Έντυπη Έκδοση

Ανταπόκριση:Ερνεστ Χέμινγουεϊ

Με αυτές τις αράδες αρχίζει ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ την ανταπόκρισή του από το μέτωπο της Μαδρίτης στις 11 Απριλίου 1937: «Ο θόρυβος από το μέτωπο, δυόμισι χιλιόμετρα απόσταση από εμάς, ήρθε σαν ένας βαρύς ξερόβηχας μέσα από τους πευκόφυτους λόφους απέναντί μας.

Μόνο ένα γκρίζο αποτύπωμα καπνού πρόδιδε τη θέση της πυροβολαρχίας των στασιαστών. Μετά ακούστηκε το σφύριγμα της οβίδας, λες κι έσκιζε μετάξι».

Τρία χρόνια αργότερα θα εκδοθεί το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Τα μεγάλα μυθιστορήματα ακολουθούν τις μεγάλες εποχές. Ηδη σ' εκείνη την ανταπόκριση ο «ήχος του μεταξιού στο σφύριγμα της οβίδας» δίνει τον τόνο. Ποιος πολεμικός ανταποκριτής θα έγραφε κάτι τέτοιο σήμερα, χωρίς να προκαλέσει ειρωνικά χαμόγελα; Εκείνος ωστόσο μπορούσε...

Στον δεύτερο τόμο με τίτλο «Με υπογραφή Χέμινγουεϊ» (μετάφραση Κωστής Καλογρούλης - Ηλίας Μαγκλίνης, εκδόσεις Καστανιώτη), που περιλαμβάνει πλήθος άρθρων του συγγραφέα (στην «Toronto Star» και στο «Esquire»), επί παντός του επιστητού, ο «Πάπα» αποδεικνύει την γκάμα του.

Τον ενδιαφέρουν τόσο οι σχέσεις μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και η κατάληψη από την πρώτη της βιομηχανικής περιοχής του Ρουρ, όσο και ο Μουσολίνι, το σκι στις Αλπεις αλλά και ο σοβιετικός εκπρόσωπος στη συνδιάσκεψη της Λοζάνης Γκεόργκι Τσιτσέριν, η νυχτερινή ζωή στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και φυσικά το ψάρεμα, είτε της πέστροφας, είτε του μεγάλου ξιφία. Τα βάζει με τους αρθρογράφους των εφημερίδων, που σε σχέση με τους ρεπόρτερ τούς σβήνει από το χάρτη και καταπιάνεται λεπτομερώς με τις ταυρομαχίες.

Γίνεται προφητικός κατά μία έννοια, όταν γράφει π.χ. «πως κάθε δέκα επαγγελματίες ζητιάνοι αντιστοιχούν σε εκατό ερασιτέχνες πεινασμένους» (δείτε τι συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα), αλλά και αναλύει τα αίτια που οδήγησαν σε παρελθόντες πολέμους και προοιωνίζονται νέους. Γράφει δε χρησιμοποιώντας το χιούμορ και μια λεπτή ειρωνεία που συχνά μετατρέπεται σε αυτοειρωνεία.

Για τον Χέμινγουεϊ «ο Μουσολίνι είναι η μεγαλύτερη απάτη στην Ευρώπη» και περιγράφει πώς ο δικτάτορας υποδέχτηκε τους δημοσιογράφους απορροφημένος τάχα από την ανάγνωση ενώ κρατούσε ανάποδα ένα γαλλο-αγγλικό λεξικό. Στο Παρίσι (1923) συναντά τον παλιό του φίλο Σόρτι, που μόλις έχει επιστρέψει από την Ελλάδα και περιγράφει τους ευζώνους της βασιλικής φρουράς ως «μεγαλόσωμα, ψηλά παλικάρια με φούστες μπαλέτου». Υποδέχεται στη Νέα Υόρκη τον Λόιντ Τζορτζ και με την ευκαιρία θυμάται όλους τους νεκρούς συνομιλητές του στη συνδιάσκεψη της Γένοβας, ανάμεσά τους και τον έλληνα πρωθυπουργό: «Ο Γούναρης μεταφέρθηκε άρρωστος με τύφο μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, μες στη βροχή στην αυλή του στρατιωτικού νοσοκομείου».

Ταξιδεύει πρώτη φορά στην Ισπανία με τον φίλο του τον Μάικ το 1923 και παρακολουθεί την πρώτη του ταυρομαχία στη Μαδρίτη. Θα επιστρέψει ξανά και ξανά στην Ισπανία (και με τη σύζυγό του), και θα παθιαστεί με τις ταυρομαχίες, υλικό που θα χρησιμοποιήσει στο «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά». Στις περιγραφές του απονέμει εύσημα τόσο στο ζώο όσο και στον άνθρωπο.

