Έντυπη Έκδοση

Η αστική τάξη πριν από 100 χρόνια

Και τρέμω και λυγίζω και κλειώ την ψυχή μου στο μυστηριώδικο φόβο της μοίρας και δεν τη αφήνω να ριχτεί αξέγνοιαστη στα πανηγύρια της ζωής!..

Μία εξαίρετη λογοτεχνική παρέα. Γαλάτεια Καζαντζάκη, Ελλη Αλεξίου, Μάρκος Αυγέρης, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης και Χαρίλαος Στεφανίδης Μία εξαίρετη λογοτεχνική παρέα. Γαλάτεια Καζαντζάκη, Ελλη Αλεξίου, Μάρκος Αυγέρης, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης και Χαρίλαος Στεφανίδης Μπορείς να ισοπεδώσεις την παραπάνω φράση, χαρακτηρίζοντας τα ελληνικά της «παλιά» και το στιλ της «μελό». Ομως, αν δεν την απομονώσεις, αν τη δεις ως μέρος ενός κειμένου, που το ύφος του ταίριαζε με την εποχή αλλά που η ουσία του την ξεπερνούσε, τότε σκύβεις με αγάπη πάνω στο «Ridi paglaccio» της Γαλάτειας Καζαντζάκη (εκδόσεις Καστανιώτη).

Βέβαια, το να αναφερόμαστε σήμερα σε μια νουβέλα δημοσιευμένη πρώτη φορά το 1909 στον «Νουμά», μπορεί να φαντάζει πολυτέλεια. Πολλώ μάλλον όταν ως θέμα έχει μια απελπισμένη γυναίκα που ρίχνει τον εραστή της στην αγκαλιά των φιλενάδων της. Που φοβάται την απόρριψή του αρχικά και στη συνέχεια τον έρωτά του. Αλλά, και πολύ σωστά, ζητούν οι καιροί, υπάρχει ωστόσο η οφειλή προς αναγνώστη και προς εαυτόν, όχι για διάλειμμα αλλά για μια ανάσα οξυγόνου, για να κάνουμε ξανά ορατά κάποια από τα εφαλτήρια της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας.

Γραμμένο το έργο σε ημερολογιακή μορφή -ξεκινά 3 Αυγούστου και κλείνει 4 Νοέμβρη- ήδη δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι παρανομεί, διαβάζοντας κάτι που δεν του επιτρέπεται, που δεν είναι για τα δικά του μάτια.

Γράφει η Ρίτα τον καημό της για τον Λώρη, ονόματα που μπορούν να προκαλούν σήμερα χαμόγελο αλλά τότε ταίριαζαν με την αστική τάξη, τους προβληματισμούς της οποίας μετέφερε η Καζαντζάκη. Αλλωστε στο αυτοβιογραφικό της σημείωμα που ακολουθεί, γραμμένο στα 1937, η αστή Γαλάτεια έχει πια μπουχτίσει με τα κλασικά έργα («Εφέτος πάλι θα δούμε Σαίξπηρ. "Αμλετ" στο Βασιλικό, "Μάκβεθ" στη Μαρίκα (σ.σ.: Μαρίκα Κοτοπούλη) και Μολιέρο κι από τους δυο». Και παρακάτω: «Παρ' όλα αυτά, είναι ωραίο να ζει κανείς. Ιδίως στην εποχή μας είναι ωραία η ζωή». Και όλα αυτά μεσούσης της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.

Και για να μπείτε περισσότερο στο πνεύμα, να και δύο γραμμούλες από την κριτική που έγραψε για το έργο ο Καζαντζάκης με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβάνη: «Ο,τι κι αν λέμε, ο αληθινός ρόλος της γυναίκας είναι ν' αγαπά, να πονεί, να χαίρεται και να σωπαίνει». Ο Καζαντζάκης, που το πρώτο βράδυ του γάμου τους το πέρασε γράφοντας κι αφήνοντας τη γυναίκα του μόνη στη νυφική παστάδα.

Το ατού του βιβλίου, που εξέδωσε ο Καστανιώτης, είναι πως παρακολουθεί στις δεκαετίες τη Γαλάτεια μέσα από κείμενα άλλων. Κι έτσι η κάποτε ρομαντική που αγχόταν για το συναίσθημα, χωρίς να σκληραίνει με τα χρόνια και ούσα πια μαζί με τον κριτικό και ποιητή Μάρκο Αυγέρη, λαμβάνει τα πρέποντα εύσημα για τα έργα και τη στάση ζωής της. Εύσημα από τους Θέμο Κορνάρο, Λιλή Ζωγράφου, Γιάννη Μαγκλή, Λιλίκα Νάκου, Ασημάκη Πανσέληνο κ.ά., με συγκινητικότερα αλλά και μεστότερα ανάμεσά τους αυτά της αδελφής της Ελλης Αλεξίου και της Βικτωρίας Θεοδώρου. Στην πρώτη περίπτωση η εξόριστη στο τότε ανατολικό μπλοκ Ελλη μεταφέρει την αγωνία της συνάντησης με την αδελφή της και επιχειρεί το ψυχογράφημά της, τοποθετώντας στο κέντρο τον φόβο του θανάτου.

