Έντυπη Έκδοση

Γραπτά της νύχτας

Τάκης Σπετσιώτης

1. Γραμματικός σ' ένα παιδί του δρόμου

2. Το άλλο κρεβάτι

εκδόσεις Αγρα, 1. σ. 77, 2. σ. 65, 8,50 ευρώ έκ.

Ο Τάκης Σπετσιώτης επανεμφανίζεται φέτος στην πεζογραφία με δύο ολιγοσέλιδα βιβλία, ένα αφήγημα («Γραμματικός σ' ένα παιδί του δρόμου»), που προσδιορίζεται ως «λαϊκή περιπέτεια», και ένα θεατρικό έργο («Το άλλο κρεβάτι») «σε δύο μέρη και τέσσερις εικόνες», «εμπνευσμένο από ομότιτλο κείμενο του Κώστα Ταχτσή». Και στα δύο βιβλία ο συγγραφέας διεξέρχεται εκ νέου τη μείζονα αγωνία του, την ομοφυλοφιλική ερωτική ζωή, θεματική που συνυφαίνεται με το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού. Οι χαρακτήρες του Σπετσιώτη παλεύουν να ορίσουν το αυτοείδωλό τους, διαφυλάττοντας, κατ' αρχάς, την εντιμότητά τους απέναντι στον εαυτό και θωρακίζοντας, παράλληλα, την άμυνά τους απέναντι στο βλέμμα των άλλων. Οι συμπληγάδες του ερωτικού πόθου είναι το πεδίο της μάχης μεταξύ επιθυμιών και αναστολών και ταυτόχρονα πεδίο της σύγκρουσης των αλληλοαναιρούμενων πτυχών του εαυτού. Σε αυτή τη διαπάλη η κρισιμότερη διεκδίκηση αφορά την περιφρούρηση μιας ύπαρξης πληθυντικής, μιας ύπαρξης που αναγνωρίζει και προασπίζεται τις απεριόριστες αποχρώσεις της ατομικής ταυτότητας. Ο οξυδερκής προβληματισμός του συγγραφέα πάνω στην ετερότητα διευρύνει την ομοφυλοφιλική θεματική, αναδεικνύοντας την καθολική της διάσταση. Οι ήρωες βιώνουν την απόκλιση όχι απλώς σε συνάρτηση με τη σεξουαλικότητα, αλλά και ως προς την παρουσία τους στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον καθώς και αναφορικά με μια εσώτερη αντιδικία, την εκκρεμότητα του αυτοσυναισθήματος. Οπως σημειώνει επιλογικά ο Σπετσιώτης στο θεατρικό του έργο, η υπαρξιακή αγωνία του κεντρικού ήρωα έγκειται στο ότι «πορεύεται αταίριαστος, επιβεβαιώνοντας τη διαφορά του». Ο ήρωάς του ενσαρκώνει τον «τέλειο διχασμό», την αλυσιτελή αναμέτρηση με τα πολλαπλά προσωπεία του εγώ. Υπό ένα αλληγορικό πρίσμα, η διαλογική μορφή του θεατρικού απηχεί τη διαλεκτική ανάμεσα στα μέρη μιας ανέκκλητα κερματισμένης ταυτότητας.

