Έντυπη Έκδοση

Μυστήριο και τρόμος με υπογραφή «Σκορσέζε»

Το συναρπαστικό θρίλερ «Shutter Island» του Μάρτιν Σκορσέζε και η περουβιανή, βραβευμένη με τη Χρυσή Αρκτο του Βερολίνου (2009), ταινία, «Το γάλα της θλίψης», της Κλαούντια Λόσα, ξεχωρίζουν στη νέα αυτή κινηματογραφική εβδομάδα.

Μαζί τους και δύο ελληνικές ταινίες: η«Χρυσόσκονη» της Μαργαρίτας Μαντά και «Ο διαχειριστής» του Περικλή Χούρσογλου. Το πρόγραμμα κλείνει με την πολύ ενδιαφέρουσα αγγλική ταινία «Ολοι θέλουν λίγη αγάπη», της Σαμ Τέιλορ-Γουντ, γύρω από τη νεανική ζωή του Τζον Λένον.

Το νησί των καταραμένων

Shutter Island/ΗΠΑ, 2010. Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορσέζε. Σενάριο: Λαέτα Καλογρίδη (από μυθιστόρημα του Ντένις Λεχέιν). Ηθοποιοί: Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Μαρκ Ράφαλο, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Μαξ φον Σίντοβ, Μισέλ Γουίλιαμς, Εμιλι Μόρτιμερ, Πατρίσια Κλάρκσον. 138'

****

Δύο ομοσπονδιακοί αστυνομικοί φτάνουν σ' ένα ψυχιατρείο για εγκληματίες, σ' ένα απόμερο νησί, για να διερευνήσουν την εξαφάνιση μιας εγκληματία, μπλέκοντας σε μια εφιαλτική περιπέτεια, όπου κυριαρχούν η παράνοια και ο φόβος, σ' ένα συναρπαστικό, βουτηγμένο σε «μαύρη» ατμόσφαιρα, θρίλερ.

Στα μέσα της δεκαετίας του '50, σ' ένα ψυχιατρείο για εγκληματίες, σ' ένα απόμερο, βραχώδες νησί, φτάνουν ο αστυνόμος Τέντι Ντάνιελς (ένας ΝτιΚάπριο στις καλύτερες στιγμές του) και ο συνεργάτης του, Τσακ (Μαρκ Ράφαλο), για να διερευνήσουν την περίεργη εξαφάνιση μιας γυναίκας που έχει σκοτώσει το παιδί της. Στο ψυχιατρείο, υπό την επίβλεψη του διευθυντή δρος Κρόλι (ένας Μπεν Κίνγκσλεϊ που κάτω από ένα ευγενικό πρόσωπο κρύβει μια άλλη, σκοτεινή προσωπικότητα), οι ασθενείς υποβάλλονται σε διάφορα πειράματα (από θεραπεία με ηλεκτροσόκ μέχρι λοβοτομή).

Στο εφιαλτικό αυτό καφκικό κάστρο (γιατί πρόκειται για κάστρο που κτίστηκε στην περίοδο του αμερικανικού εμφύλιου πολέμου και που τώρα έχει διαμορφωθεί σε ψυχιατρείο), ο Τέντι, ψυχικά τραυματισμένος από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, προσπαθεί, ενώ αρχίζει να μαίνεται μια θύελλα, να βρει απαντήσεις στο πώς μια γυναίκα εγκληματίας, κλειδωμένη σ' ένα κελί, κατάφερε να δραπετεύσει από ένα τέλεια φρουρούμενο κάστρο. Οι φριχτές εμπειρίες του πρώην αξιωματικού Τέντι από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά και από τον πρόσφατο θάνατο της γυναίκας του εξαιτίας ενός πυρομανούς που έκαψε το σπίτι τους, αρχίζουν να παίζουν διάφορα παιχνίδια στον ψυχικά τραυματισμένο αστυνόμο.

