Πήγα στο Μπουρνάζι, μίλησα με πολλά κορίτσια που δουλεύουν για 700 ευρώ. Κάποια σπουδάζουν ταυτόχρονα. Αλλα κάνουν δύο δουλειές. Αλλα συντηρούνται από την οικογένειά τους, αν και ονειρεύονται, όπως η ηρωίδα μου, να ζήσουν μόνες τους. Κι εγώ δούλεψα. Σε καφετερία, σε εστιατόριο. Εκανα το μοντέλο σε ζωγράφο. Δεν ήθελα να με τρέφουν οι γονείς μου. Κι όμως, έχω αρνηθεί προτάσεις στην τηλεόραση που θα με έκαναν να ζω πολύ άνετα».

Στην ταινία εμφανίζεται ολόγυμνη. «Πιστεύω πως είχα την κρίση να το αποφασίσω αυτό. Ενιωσα πως πετώντας τα ρούχα της η ηρωίδα είναι σαν να πετάει την παλιά της ζωή. Η ταινία αυτή άλλωστε μιλάει για έναν άνθρωπο στις μικρές στιγμές του».

Στην προηγούμενη ταινία του Στράτου Τζίτζη, το «Σώσε με», η ηρωίδα βρίσκει τη σωτηρία στο πρόσωπο ενός άντρα. «Εδώ δεν τη σώζει κανείς. Ολα εναπόκεινται στην ίδια. Γρήγορα συνειδητοποιεί πως αυτή είναι η πόλη της, όμως η ίδια και οι ξένοι έχουν κάτι κοινό: την προσπάθειά τους να επιβιώσουν».

ΚΑΤΙΑ ΓΚΟΥΛΙΩΝΗ

«Μέσα στο δάσος» (Ηδη προβάλλεται)

«Η απόλυτη ελευθερία είναι σκληρή»

Ευφυής, «ψαγμένη», με φυσική αφτιασίδωτη ομορφιά. Στο κινηματογραφικό της ντεμπούτο έπεσε στα «βαθιά». Δεν είναι κι εύκολο να παίζεις σε ένα πανσεξουαλικό κινηματογραφικό παραμύθι μέσα στη φύση. Με την κάμερα μιας φωτογραφικής μηχανής κολλημένη στο πρόσωπό σου, «σαν εφαψίας», όπως λέει ο σκηνοθέτης της ταινίας, Αγγελος Φραντζής.

«Το θέμα με τρόμαξε λίγο αρχικά. Ομως η σχέση που δημιουργήθηκε με τον Αγγελο και τους άλλους διέλυσε τις αμφιβολίες μου. Επί δύο μήνες ζούσαμε μέσα στη φύση. Σε σκηνές. Οκτώ άτομα. Ηταν πρωτόγνωρο. Αυτή η έλλειψη ιδιωτικότητας ήταν το πιο δύσκολο» μας είπε.

Αυτόν τον καιρο θα την απολαύσουμε και στο «Reunion» του Ντέιβιντ Μάμετ, στο θέατρο «Τόπος Αλλού». Και μάλιστα με συμπρωταγωνιστή τον Γ. Κοκιασμένο, που γνωρίσαμε στη «Στρέλλα» του Κούτρα. «Το θέμα είναι η συνάντηση ενός μπαμπά και μιας κόρης μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια. Σκηνοθετεί ο κινηματογραφιστής Γρηγόρης Ρέντης, που έχει στο ενεργητικό του τέσσερις μικρού μήκους».

Η Κάτια έχει εκπαιδευθεί σε ένα συγκεκριμένο είδος θεάτρου: το «playback theatre». «Βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό και "πατάει" πάνω σε ιστορίες από το κοινό. Συνεργάστηκα στενά με τον Ν. Καραγεώργο».