Προτού συναντηθούμε με το ερωτικό ζευγάρι του αφηγήματος, θα ήταν προτιμότερο να παρατηρήσουμε την αλληλοδιαπλοκή των δραματικών προσώπων στο «Αλλο κρεβάτι», ώστε στη συνέχεια να εξετάσουμε ευκολότερα τη συνάφεια μεταξύ των χαρακτήρων των δύο βιβλίων. Κεντρική φιγούρα του θεατρικού είναι ο Κώστας Ταχτσής, ένας Ταχτσής, ωστόσο, μεταμφιεσμένος σε Ερμή, πρόσωπο που χωρίς να εμφανίζεται σαν σωσίας του, παραπέμπει ευθέως στον πεζογράφο. Εύστοχη οπωσδήποτε η επιλογή του συγγραφέα να μην περιορίσει τον πρωταγωνιστή στα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Ταχτσή, πολυσυζητημένα ούτως ή άλλως, στο μέτρο που διασφαλίζει τη μυθοπλαστική του ελευθερία. Ευφυέστατη η ιδέα του έργου. Ο Ερμής, ένας μεσόκοπος συγγραφέας, αναζητώντας έναν πρώην ερωτικό του σύντροφο, καταλήγει τυχαία στο γραφείο ενός ψυχαναλυτή, ο οποίος έκτοτε ταυτίζεται συχνά με το αντικείμενο της αναζήτησης. Συνεπώς, εξαρχής ο αναστοχασμός πάνω στην ερωτική επιθυμία τοποθετείται στο πλαίσιο μιας γενικότερης ψυχαναλυτικής παρατήρησης, περισσότερο, ίσως, αυτοπαρατήρησης. Αμφότερα τα πρόσωπα του έργου, ο Ερμής και ο ψυχαναλυτής, διαθέτουν ταυτότητες ευμετάβλητες, εξαιρετικά ρευστές. Η ρευστότητα δεν θα μπορούσε παρά να επηρεάζει και την έμφυλη αυτοσυνείδηση. Ο λόγος του Ερμή άλλοτε μιμείται τη φωνή γυναικών (της γιαγιάς και της μητέρας) που έρχονται από το παρελθόν για να τον δικάσουν ακόμα μία φορά, άλλοτε υποδύεται τη Νίνα και την Εκάβη, ενώ άλλες φορές υιοθετεί ένα εντελώς διαφορετικό θηλυκό ηχόχρωμα, εκείνο της παρενδυσίας. Ο ψυχαναλυτής, από το άλλο μέρος, μεταμορφώνεται άλλοτε σε ανήλικο Ερμή και άλλοτε στον εραστή του, ενώ κάποια στιγμή φορώντας ένα ψεύτικο διάδημα συστήνεται σαν «Κατακραυγή», έναν ακόμα θηλυκό δυνάστη του Ερμή. Προχωρώντας το παιχνίδι της μεταμφίεσης, ο ίδιος ο συγγραφέας στην τελευταία φράση του έργου υπαινίσσεται τη μετάλλαξή του σε ψυχαναλυτή. Οπως ο τελευταίος επιχειρεί να νοηματοδοτήσει και να ερμηνεύσει τη ζωή του ασθενούς βάσει θραυσμάτων που εκείνος του εκμυστηρεύεται, ο Σπετσιώτης διασκευάζει ένα ημιτελές κείμενο του Ταχτσή σε θεατρικό, αναδιατυπώνει, δηλαδή, μια ξένη ιστορία, εικάζοντας την εξέλιξή της.

Αξίζει να δούμε πώς η αδιάκοπη εναλλαγή προσωπείων μεταβάλλει την ισορροπία δυνάμεων. Αν ο Ερμής διακατεχόταν απέναντι στον εραστή του από ένα ανομολόγητο αίσθημα υπεροχής, μπροστά στον ψυχαναλυτή χάνει αυτομάτως κάθε εξουσία. Διότι ο τελευταίος βρίσκεται σε θέση ισχύος, όπως, άλλωστε, κάθε γιατρός έναντι του ασθενούς του. Οταν ο Ερμής ξαπλώνει στο ψυχαναλυτικό κρεβάτι το μόνο που μπορεί να κάνει για να διασώσει τον εγωισμό του από την αυθεντία στην οποία απευθύνεται μιλώντας για «το άλλο κρεβάτι», είναι να ελεεινολογεί τον αλλοτινό αγαπημένο του. Ενδεικτικό της ξιπασιάς του το ακόλουθο παράθεμα: «Αν είχε χτυπήσει την πόρτα του καμιά λαϊκιά αδερφή του υποκόσμου θα το θεωρούσε δυσάρεστο αλλά φυσικό. Εγώ όμως; Γιατί ν' ανατρέψω το επίπεδο σύμπαν του μέσα σε πέντε λεπτά;»