Η παράνοια είναι στο επίκεντρο του συναρπαστικού αυτού θρίλερ, διανθισμένου με μπόλικο μυστήριο και σασπένς, σε ένα καλογραμμένο σενάριο της Λαέτα Καλογρίδη, βασισμένο στο εφιαλτικό μυθιστόρημα του Ντένις Λεχέιν («Σκοτεινό ποτάμι»). Βρισκόμαστε στη δεκαετία του '50, περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και του μακαρθισμού, κι ο σινεφίλ σκηνοθέτης της ταινίας, Μάρτιν Σκορσέζε, για να δημιουργήσει την κατάλληλη γοτθική ατμόσφαιρα μυστηρίου και απειλής που κυριαρχεί στο ψυχιατρείο, αντλεί από διάφορες ταινίες τρόμου αλλά και φιλμ νουάρ, από το κλασικό «Εργαστήρι του δρος Καλιγκάρι» του βωβού κινηματογράφου μέχρι το «Shock Corridor» του Σάμιουελ Φούλερ και τις ιστορίες του Εντγκαρ Αλαν Πόε.

Ολα βέβαια ξεκινούν από την παράνοια και τον φόβο που επικρατούσαν την τότε δεκαετία - στοιχεία που δυστυχώς επανέρχονται με την ίδια δύναμη, αν και για άλλους λόγους, και στην εποχή μας. Από τους μεγάλους του σύγχρονου αμερικανικού σινεμά, ο Σκορσέζε χρησιμοποιεί με μαεστρία τους ήχους, τον αέρα, τα κύματα, τη βροχή, αλλά και τα επιβλητικά, γοτθικά ντεκόρ (με έμπνευση φτιαγμένα από τον Ντάντε Φερέτι), καθώς και την ατμοσφαιρική φωτογραφία του Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον, για να δημιουργήσει τις σκοτεινές, εφιαλτικές,εξπρεσιονιστικές εικόνες του, που χαράσσονται στη μνήμη του θεατή· για να συνθέσει το σκοτεινό αυτό παζλ, όπου τα πάντα δεν είναι όπως φαίνονται, όπου πίσω από τη φαινομενική λογική κυριαρχούν οι παραισθήσεις, η συνωμοσία και ο τρόμος, κι όπου οι καταστάσεις ανατρέπονται διαρκώς, σε μια ταινία που σε καθηλώνει από το πρώτο ώς το τελευταίο της λεπτό.

Το γάλα της θλίψης

The Milk of Sorrow/ La teta asustada. Περού / Ισπανία, 2009. Σκηνοθεσία-σενάριο: Κλαούντια Λόσα. Ηθοποιοί: Μαγκαλί Σολιέρ, Μαρίνο Μπάλον, Σούσι Σάντσεζ, Μπάρμπαρα Λαζόν. 97'

*** ½ -

Το δράμα μιας νεαρής γυναίκας που παρεμβάλλει μια πατάτα στο αιδοίο της για να προστατευτεί από βιασμό, σε μια χώρα όπου για ένα μεγάλο διάστημα κυριαρχούσε η τρομοκρατία, σε μια ταινία που συνδυάζει την αλληγορία με τον μαγικό ρεαλισμό - Χρυσή Αρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

Με την περυσινή Χρυσή Αρκτο της Μπερλινάλε μάς έρχεται η συγκλονιστική αυτή ταινία από το Περού, η δεύτερη που σκηνοθέτησε η Κλαούντια Λόσα, από τις πιο σημαντικές γυναίκες σκηνοθέτες της Λατινικής Αμερικής. Η νεαρή ηρωίδα της, η φτωχή υπηρέτρια Φάουστα (μια ευαίσθητη, συγκινητική ερμηνεία από τη Μαγκαλί Σολιέρ), έχει βυζάξει το γάλα της θλίψης από της μητέρας της το «τρομοκρατημένο στήθος» (όπως είναι ο πρωτότυπος ισπανόφωνος τίτλος της ταινίας), μέσα από το οποίο έχουν περάσει τα φριχτά τραύματα του πολέμου - η αναφορά είναι στα εγκλήματα που υπέστησαν οι γυναίκες του Περού από βιασμούς και διάφορα ακατονόμαστα βασανιστήρια από το δικτατορικό καθεστώτος πριν από το 1990. Ως αποτέλεσμα, η τρομοκρατημένη Φάουστα παρεμβάλλει μια πατάτα στο αιδοίο της για να προστατευτεί από παρόμοια φριχτή, με την πρόσφατα νεκρή μητέρα της, τύχη.