Και η ίδια όμως έχει σκηνοθετήσει στο παρελθόν δύο παραστάσεις στο «Booze». Στο «Baby» μάλιστα έπαιζε κιόλας. «Δεν έβρισκα δουλειά και ήταν ένας τρόπος να εκφραστώ. Το θέατρο σε ενεργοποιεί. Δυστυχώς εδώ επικρατεί μια μιζέρια γύρω από την ανεργία των ηθοποιών. Στις σχολές καλλιεργείται η νοοτροπία "σκέψου καλά πριν κάνεις κάτι". Επικρατεί ένας φόβος μήπως κάνουν καμιά βλακεία. Η δική μου λογική; "Κάνε πρώτα και μετά σκέψου". Σπάνια ακούς στη σχολή ότι είναι ωραία αυτή η δουλειά. Αυτό σε εγκλωβίζει».

Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και την Εύβοια, αλλά ζει στην Αθήνα τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι αριστούχος της δραματικής σχολής του Γ. Θεοδοσιάδη, ελπίζει και... καπνίζει αρειμανίως: «Είναι ωραίος ο καπνός! Θυμώνω λίγο με αυτήν την απαγόρευση. Νιώθω πως είναι μια βιτρίνα πολιτισμού. Οχι μια νίκη της υγείας αλλά των ασφαλιστικών εταιρειών. Να σας πω κάτι; Θα προτιμούσα την απόλυτη καπναπαγόρευση. Πώς ήταν κάποτε η ποταπαγόρευση; (γελάει)».

Το «Μέσα στο δάσος» είναι μια τολμηρή ταινία με αρκετές σκηνές γυμνού, που καταλήγει σε ένα ερωτικό τρίο: δύο άντρες, μία γυναικα. «Δεν είχα αναστολές γύρω από αυτό. Πιστεύω πως η επιθυμία απευθύνεται και στα δύο φύλα. Κι εγώ θα θαυμάσω εξίσου μια πανέμορφη γυναίκα. Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι πως ακόμα υπάρχει ένας ρατσισμός στη θέα του γυμνού. Θυμάμαι όταν είχα την πρώτη μου ερωτική επαφή. Γύρισα σπίτι με μια ενοχή. Αναζητώντας στο βλέμμα των γονιών μου κάποιο σημάδι πως ξέρουν...»

Στη συγκεκριμένη ταινία, πάντως, η απόλυτη σεξουαλική ελευθερία δεν κάνει πιο ευτυχισμένους τους ήρωες...

«Μα ποιος λέει πως η απόλυτη ελευθερία δεν είναι σκληρή; Δεν δημιουργεί μόνο η καταπίεση της επιθυμίας τραύματα».

ΜΥΡΙΕΛΛΑ ΚΟΥΡΕΝΤΗ

«Ο θάνατος που ονειρεύτηκα» (Στις 25 Νοεμβρίου)

Σατανίστρια και Μπάρμπι

Τεράστια γκριζοπράσινα μάτια, δυο χαριτωμένα κοτσιδάκια και πηγαίος ενθουσιασμός για σχεδόν κάθε μορφή τέχνης. Η 23χρονη Μυριέλλα υποδύεται μια κοπέλα που μπλέκει με εφηβικές σατανιστικές τελετές στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Παναγιώτη Κράββα (που παραπέμπει στην περίπτωση Κατσούλα, Δημητροκάλη και Μαργέτη). Ομως, για τις ανάγκες του φιλανθρωπικού σωματείου «Make a wish» δεν δίστασε να βάψει τα μαλλιά της ξανθά και να υποδυθεί την Μπάρμπι για να εκπληρώσει την επιθυμία ενός άρρωστου παιδιού. Και επειδή κάνει μπαλέτο και τραγουδάει από μικρή, φέτος κατάφερε να βρεθεί στον θίασο του μιούζικαλ «Rent», που ξαναπαρουσιάζεται στη «Σφεντόνα». «Δεν ήταν εύκολο. Στην οντισιόν συμμετείχαν 250 κορίτσια»!