Εγραφε: «Πιστεύω ακράδαντα πως και η απαρχή της έλξης της προς τον Αυγέρη, ξεκίνησε από το μειλίχιο και ομιλητικό χαρακτήρα του και την ιατρική του ιδιότητα. Ο Αυγέρης, θυμούμαι, καθότανε, από τον καιρό εκείνον των Πατησίων, να την ακούει υπομονετικά να του εξιστορεί την κατάστασή της, τις κρίσεις της, τις αϋπνίες της, σε αντίθεση με τον Καζαντζάκη, που αντιπαθούσε, αηδίαζε, μισούσε κυριολεκτικά τον πάσης φύσεως πάσχοντα ή αδύναμο».

Η Θεοδώρου επιστρέφοντας από την εξορία, στα τέλη του 1952, βρίσκει στο πρόσωπό της Γαλάτειας μια δεύτερη μάνα. Εγραφε: «Στο καθετί που άκουγε ανασήκωνε τα φρύδια κι άνοιγε πιο πολύ τα φτερωτά της μάτια, απορεμένη για τη σκληράδα των ανθρώπων, συγκινημένη για την αντίστασή τους, κι ένα συρτό "Ιιι!" έφευγε από το στόμα της, μαζί μ' ένα αυθόρμητο "Μπρε, για το Θεό".... Τοιμαζόμασταν να διαλύσουμε την καλή παρέα, μα η Γαλάτεια με πήρε κοντά της και μου 'πε καθαρά, προστακτικά: "Θα 'ρχεσαι δω τρία μεσημέρια την εβδομάδα, μόλις σκολάσεις. Εδώ θα τρως μαζί μας και θα ξεκουράζεσαι"».

Εν κατακλείδι και για όσους ενδιαφέρονται: το «Ridi pagliaccio» μπορεί να γίνει αφορμή για να ανακαλύψει ο σημερινός αναγνώστης μια συγγραφέα και την ενδιαφέρουσα πορεία της, πορεία που συγκλίνει με εκείνη πολλών και σημαντικών. Καταναλώνουμε πολύ σαβούρα σήμερα, το να κοιτάζουμε ενίοτε πίσω μπορεί να μας βοηθήσει ως προς το να προσδιορίσουμε τη λογοτεχνία. 7

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Ρεπορτάζ
Αθηναϊκά στέκια που έγραψαν ιστορία
Οσκαρ
Ο θείος Οσκαρ θυμάται
85 χρόνια Οσκαρ
Επιχείρηση Όσκαρ 2013
Κινηματογράφος
«Να κυνηγάς το αδύνατο»
Φαντασία και πραγματικότητα
Τίγρης και Δράκος επιστρέφουν
Ο Μπάτμαν στο Εβερεστ
Θέατρο
Στις κουίντες της εξουσίας
Μετανάστες στο σανίδι
Για τελευταία βραδιά «πατέρας»
Ορατή και αθέατη βία
Ο άντρας πάνω από τα πάρκα
«Πλούτος στο «Εμπορικόν»
Μουσική
Το μνημόνιο του Τζίμη Πανούση
Η Τανάγρη στο Φουγάρο
Ποπ βραδιές με τον Τουρνά
Από το Παρίσι στην Αθήνα
Ο Λάντσιας με το «Ποτάμι του Χρόνου»
Εικαστικά
Τα έργα δεν είναι για τους τοίχους
Μινιμαλιστική φόρμα και φως
Εικαστική υπονόμευση από τον Ζήση Κοτιώνη
Λογοτεχνία
Παραμύθι: Τι δεν καταλαβαίνεις;
Φωτογραφία
Το ατύχημα που βραβεύτηκε....
Βιβλίο
Η αστική τάξη πριν από 100 χρόνια
Τηλεόραση
Σιγά τα αίματα
Κάποτε στην Αλγερία
Άλλες ειδήσεις
Οι καλύτερες ταινίες
70 βραβεία σε επτά ταινίες
Τα ελληνικά Οσκαρ
Οι αδικημένοι
Αξεπέραστα ρεκόρ και τύχη
Οι πολυνικες ηθοποιοί
Οι φετινές υποψηφιότητες
Τα δικά μου αγαλματάκια