Καθορίζει τη σχέση του με το φαγητό γράφοντας: «Εχω ανακαλύψει ότι σ' αυτό υπάρχει ειδύλλιο, όταν το ειδύλλιο έχει εξαφανιστεί απ' οπουδήποτε αλλού. Κι όσο με κρατάει το πεπτικό μου σύστημα θα ακολουθώ το ειδύλλιο».

Σ' ένα εκπληκτικό κείμενο περιγράφει πώς ένας τύπος στο Τορόντο πουλάει πληθωριστικά ευρωπαϊκά χαρτονομίσματα (σοβιετικά των 250.000 ρουβλιών, αυστριακά των 10.000 κορόνων) προς 25 σεντ, ενώ υπόσχεται πως η οικονομία στη Γηραιά Ηπειρο ανακάμπτει.

Περιγράφει την Κωνσταντινούπολη ως την πιο ξέφρενη πόλη του κόσμου πριν από τη συνθήκη στα Μουδανιά, αναφέρεται στην υπόσχεση του Μουσταφά Κεμάλ πως θα κλείσει όλα τα νυχτερινά κέντρα, αλλά και στις προσπάθειες των οπαδών του Προφήτη για να μην καταλήξει στον Κεράτιο ούτε σταγόνα από τα βαυαρικά ζυθοποιία.

Το 1934 επισκέπτεται μια αναδρομική του Ρενουάρ στο Παρίσι και καταλήγει: «Βγήκα από κει μέσα με το αίσθημα ότι είχα δει υπερβολικά πολλούς Ρενουάρ. Ποτέ δεν σου αρκεί ένας Σεζάν ή ένας Βαν Γκογκ, νομίζω όμως ότι υπήρχαν ήδη υπερβολικά πολλοί Ρενουάρ προτού πεθάνει ο γέρος».

Τα άρθρα για την Αφρική εστιάζονται στο κυνήγι των μεγάλων θηραμάτων. Θα δώσουν το υλικό για μυθιστορήματα που με τη σειρά τους θα γίνουν σενάρια για ταινίες. Για τον Χέμινγουεϊ το θέμα είναι να μην πυροβολείς το ζώο μέσα από το τζιπ, αλλά κατεβαίνοντας απ' αυτό να εξισώνεις τις πιθανότητες. Κατά τα άλλα: «Η λεοπάρδαλη χρησιμοποιεί τα νύχια της, τόσο τα μπροστινά όσο και τα πισινά, στοχεύοντας στο πρόσωπο, ενώ το λιοντάρι σε αρπάζει με τα νύχια για να σε δαγκώσει στο χέρι, στον ώμο ή στον μηρό».

Παραθέτει ακόμα συμβουλές προς συγγραφείς: «Τα βιβλία θα έπρεπε να αφορούν αυτούς που γνωρίζετε, όσους αγαπάτε και όσους μισείτε, όχι αυτούς τους οποίους μελετάτε».

Ενα ψηφιδωτό! Οπου οι χιλιάδες των ψηφίδων του, άψογα τοποθετημένες, δίνουν κατ' αρχήν στην αναγνώστη και στη συνέχεια στον παθιασμένο μελετητή του μεγάλου Αμερικανού το πλήθος των πληροφοριών που χρειάζεται για να καταλάβει καλύτερα το έργο του. Ως απολύτως βιωματικός, ο Χέμινγουεϊ έγραφε για τα πράγματα που είχε ζήσει, τον είχαν πονέσει ή τον είχαν κάνει να χαρεί. Εν σπέρματι πριν αυτά γίνουν λογοτεχνία βρίσκονται στα άρθρα του, στα οποία η λογοτεχνία ελλοχεύει, ενώ παράλληλα περιγράφονται οι άνθρωποι, η εποχή και η ζωή.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Βιβλίο
Ανταπόκριση:Ερνεστ Χέμινγουεϊ
Ενάλιες έρευνες
Αρχαία μέσ' από σαράντα κύματα
«Κάνουμε πιο πολλά και από όσα μπορούμε»
Κινηματογράφος
Ενας έρωτας σαν ποίημα
«Σέξπιρ, ο άνθρωπος που μας πλήρωνε το νοίκι»
Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού
Πολιτισμός και τουρισμός:Βίοι αντίθετοι
Θέατρο
Οσα φέρνει ο χρόνος
Ηρακλής σε κρίση
Φωτογραφία
Παθιασμένες πολαρόιντ