Μέχρι και πρωταθλητισμό στη συγχρονισμένη κολύμβηση έκανε. Αλλο τίποτε; Ναι, λέει χαμογελώντας. «Ζωγραφίζω. Με κριτική πάντα ματιά». Απόφοιτος της δραματικής σχολής του Ν. Βασταρδή, ονειρεύεται να δώσει εξετάσεις στη RADA, στη Μέκκα της υποκριτικής τέχνης, το Λονδίνο.

Πέρυσι πρωταγωνιστούσε στο νεανικό «Γ4» του Λαζόπουλου (Alpha). «Επαιζα ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο, μαθημένο σε ιδιωτικό σχολείο, που αίφνης "προσγειώνεται" σε ένα δημόσιο στην Πετρούπολη, γεμάτο "γκοθάκια", "μεταλλάκια". Και να σκεφτεί κανείς πως κι εγώ "μεταλλού" ήμουν στο σχολείο. Πολύ νταρκ. Μη με βλέπετε έτσι. Τώρα άρχισα να "δουλεύω" τη γυναικεία μου πλευρά».

Στην ταινία του Κράββα συμπρωταγωνιστεί με πολλούς από τους φίλους που έκανε στη σειρά. «Την Τζένη Θεωνά, τη Λένα Παπαληγούρα. Παίζω την κολλητή της Τζένης και εμπλέκομαι σε μια σειρά από μεταφυσικές αναζητήσεις που έχουν σκοτεινή εξέλιξη».

Την ιδέα της ταινίας είχε ο Αντώνης Καφετζόπουλος. «Νομίζω πως είναι πολύ πρωτοποριακή. Είναι ένα θρίλερ με ρομαντισμό και ευαισθησία. Μη φαντάζεστε πως θα μας δείτε σε σπηλιές με προβιές να σφάζουμε ζώα και να αναφωνούμε "Ω, Βελζεβούλ!" Η έμφαση δίνεται στη δημιουργία ατμόσφαιρας -αν και ίσως ενοχλήσει κάποιους, γιατί δείχνει πως το καλό και το κακό βρίσκονται πολύ κοντά· πόσο εύκολο είναι να περάσεις στην αντίπερα όχθη».

Πριν από λίγες εβδομάδες εξέπληξε το κοινό στις «Νύχτες Πρεμιέρας», πρωταγωνιστώντας στο μικρού μήκους «Meeting» του Αλέξανδρου Ζαρμπή. Εκεί επιδίδεται στο κουνγκ φου πάνω σε μια ταράτσα. «Κόπιαρα τον Τσάκι Τσαν και τον Μπρους Λι!»

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΙΜΑΝΗ

«Ο μαχαιροβγάλτης» (Από 4 Νοεμβρίου)

«Ονειρεύομαι να κάνω κωμωδία»

«Σαν να χτύπαγα το κεφάλι μου στον τοίχο». Ετσι χαρακτηρίζει η Μαρία Καλλιμάνη τη συνεργασία της με τον Γιάννη Οικονομίδη. «Σε φέρνει στα όριά σου. Ομως όλο αυτό με εξίταρε. Ενιωθα σαν δεκαπεντάχρονη. Πήγαινα στο γύρισμα με λαχτάρα».

Ηταν η μόνη γυναίκα στο γύρισμα. Και ο ρόλος της περιλαμβάνει αρκετές τολμηρές σκηνές. Ενσαρκώνει τη σύζυγο ενός ιδιοκτήτη κάβας (Β. Μουρίκης), η οποία, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό, τα φτιάχνει με τον ανιψιό του άντρα της (Στ. Σταμουλακάτος) μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Μια γυναίκα της πιάτσας, που βγάζει έναν κυνισμό, μια σκληρότητα.

Η ήρεμη, φιλική γυναίκα που συναντάμε απέχει παρασάγγας από αυτήν την εικόνα. «Ξέρεις, οι άνθρωποι έχουν πολλές πλευρές» μου λέει. «Πρέπει να με δεις να θυμώνω. Τότε ξεσπάω. Μ' αρέσει που η Γωγώ, που υποδύομαι, τα χώνει. Είναι υγιές να εκφράζουμε τον θυμό μας κι ας μη θεωρείται πρέπον στην κοινωνία μας. Κι εμένα με θυμώνουν πολλά: ο θόρυβος, η αδιαφορία, η βρόμα, η αγένεια· το πόσο ασχήμυνε η Αθήνα».

