Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΥΣ

ΓΙΑΣΜΙΝΑ ΧΑΝΤΡΑ

«Ο Ολυμπος των απόκληρων»,

μυθιστόρημα, μετάφραση

από τα γαλλικά Γιάννης Στρίγκος, (εκδ. Καστανιώτη)

ΣΕ ΜΙΑ ΑΛΑΝΑ, ανάμεσα στη θάλασσα και σε μια χωματερή, ζουν οι Χορς, «ωχρά σκιάχτρα», οι απόκληροι της ζωής, σε πρόχειρα παραπήγματα, χωρίς οικογένεια, δουλειά, χρήματα, χωρίς στον ήλιο μοίρα. Ο μόνος τους πλούτος, η ατομική τους ελευθερία. Ο Ας ο Μονόφθαλμος, ο χαζούλης Τζούνιορ, ο Πασάς και οι μέθυσοι αυλικοί του, όλοι τους συγκινητικοί όσο και σκοτεινοί, έχουν δημιουργήσει εκεί τη δική τους κοινωνία που τη διέπουν άλλοι κανόνες και άλλα δεδομένα.

Σ' αυτό το παράξενο σκηνικό ο 56χρονος Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ από την Αλγερία, πρώην στρατιωτικός που καθιερώθηκε με το γυναικείο ψευδώνυμο Γιασμίνα Χάντρα, στήνει το σκηνικό του μυθιστορήματός του «Ο Ολυμπος των απόκληρων». Παντοδύναμοι, άρχοντες του δικού τους κόσμου, οι ολύμπιοι θεοί του νιώθουν πιο τυχεροί κι από τους τυχερούς της γης, παρ' όλες τις αντιξοότητες.

«Αληθινή ελευθερία σημαίνει να μη χρωστάς τίποτα σε κανέναν, λέει με στόμφο ο Τζούνιορ» στον προστάτη του Ας. «Αληθινός πλούτος είναι να μην περιμένεις τίποτε από τους άλλους (...). Ενας Χορς δεν αγοράζει ποτέ, εφόσον ζει χωρίς φράγκο. Παίρνει ό,τι του στέλνει η τύχη... Πάντα με μέτρο, χωρίς υπολογισμούς και συμφεροντολογίες. Η λιτότητα είναι το χαρακτηριστικό του γνώρισμα...». Κι όταν βρίσκει ένα χαρτονόμισμα το φτύνει «επειδή το χρήμα είναι η πηγή κάθε δυστυχίας», σύμφωνα με τους άγραφους κανόνες του Ολύμπου των απόκληρων.

Ο Ας σιγοτραγουδά, ενώ ο Μουσικός παίζει τις χορδές: «Ο Τζούνιορ δεν έχει φαμίλια, ούτε θέση στην κοινωνία. Βρίσκεται εδώ κι αυτό είναι όλο. Για τα άλλα, δεν τον νοιάζει. Και για τίποτα δεν μετανιώνει (...) Ο Τζούνιορ δεν πιστεύει στο αύριο, ούτε στους ανθρώπους, ούτε στη φιλανθρωπία τους (...) Ο Τζούνιορ είναι τύπος λογικός. Πήρε διαζύγιο απ' τη ζωή, απ' τα θέλω του κι όλες αυτές τις ανοησίες (...) Ο Τζούνιορ είναι ελεύθερος σαν τον άνεμο. Η θάλασσα είναι η έμπιστη φίλη του. Η αλάνα είναι η πατρίδα του. Μπορεί να φοβάται τα σκοτάδια, αλλά δεν γουστάρει τα φώτα του δρόμου. Το φως των αστεριών τού αρκεί».

Τι γίνεται, όμως, όταν μια μέρα ένας από τους συντρόφους τους πεθαίνει από μια χαλασμένη κονσέρβα, μέσα σε φοβερούς πόνους, αιμορραγία και παραισθήσεις; Κι όταν εμφανίζεται από το πουθενά ανάμεσά τους μια παράξενη μορφή, επιβλητική, συμβολική, βιβλική σχεδόν, που θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο Μεσσίας, τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν. Αυτός, ο Μπεν Αντάμ (στα αραβικά σημαίνει γιος του ανθρώπου) φαίνεται να γνωρίζει τα πάντα για τον καθένα τους και με τα λεγόμενά του ταράζει τα λιμνάζοντα νερά του ιδιόμορφου μικρόκοσμου. Τα διλήμματα αρχίζουν να ξεπροβάλλουν και να διχάζουν, τα απωθημένα βγαίνουν στην επιφάνεια και δημιουργούνται εντάσεις.