Συνεξετάζοντας, τώρα, το θεατρικό με το αφήγημα, διαπιστώνουμε πως ο γραμματικός του τίτλου, ο Αλέκος, εμφορείται, επίσης, από ένα άρρητο σύμπλεγμα ανωτερότητας εν σχέσει με τον Νικήτα, «ένα παιδί του δρόμου». Και στα δύο έργα το βασικό στοιχείο της αλληλεξάρτησης μεταξύ των προσώπων εντοπίζεται στη διαμεσολάβηση του χρήματος, της αμοιβής. Ο Νικήτας χρεώνει ακριβά το νεανικό του σώμα, όπως και ο Ερμής το δικό του. Αντιστοίχως, ο ψυχαναλυτής χρεώνει τη θεραπευτική του ικανότητα, αναγνωρίζοντας, ωστόσο, την εξάρτησή του από τον πελάτη του. «Η ύπαρξή μου ως ψυχαναλυτή είναι απόρροια της ύπαρξής σου ως ασθενούς... Ετσι κι αρνηθείς να είσαι αυτό που δηλώνεις αρκεί για να πάψω να υπάρχω κι εγώ...».

Χρηματοδότες και αμειβόμενοι έχουν εξίσου ανάγκη τη δοσοληψία. Το ύψος του αντιτίμου πιστοποιεί την αξία των προσφερόμενων υπηρεσιών. Ο Αλέκος πληρώνοντας αδρώς για τη συμβίωσή του με τον Νικήτα, αποκτούσε την ψευδαίσθηση μιας συντροφικότητας, αναγκαία για να ξεχνά το «πληρωμένο κρεβάτι». «Το νέτα-σκέτα πληρωμένο κρεβάτι με την προσυνεννοημένη τιμή-ταρίφα, χωρίς ένα κάποιο φλερτ, μες στην ατμόσφαιρα ρομαντισμού μιας αλητείας, χωρίς έστω και την ψευδαίσθηση κάποιου συναισθήματος [...]». Ομως και ο νεαρός εραστής του σπαταλώντας αλόγιστα τα νωπά ακόμη κέρδη του, εξαγόραζε κάτι σπάνιο. «Γιατί αυτό το σκόρπισμα του 'δινε ό,τι για κείνον ήταν ακόμη πιο πολύτιμο απ' το χρήμα: τη χαμένη του [...] ελευθερία. Εστω και σαν ψευδαίσθηση».

Αν στο θεατρικό έργο η ανισότητα μεταξύ των δραματικών προσώπων εξεικονίζεται με την αναπότρεπτα άνιση σχέση ανάμεσα σε θεράποντα και θεραπευόμενο, στο αφήγημα η ανισότητα μεταξύ των δύο εραστών αποτυπώνεται με τη διαφοροποίηση του λόγου τους. Ο γραμματικός, ένας «λογοκεντρικός καθηγητής των Αγγλικών», μπορεί να χειρίζεται τον γραπτό λόγο, απροσπέλαστο στον αναλφάβητο Νικήτα. Ομως ο Σπετσιώτης ξεσκεπάζει την εύθραυστη ισχύ του γραμματικού, δηλώνοντας απερίφραστα, «ενεός είχε μείνει ο λόγιος μπρος σ' όλη αυτή τη ζωική αντάρα». Πώς ήταν ποτέ δυνατόν η λογιοσύνη να αντιταχθεί σε ένα τριαντάχρονο κορμί, σμιλευμένο από τη «λαϊκή κραιπάλη»;