Η Λόσα συνδυάζει την αλληγορία με τους περουβιανούς θρύλους για να φτιάξει μια ταινία που μοιάζει με τον μαγικό ρεαλισμό Λατινοαμερικανών συγγραφέων, όπως ο Μαρκές, αλλά και για να σχολιάσει τις αποικιοκρατικές δυνάμεις που εξακολουθούν να ταλανίζουν τη ζωή των ανθρώπων της Λατινικής Αμερικής. Με μια κάμερα που από τη μία επιμένει στη λεπτομερή καταγραφή των χώρων, των δεισιδαιμονιών, της σκληρής ζωής των απλών, φτωχών ανθρώπων στα περίχωρα της Λίμα, ενώ από την άλλη παρακολουθεί τη Φάουστα στην «αναρρωτική», κατά κάποιον τρόπο, πορεία της, στη σχέση της με τον θείο της, έναν μεσήλικα, φιλικό κηπουρό, και με την εργοδότριά της, μια εκκεντρική συνθέτρια που, κάθε φορά που Φάουστα της τραγουδά ένα τραγούδι, της προσφέρει κι ένα μαργαριτάρι από το κομμένο κολιέ της.

Ολοι θέλουν λίγη αγάπη

Nowhere Boy. Βρετανία, 2009. Σκηνοθεσία: Σαμ Τέιλορ-Γουντ. Σενάριο: Τζούλια Μπερντ, Ματ Γκρίνχαλκ. Ηθοποιοί: Ααρόν Τζόνσον, Κριστίν Σκοτ Τόμας, Αν-Μαρί Νταφ. 98'

***

Η νεανική ζωή του Τζον Λένον και η σχέση του με τη θεία του, Μιμή, και τη μητέρα του, Τζούλια, που επηρέασαν την κατοπινή ζωή του, σε ένα ωραίο, σκηνοθετημένο με αγάπη και ξεχωριστή φροντίδα, οικογενειακό μελόδραμα.

Μια περίοδο, από τη νεανική ζωή του Τζον Λένον (Ααρόν Τζόνσον), στα μέσα της δεκαετίας του '50, όταν ο θρύλος των Μπιτλς πήγαινε ακόμη στο σχολείο (κάνοντας συχνά σκασιαρχείο) και η σχέση του με δύο γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του: την αυστηρή, πειθαρχική θεία του Μιμή (Κριστίν Σκοτ Τόμας), με την οποία ζούσε την περίοδο εκείνη, και τη μητέρα του, Τζούλια (Αν-Μαρί Νταφ), αδερφή της θείας του, η οποία τον είχε εγκαταλείψει από μωρό παιδί στη φροντίδα της Μιμής. Ιδιαίτερα η Τζούλια, είδος ελεύθερου πνεύματος, θα σημαδέψει τη ζωή του και τη μουσική του, με την οποία κάποια στιγμή συμφιλιώνεται - σε μια έξοχα σκηνοθετημένη, συγκινητική σκηνή, αντίστοιχη εκείνων στα αξέχαστα μελό του Ντάγκλας Σερκ.