Μικρά και μεγάλα μυστικά αποκαλύπτονται. Ο Ας, πολυταξιδεμένος και έμπειρος είχε κάποτε γυναίκα και μια αξιολάτρευτη κορούλα, είχε σπίτι «σε μια ήσυχη γειτονιά, αμάξι και κήπο που έβλεπε στο δρόμο». Είχε μια ευτυχισμένη οικογένεια, μέχρι που ο πειρασμός εμφανίστηκε στο πρόσωπο μιας ξαδέρφης της γυναίκας του και τα κατέστρεψε όλα. «Η γυναίκα είναι έρωτας. Κι ο έρωτας είναι η ωραιότερη κεραμίδα που μπορεί να πέσει στο κεφάλι κάποιου» λέει και παροτρύνει τον προστατευόμενό του να δοκιμάσει κι αυτός την τύχη του στη μεγάλη πόλη, να κάνει μια καινούρια αρχή. Ωστόσο, η εμπειρία του Τζούνιορ ανάμεσα στους «κανονικούς» ανθρώπους θα είναι απογοητευτική και η επιστροφή οδυνηρή.

Ποιος από τους δύο κόσμους είναι τελικά προτιμότερος, μοιάζει να διερωτάται ο συγγραφέας, ο ιερχημένος των υλικών απολαύσεων, που μοιάζει με χρυσό κλουβ, ή εκείνος του περιθωρίου, των στερήσεων και της πενίας, που όμως μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο την ελευθερία του;

Επειτα από τα αστυνομικά του («Ο σχιζοφρενής με το νυστέρι», «Το μερίδιο του νεκρού», κ.ά.), τα πολιτικά μυθιστορήματα όπου ασχολείται με την τρομοκρατία και τον μουσουλμανικό κόσμο («Τα χελιδόνια της Καμπούλ», «Τρομοκρατικό χτύπημα», κ.ά.), με το νέο του βιβλίο ο Γιασμίνα Χάντρα προσκαλεί σε ένα φιλοσοφικό ταξίδι. Ξετυλίγει ένα ασυνήθιστο τοπίο που έχει τη δική του μαγεία, από όπου δεν λείπουν η τρυφερότητα, οι αστείες στιγμές, τα όνειρα και οι απραγματοποίητοι πόθοι.

Η ΦΥΛΑΚΗ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

ΜΙΣΕΛ ΦΟΥΚΟ:

«Επιτήρηση και Τιμωρία»

(μετ. Τ. Μπέτζελος,

εκδ. Πλέθρον)

«ΤΟ ΝΕΩΤΕΡΟ ποινικό σύστημα δεν τολμά πια να υποστηρίξει ότι τιμωρεί εγκλήματα. Διατείνεται ότι αναμορφώνει τους εγκληματίες. Εδώ και δύο αιώνες διατηρεί στενούς και συγγενικούς δεσμούς με τις "επιστήμες του ανθρώπου". Αυτή είναι η περηφάνια του, ο τρόπος του τελικώς να μην ντρέπεται για τον εαυτό του: "Ισως να μην είναι ακόμη εντελώς δίκαιο. Κάντε υπομονή, δείτε πόσες γνώσεις έχω αρχίσει ν' αποκτώ". Πώς θα μπορούσαν όμως η ψυχολογία, η ψυχιατρική, η εγκληματολογία να δικαιολογήσουν τη σύγχρονη δικαιοσύνη, αφού η ιστορία τους παραπέμπει στην ίδια ακριβώς πολιτική τεχνολογία, στο σημείο όπου σχηματίστηκαν και οι μεν και οι δε;»