Το προνόμιο της εγγραμματοσύνης υπονομεύεται από την ανεπαίσθητη παρείσδυση μιας τραχιάς προφορικότητας στη συγκροτημένη γλώσσα του γραμματικού, ιδίως όταν εκείνος γίνεται, εκών άκων, βιογράφος του Νικήτα. Οι ασθματικές υπαγορεύσεις του βιογραφούμενου στο ιδίωμα ενός «αλιτήριου» κυνισμού προσδίδουν στη γραφή του βιογράφου ένα ύφος ανεπεξέργαστο που τελικά εκπορθεί και τον προφορικό του λόγο. Σε κάποιο σημείο του αφηγήματος, ο Σπετσιώτης τούς βλέπει «[...] να μιλούν ελεύθερα για όλ' αυτά τα τόσο ανθρώπινα, όχι πλέον εν κρυπτώ και παραβύστω, με υποκριτικούς κωδικούς, αλλά με τη νεοκαταραμένη, παλικαρίσια ποίηση του δρόμου [...]». Ο Νικήτας ανταποδίδει τη συμφιλίωση του περισφιγμένου λόγου του εραστή του με τη δική του ποιητική γλώσσα του δρόμου, εκδηλώνοντας, αν και όχι πολύ πειστικά, τον θαυμασμό του για τα γραπτά του. «Σαν να 'θελε να του απονείμει ένα μπράβο που του χρώσταγε».

Η καταγραφή από τον γραμματικό του προσωπικού έπους του Νικήτα εμφανίζει συνάφεια με την προσπάθεια του ψυχαναλυτή να εξορύξει τα βιώματα του Ερμή. Σε μια σκηνή του θεατρικού οι πρωταγωνιστές χορογραφούν με «ιερατικές κινήσεις θείας μετάληψης» την παρωδία «χριστιανικού-βυζαντινού», «εξομολογητικού τελετουργικού». Θα μπορούσαμε να πούμε πως και στα δύο βιβλία τα πρόσωπα αποδύονται σε μια παντομίμα άφεσης αμαρτιών. Στην τελευταία παράγραφο του αφηγήματος, ο γραμματικός απευθύνει σιωπηλή έκκληση συγχώρεσης που δεν ήταν «τόσο ευαίσθητος για να μπορεί πια ν' αγαπάει», «βαθιά, αληθινά».

Τόσο ο Ερμής όσο και ο Αλέκος ζουν στο μεταίχμιο μεταξύ μέρας και νύχτας, ζουν διχασμένοι μεταξύ λόγου και σώματος. Τα γραπτά της μέρας, τη νύχτα τούς εγκαταλείπουν, αφήνοντάς τους άοπλους απέναντι στην εξουσία της σάρκας. «Η μέρα για τα γραπτά και η νύχτα για το σώμα». Ο τίτλος του βιβλίου του Μένη Κουμανταρέα, από τους ομορφότερους στην ελληνική πεζογραφία, όπου η τέχνη μοιράζεται με τη ζωή την ίδια ημέρα, αποσιωπά την αφάνταστη δυσκολία αυτού του εικοσιτετράωρου. Οι δύο συγγραφείς του Σπετσιώτη συμβιβάζουν τα ασυμβίβαστα, αφιερώνοντας τις μέρες τους σε νυχτερινά γραπτά. Με άλλα λόγια, τα γραπτά της μέρας τούς εξιλεώνουν για τις νύχτες τους.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Μια ιδιόρρυθμη λέσχη
Οι νέοι ψηφιακοί κόσμοι
Η γραφή ως απεξάρτηση από τη μιζέρια
Μια ευφάνταστη ιστορία
Ανοίκεια αγάπη: κίναιδοι και μπερνταχήδες
Ο Μπέλα Μπάρτοκ και το πρόβλημα της μουσικής αφήγησης
Η εκδίκηση των κολασμένων
Παρακαταθήκη για φωτεινό καταφύγιο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Μια ιδιόρρυθμη λέσχη
Γραπτά της νύχτας
Οι νέοι ψηφιακοί κόσμοι
Η γραφή ως απεξάρτηση από τη μιζέρια
Μια ευφάνταστη ιστορία
Ανοίκεια αγάπη: κίναιδοι και μπερνταχήδες
Ο Μπέλα Μπάρτοκ και το πρόβλημα της μουσικής αφήγησης
Η εκδίκηση των κολασμένων
Παρακαταθήκη για φωτεινό καταφύγιο
Συνέντευξη
Το «Εντευκτήτριο» και οι θαμώνες του
Από τις 4:00 στις 6:00
CONCEPT Αλμπουμ με ενιαίο θέμα
Η σύγχρονη τζαζ τής χρωστάει πολλά