Το «προξενιό» με τον Οικονομίδη έκανε ο Ερρίκος Λίτσης, πρωταγωνιστής στο «Σπιρτόκουτο» και στην «Ψυχή στο στόμα». Τον συνάντησε στα γυρίσματα της «Χώρας πρέλευσης», όπου επίσης παίζει έναν μικρό ρόλο. «Δεν θα ξεχάσω την ημέρα που πρωτοσυναντηθήκαμε με τον Γιάννη. Νόμιζα πως απλώς θα μου έδινε το σενάριο. Ομως μιλούσαμε επί τρεις ώρες. Για πολιτική, για τα πάντα. Σε κάνει να συνδέεσαι μαζί του».

Η Μαρία μεγάλωσε στο Αίγιο. Στα 18 της ήρθε στην Αθήνα να σπουδάσει αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης. Ομως «άρχισα να παρακολουθώ και κάτι σεμινάρια υποκριτικής στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Εκείνη την εποχή είχα χάσει τον πατέρα μου. Παίζοντας την Ηλέκτρα ένιωσα να εκτονώνομαι. Ξαφνικά, ένιωθα μεγάλη ανακούφιση».

Χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε στη δραματική σχολή του «Εμπρός», με δάσκαλο τον Τάσο Μπαντή. «Πρέπει να αποφασίσεις ποιον δρόμο θα ακολουθήσεις» της είπε. Κι εκείνη επέλεξε. Δεκατρία χρόνια τώρα κάνει θέατρο. Ανάμεσα στις δουλειές της, το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» με τον Γρηγορη Βαλτινό, «Το Μαυροπούλι» με τον δάσκαλό της Δημήτρη Καταλειφό, και τελευταία οι «Τρωάδες» με τη Λυδία Κονιόρδου. «Τώρα αποφάσισα να ξεκουραστώ λιγάκι». Ηδη αρνήθηκε κάποιες προτάσεις. Οι εμφανίσεις της άλλωστε στην τηλεόραση υπήρξαν επιλεγμένες: «Νυχτερινό Δελτίο», «Δέκα».

Για κείνη, η ηρωίδα του «Μαχαιροβγάλτη» είναι μια γυναίκα της επιβίωσης. «Δεν έχει την πολυτέλεια να αναλύει τα πράγματα όπως εγώ. Εχει μπουχτίσει. Οπως και οι άλλοι δύο ήρωες, δρα κάπως σαν υπνωτισμένη. Αυτό το "θόλωμα" πιστεύω πως χαρακτηρίζει την εποχή μας».

Και τώρα; «Ονειρεύομαι να κάνω επιτέλους μια κωμωδία...»

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Σχετικά θέματα: Κινηματογράφος
Ο Δαλιανίδης από απέναντι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Τσολιάς
Μια ιστορία με πολλές πτυχές
Μουσική
Will we survive?
Κινηματογράφος
Γυναικείο ντεμπούτο στην οθόνη
Ο Δαλιανίδης από απέναντι
Βιβλίο
Η γυμνή αλήθεια δύο ηπείρων
Πορτρέτο ενός μοναχικού
«Ονειρα» και εφιάλτες
Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου
Οι άγνωστες τριλογίες
Συνέντευξη: Αλ ντι Μέολα
«Είμαι ακόμα επαναστάτης»
Συνέντευξη: Δημήτρης Παπαδημητρίου
«Τι θ' αλλάξω στο ραδιόφωνο»
Υπουργείο Πολιτισμού
Πάγια και διαρκής ομηρία
Θέατρο
«Το lifestyle μάς έκανε τατουάζ στον εγκέφαλο»
Μάνα, μητέρα, εξουσία
Ο βασιλιάς Λιρ στην εποχή της κρίσης