Το εμβληματικό έργο του Μισέλ Φουκό «Επιτήρηση και Τιμωρία - Η γέννηση της φυλακής» απ' όπου και το παραπάνω απόσπασμα, μόλις επανακυκλοφόρησε από το «Πλέθρον» σε νέα μετάφραση του Τάσου Μπέτζελου. Πρωτοδημοσιευμένη το 1975 και διαιρεμένη σε τέσσερα μέρη -«Το Βασανιστήριο», «Η Τιμωρία», «Η Πειθαρχία», «Η Φυλακή»- η μελέτη του γάλλου φιλοσόφου αποτυπώνει την εξέλιξη του ποινικού συστήματος στην Ευρώπη, με αφορμή ντοκουμέντα από την προεπαναστατική και την μετεπαναστατική Γαλλία, και τη συσχετίζει με τις αντίστοιχες εξελίξεις στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, αναζητώντας το πραγματικό περιεχόμενο του ποινικού εγκλεισμού. Ενα έργο που έχει επηρεάσει μια σειρά από καλλιτέχνες, πολιτικούς ακτιβιστές και φιλοσόφους και το οποίο, σύμφωνα με το στέλεχος του «Πλέθρου» Ρωμανό Κοκκινάκη, «γίνεται ίσως ακόμη πιο επίκαιρο μετά τα τελευταία γεγονότα στην πλατεία Συντάγματος, που έβγαλαν ξανά στο φως την έσχατη δικλίδα ασφαλείας, τη σωματική βία, για την επιτήρηση των πολιτών».

Βασικό επιχείρημα του Φουκό είναι πως η δημιουργία των σύγχρονων κολαστικών μεθόδων οφείλεται εν πολλοίς στις πολιτισμικές και πολιτικές αλλαγές που συνόδευσαν την αντικατάσταση της απόλυτης μεσαιωνικής μοναρχίας από τον σύγχρονο φιλελεύθερο καπιταλισμό. Η φυλακή γι' αυτόν, αποτελεί προνομιακό πεδίο εφαρμογής μιας «πολιτικής τεχνολογίας» που διαμορφώθηκε μεταξύ 16ου και 19ου αιώνα, ενός συνόλου διαδικασιών μ' άλλα λόγια, που «κατανέμουν, ελέγχουν, σταθμίζουν κι εκγυμνάζουν τα άτομα» καθιστώντας τα ταυτόχρονα «πειθήνια και χρήσιμα». Ανατρέχοντας στο μοντέλο του «Πανοπτικού» -τη φυλακή που σχεδίασε ο εγγλέζος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Τζέρεμι Μπένθαμ το 1785, αποβλέποντας στη συνεχή επίβλεψη όλων των κρατουμένων- ο Φουκό υποστηρίζει ότι κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στη σύγχρονη κοινωνία. Μόνο που τώρα ο έλεγχος ασκείται από το δίπολο εξουσίας-γνώσης.

ΕΠΙΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΧΡΙΣΤΙΝΑ

ΧΡΥΣΑΝΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

«Ζοή με όμικρον»

(εκδ. Πάπυρος)

«ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ λιγότερος, ένας μπελάς λιγότερος». «Ετσι τη θέλω τη χώρα μου, καθαρή». «Παραπονιούνται ότι το κράτος δεν τους φροντίζει. Σιγά μην τους βάλουμε και στο Δημόσιο!». «Ο μετανάστης θα σ' το δαγκώσει το χέρι, γι' αυτό κράτα το καλύτερα στις τσέπες σου». «Πιάνεται φίλος, μωρέ, ο ξένος;»... Ανοίγοντας το μυθιστόρημα της Χριστίνας Χρυσανθακοπούλου «Ζοή με όμικρον» (εκδ. Πάπυρος), δέχεσαι έναν βομβαρδισμό από τέτοιες απόψεις που -αλίμονο- όσο βαθαίνει η κρίση, εκφέρονται όλο και πιο συχνά. Εδώ, παρατίθενται ως σχόλια των ενοίκων μιας πολυκατοικίας, την επομένη της εξαφάνισης από τον οπτικό τους ορίζοντα ενός νεαρού μετανάστη, του Γιούρι, που μολονότι ήταν ευγενικός και συνεπής όσο ζούσε ανάμεσά τους, η καχυποψία τους απέναντί του δεν κάμφθηκε ούτε στιγμή...