Με βάση ένα πολύ καλό σενάριο του Ματ Γκρίνχαλκ (έγραψε και το σενάριο της ταινίας «Control», για τους Joy Division), η νέα σκηνοθέτις Σαμ Τέιλορ-Γουντ έφτιαξε ένα είδος οικογενειακού, με φροϊδικές αναφορές, (μελο)δράματος. Ο νεαρός ηθοποιός Ααρόν Τζόνσον κατάφερε να δώσει τον πολύπλευρο χαρακτήρα του νεαρού Λένον, από εξεγερμένο νέο, φανατικό οπαδό του ροκ 'ν' ρολ, μέχρι τον εγωιστικό αλλά και ευαίσθητο, χαρισματικό μουσικό που αρχίζει σταδιακά να αναδύεται. Το ίδιο εξαιρετική είναι και η Αν-Μαρί Νταφ, που δίνει με πάθος την όλο ενέργεια τραγική μητέρα. Πολύ καλή και η Κριστίν Σκοτ Τόμας στο ρόλο της φαινομενικά σκληρής -αν και τελικά γεμάτης τρυφερά αισθήματα- θείας.

Χρυσόσκονη

Ελλάδα, 2009. Σκηνοθεσία-σενάριο: Μαργαρίτα Μαντά. Ηθοποιοί: Μάνια Παπαδημητρίου, Αννα Μάσχα, Αργύρης Ξάφης, Δημήτρης Ξανθόπουλος.

***

Η σύγκρουση τριών αδερφών γύρω από την προοπτική της πώλησης της πατρικής κατοικίας, σε μια όμορφη ελεγεία γύρω από τα νιάτα που χάνονται, αλλά και την Αθήνα που αλλάζει με γρήγορο ρυθμό.

Με την Αθήνα που αλλάζει αλλά και με τα νιάτα που χάνονται καταπιάνεται η όμορφη αυτή, χαμηλών τόνων, ταινία της Μαργαρίτας Μαντά. Η Αθήνα, που αλλάζει γρήγορα, βασικά μέσα από την ιστορία μιας γυναίκας, της Αννας, που θέλει να την κρατήσει όπως ήταν, μέσα από το μικρό, πατρικό της σπίτι και τις αναμνήσεις της. Το σπίτι θέλουν να πουλήσουν για κατεδάφιση τα δύο της αδέρφια: ο Αλέξης και η Αμαλία.

Η Αννα, «φουρτουνιασμένη θάλασσα», όπως την περιγράφει η μητέρα της στο ημερολόγιό της, το οποίο θα βρουν προς το φινάλε οι δύο αδερφές (σε μια από τις πιο όμορφες σκηνές της ταινίες), ο Αλέξης, «όπως το καλοκαίρι», και η Αμαλία, «φθινόπωρο ανάμεσά τους», είναι τρία πρόσωπα που χάνουν την επαφή τους -με τον Αλέξη και την Αμαλία να σπαταλούν τη ζωή τους και να ενδιαφέρονται μόνο για το συμφέρον τους, και την Αννα να αναζητεί λύσεις στις μνήμες του παρελθόντος.

Η Μαντά έφτιαξε ένα ελεγειακό οδοιπορικό στην ίδια την Αθήνα, την παλιά και την καινούργια -αυτήν που εξαφανίζεται και κατεδαφίζεται, και εκείνη που την αντικαθιστά με το μπετόν και τα πανύψηλα, γυάλινα, απρόσωπα κτίρια-, ταυτόχρονα όμως και ένα εσωτερικό οδοιπορικό στον αποξενωμένο κόσμο των τριών αυτών προσώπων, ένα σχόλιο πάνω στον χρόνο που περνά αλλά κι ένα θρήνο για τα νιάτα που χάνονται.