Ομως στο μυθιστόρημα, ο Γιούρι πρωταγωνιστεί. Τη δική του «ανορθόγραφη» ζωή ξετυλίγει μέσα από διαδοχικά φλας μπακ η 35χρονη συγγραφέας, παρακολουθώντας τις περιπέτειές του στα δυτικά προάστια της Αθήνας ενώ προσπαθεί να σταθεί με αξιοπρέπεια στα πόδια του δουλεύοντας σε συνεργείο αυτοκινήτων, κι ενώ όλες οι ελπίδες που έτρεφε για τη «μητέρα-πατρίδα» διαψεύδονται καθημερινά. Ο ήρωας της Χρυσανθακοπούλου είναι ένας από τους χιλιάδες Ελληνες που μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης εγκατέλειψαν την ανεξάρτητη πλέον Γεωργία για να εγκατασταθούν μόνιμα εδώ. Κάποιος που από τη μια μέρα στην άλλη βρίσκεται εγκλωβισμένος σε καταστάσεις που τον οδηγούν στην «άλλη όχθη», καθιστώντας τον ένα ακόμη γρανάζι του υποκόσμου, που εκμεταλλεύεται γυναίκες από το ανατολικό μπλοκ.

Τι περιθώρια έχει ο Γιούρι να ξεφύγει απ' αυτές τις συμπληγάδες; Χάρη στον έρωτα αλλά και τη μνήμη όλα είναι δυνατά, μοιάζει να λέει η Χρυσανθακοπούλου σ' αυτό το παρθενικό της μυθιστόρημα, επιφυλάσσοντας στον ήρωά της ένα νέο ξεκίνημα, στη Μόσχα πλέον, πλάι στη γυναίκα που αγαπά. Την έκδοση συνοδεύει ένα κατατοπιστικό σημείωμα του ιστορικού Β. Τσενκελίδη για την τύχη του ελληνισμού επί σοβιετικού εδάφους.

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

«Εκτός σχεδίου»

(εκδ. Ικαρος)

Μια εξαετία από την πρώτη της έκδοση, η συλλογή με επιλεγμένα πεζά της ποιήτριας από την εποχή που εργαζόταν στην Τράπεζα της Ελλάδος και συνεργαζόταν με το περιοδικό «Κύκλος» (1959-1967), κυκλοφορεί τώρα και σε ψηφιακή μορφή: σύντομες ιστορίες που εγκλωβίζουν αναμνήσεις και καθημερινά στιγμιότυπα -ένα ζευγάρι που φιλιέται στο δρόμο, ένα όνειρο που στιγμιαία σε παρακινεί να πετάξεις, μια εργαζόμενη μητέρα που ασφυκτιά από τα «πρέπει» που έχει φορτωθεί- και οι οποίες σκιαγραφούν τον ψυχισμό μιας γυναίκας που μετέθεσε την προσωπική της επανάσταση γι' αργότερα. Το e-book συνοδεύεται από ηχητικό απόσπασμα του ντοκιμαντέρ της Κ. Πατρώνη «Συναντήσεις με την Κική Δημουλά», διαθέσιμο για iPad, iPhone, iPod Touch.

ΜΑΡΚ ΑΛΠΕΡΤ

«Η φονική εξίσωση»

(μετ. Νίκος Αποστολόπουλος,

εκδόσεις Τραυλός)

Ο συγγραφέας και αστροφυσικός συνεχίζει τη φρενήρη δράση του διεθνούς μπεστ σέλερ του «Κλεμμένη εξίσωση» με ένα νέο, ενδιαφέρον τεχνο-θρίλερ. Επιστημονικά προβλήματα, δολοφονίες, απαγωγές, ανθρωποκυνηγητό, επικίνδυνες αποστολές χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται από τη Νέα Υόρκη μέχρι τις ερήμους του Τουρκμενιστάν. Εκεί, ένας ιστορικός της επιστήμης, μια φυσικός, μια πράκτορας του FBI και ο αυτιστικός δισέγγονος του Αϊνστάιν προσπαθούν να γλιτώσουν από τους δολοφόνους που έχουν ξεθάψει τη Θεωρία των Πάντων. Δεν θα δυσκολευτείτε πάντως να την κατανοήσετε, καθώς ο Αλπερτ είναι διευθυντής σύνταξης στο περιοδικό «Scientific American», με αποκλειστική απασχόληση να απλοποιεί δύσκολες επιστημονικές έννοιες.

ΑΝΝΑ ΓΚΑΒΑΛΝΤΑ

«Αφήσαμε τον γάμο...»

(μετ. Ρ. Κολαΐτη,

εκδ. Πατάκη)

Τρία αδέλφια που έχουν πια μεγαλώσει, το σκάνε από έναν οικογενειακό γάμο που προμηνύεται αφόρητος και πάνε να συναντήσουν τον μικρότερό τους αδελφό, ο οποίος εργάζεται ως ξεναγός σ' έναν πύργο, κάπου στη γαλλική εξοχή. Κι εκεί, ξεχνώντας για λίγες ώρες τις αστικές κοσμικότητες και, κυρίως, τα σκαμπανεβάσματα της ιδιωτικής τους ζωής, αφήνονται να παρασυρθούν από ένα τεράστιο κύμα τρυφερότητας, λες κι απολαμβάνουν τα τελευταία στιγμιότυπα της παιδικής τους ηλικίας... Ενα ανάλαφρο, με διακριτικό χιούμορ μυθιστόρημα, το πρώτο για ενήλικες της Γκαβάλντά που μεταφράζεται στη χώρα μας μετά το παιδικό «35 κιλά ελπίδα».

ΜΑΚΗΣ ΑΝΔΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

«Η Ελλάδα στο ντιβάνι»

(εκδ. Αλεξάνδρεια)

Προς τα πού βαδίζουμε; Τι αλλαγές έχει υποστεί η εθνική μας ταυτότητα στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης; Πώς μας βλέπουν οι ξένοι; Κινδυνεύει η ευρωπαϊκή μας υπόσταση; Δημοσιογράφος με πολύχρονη θητεία στο οικονομικό ρεπορτάζ κι εργαζόμενος σήμερα στο χώρο της πολιτικής επικοινωνίας, ο συγγραφέας επιχειρεί να καταγράψει την «αγωνιώδη πορεία της ελληνικής κοινωνίας προς τον αυτοπροσδιορισμό» μέσα από τρία δυναμικά πεδία: την αναψηλάφηση της Ιστορίας, την εξέλιξη γύρω από την ελληνική γλώσσα, το λυκόφως των εθνικών μας στερεοτύπων. Και υπόσχεται ένα βιβλίο «αισιόδοξο», με αποδέκτες τους Ελληνες που «ψάχνονται κι ελπίζουν».

ΣΤΕΛΑ ΛΕΤΣΙΟΥ

«Anorexia nervosa- Μαρτυρία»

(εκδ. Τετράγωνο)

Είναι 27 ετών, μιλάει εννέα ξένες γλώσσες, έχει μεταπτυχιακά διπλώματα στις πολιτικές επιστήμες (Στρασβούργο) και στην κοινωνική ανθρωπολογία (Μυτιλήνη) κι αυτή την εποχή δουλεύει το διδακτορικό της, παντρεμένη με τον «πιο έντιμο» άντρα που γνώρισε ποτέ. Από την εφηβεία της, ωστόσο, ανεβαίνει έναν γολγοθά που δεν λέει να τελειώσει: πάσχει από νευρική ανορεξία. Μια ψυχολογική ασθένεια που κάνει στις μέρες μας θραύση, μεταμορφώνοντας κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά σε κινούμενους σκελετούς και καταδικάζοντάς τα σε αργό θάνατο. Οπως εξηγεί η Λέτσιου, η δημόσια εξομολόγησή της αποτελεί μια ακόμη απόπειρά της να δει στον καθρέφτη τον αληθινό της εαυτό.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Ατζέντα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Βιβλίο
Ανταπόκριση:Ερνεστ Χέμινγουεϊ
Ενάλιες έρευνες
Αρχαία μέσ' από σαράντα κύματα
«Κάνουμε πιο πολλά και από όσα μπορούμε»
Κινηματογράφος
Ενας έρωτας σαν ποίημα
«Σέξπιρ, ο άνθρωπος που μας πλήρωνε το νοίκι»
Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού
Πολιτισμός και τουρισμός:Βίοι αντίθετοι
Θέατρο
Οσα φέρνει ο χρόνος
Ηρακλής σε κρίση
Φωτογραφία
Παθιασμένες πολαρόιντ