Με εικόνες όμορφες, με ωραία τράβελινγκ στους δρόμους της Αθήνας (η προσεγμένη φωτογραφία είναι του Κώστα Γκίκα), με μια ρεαλιστική ματιά πάνω σε πρόσωπα και χώρους, χωρίς καθόλου μουσική (μόνον ένα κομμάτι στο πιάνο, του Σοστακόβιτς, που κάνει πρόβα η ομάδα της Αννας στην ταινία, και το τραγούδι «Κύριε» του Χατζιδάκι στους τίτλους του τέλους), με συγκρατημένες εσωτερικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς -μ' επικεφαλής τη Μάνια Παπαδημητρίου-, η Μαντά έφτιαξε μια ταινία που μοιάζει με ηρεμιστική, γλυκιά μουσική δωματίου.

Ο διαχειριστής

Ελλάδα, 2009. Σκηνοθεσία-σενάριο: Περικλής Χούρσογλου. Ηθοποιοί: Περικλής Χούρσογλου, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Ευσταθία Τσαπαρέλη, Κώστας Βουτσάς. 92'

**

Τα οικογενειακά και επαγγελματικά προβλήματα ενός μεσήλικα, που αναλαμβάνει τη διαχείριση μιας πολυκατοικίας, σε μια άνιση ταινία.

Στη νέα του ταινία «Ο διαχειριστής», ο Περικλής Χούρσογλου αφηγείται την ιστορία ενός 50 χρονου παντρεμένου και με δύο μικρά παιδιά άντρα, που, για να γλιτώσει τη διαχειρίστρια μητέρα του από διάφορα προβλήματα, αναλαμβάνει ο ίδιος τη διαχείριση της πολυκατοικίας της. Σ' αυτό ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης προσθέτει και μερικά άλλα θέματα: την κρίση στη σχέση του αντρόγυνου, τα προβλήματα του πατέρα με τον ένα γιο του, καθώς και την ερωτική σχέση που αρχίζει ο πατέρας με μια νεαρή κοπέλα. Τα θέματα αυτά αδυνατίζουν την κεντρική ιστορία, που είναι και η πιο ενδιαφέρουσα και θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια έξυπνη -με ωραία γκαγκ, αλλά και κοινωνική κριτική- κωμωδία.

Ο Χούρσογλου είναι ένας σκηνοθέτης που μας έχει δώσει στο παρελθόν δείγματα καλού κινηματογράφου («Λευτέρης Δημακόπουλος»). Η νέα του ταινία έχει σίγουρα καλές σκηνές -ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος-, η σκηνοθεσία του όμως αρχίζει κάπου να πλατειάζει, προκαλώντας προβλήματα στον ρυθμό της ταινίας. Σ' αυτό δεν βοηθά και το σενάριο, που περιέχει αρκετές αφέλειες. Στις αδυναμίες της και οι άνισες ερμηνείες, ανάμεσά τους κι εκείνη του ίδιου του Χούρσογλου, που ερμηνεύει πολύ επιφανειακά τον πρωταγωνιστή. Στις εξαιρέσεις ο Κώστας Βουτσάς, στον μικρό αλλά απολαυστικό ρόλο του υδραυλικού, και η νεαρή Ευσταθία Τσαπαρέλη, πολύ συμπαθητική στον ρόλο της Γιάννας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική κινηματογράφου
Κινηματογράφος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας σε σινεμά της γειτονιάς σας
Συνέντευξη: Περικλής Χούρσογλου
Τα μπλουζ της... διαχείρισης
Δήμος Αθηναίων
Πάρτε τα παγκάκια στα χέρια σας
Μουσική
Ενα διονυσιακό ρέκβιεμ
Φλεγόμενο μπλουζ ροκ στο ΑΝ
Μισέλ Πλασόν, ο πρέσβης της γαλλικής μουσικής
Το Vintage του Βασιλικού στο «Μικρό Παλλάς»
Συνέντευξη: Constantin Xenakis
Ζω πολλούς πολιτισμούς ταυτόχρονα, αλλά εκφράζω το σήμερα
Κριτική κινηματογράφου
Μυστήριο και τρόμος με υπογραφή «Σκορσέζε»