Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Η ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

  • «Αείλανθος ο υψηλότατος»

    Παραμονή της Παναγίας, μεγάλη η Χάρη Της, με ξύπνησαν συνωμοτικές συνομιλίες, σουρσίματα και δυνατά «γκάπα γκούπα»... σαν κάποιοι να χτυπούσαν φιμωμένο ζωντανό... άνθρωπο ή ζώο.

    Ενα «κορυφαίο» πολιτισμικό δρώμενο ήταν σε εξέλιξη στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας: τρεις άντρες γύρω στα 60 (ο ένας μελαψός) και μια μεγαλύτερη γυναίκα, με μαγκούρες και λοστάρια στα χέρια, χτυπούσαν βίαια το ψηλό δέντρο στο φωταγωγό τους.

    Βγήκαν οι νοικοκυρές στα μπαλκόνια: είναι βρομόδεντρο, είπε η μία, «απ' τη ρίζα να το κόψετε, καλέ». "Τρώει" τα θεμέλια... ξηλώνει τις αποχετεύσεις»! «Μπαίνουν φύλλα στα πίσω δωμάτια», μου εκμυστηρεύτηκε μια άλλη. Δεν είπα λέξη, μόνο κοιτούσα.

    Παρακολουθούσα τους ανθρώπους (όμοιοι με αρχαίο τραγικό χορό): περιτριγύριζαν το δέντρο και με δύναμη και άγρια χαρά το χτυπούσαν... στόχευαν τα κλαδιά με μαεστρία και τα έριχναν κάτω! «Κάνουν "αψού" οι γριές τη νύχτα» (!), φώναξε η γυναίκα από την ταράτσα. «Μου βουλώνει τα σιφόνια», αντιφώνησε ο Αραβας και ο πιο νευρικός έσκυψε αργά... τεντώθηκε και πέτυχε μια δυνατή μαγκουριά σε ένα κιτρινοκόκκινο, με καρπούς γεμάτο, φουντωτό κλαδί!

    Εκείνη τη στιγμή ασυνείδητα παρακάλεσα: κάνε Παναγία μου να πέσει κάτω... να σκοτωθεί... και ταυτόχρονα τρόμαξα με το «πράγμα» που βγήκε πρώτη φορά από μέσα μου, που τραβήχτηκα πίσω και κάθισα στο κρεβάτι με το κεφάλι χωμένο στα χέρια: ο αγαπημένος μου «Αείλανθος ο υψηλότατος», η βρομούσα μου, με τις θαυματουργές ιδιότητες αλλά και το λάθος της να είναι «επιθετικό» φυτό, χτυπήθηκε βάναυσα και τσακίστηκε... και πίσω από τα «πετσοκομμένα» κλαδιά της φάνηκαν (από τη δική μου «σκοπιά» πάντα) εκείνα που δεν ήθελα να βλέπω: οι κεραίες, τα ταψιά της δορυφορικής, τα μουχλιασμένα από χρόνιες υγρασίες ντουβάρια, τα σφραγισμένα παντζούρια των πίσω δωματίων (κρεβατοκάμαρες θα είναι μάλλον), τα σκουριασμένα συρματοπλέγματα για τους κλέφτες, ένα παλιό ξεβαμμένο, νάιλον κουρτινάκι στο μηχανοστάσιο του ασανσέρ...

    Ημουν σε μεγάλη αναταραχή! «Τι θα κάνουμε», είπα, και άκουσα ακόμη ένα γκαπ!

    Και τότε... άνοιξε η πόρτα του τρόλεϊ και «πήδηξε» ο άτυχος Θανάσης, το δεκαεννιάχρονο παιδί και έπεσε με την πλάτη και σκοτώθηκε! Γκαπ... και «είδα» τον ελεγκτή να χάνει την ψυχραιμία του και να του επιτίθεται... και τον οδηγό με τους αυτόπτες μάρτυρες να παραμιλάνε... γκαπ, «εμφανίστηκε» η συγγραφέας και αποκάλεσε το τραγικό θύμα της κρίσης, τζαμπατζή... γκαπ, «ήρθανε» οι άλλοι συγγραφείς και είπαν πως ήταν «λάθος λέξη» σε κακιά στιγμή... γκουπ, άρχισε ο εμφύλιος σπαραγμός στο Twitter... γκαπ γκουπ, «ήρθαν» καπάτσοι και καταφερτζήδες και μάγκες και «τζαμπατζήδες», «καριερίστες» και «καλοπαντρεμένες» με αδυναμία στα μικρά τσαντάκια που δεν χωράνε πορτοφόλια και μιλούσαν ακατάληπτα, με γεμάτα στόματα να μη βγαίνει συμπέρασμα, κι όλη τη μέρα τριγύριζα σαν παγιδευμένο ζώο στο σπίτι και σκόνταφτα στα λάθη μου... όπως εκείνο το 1979 στη Φρανκφούρτη: Κοιτούσα στον καθρέφτη του παπουτσάδικου πώς μου «στέκονται» τα κόκκινα τακούνια (από το πανέρι με τις προσφορές) και είδα έναν άντρα να αρπάζει πίσω μου την τσάντα μου από την πολυθρόνα (όπου την είχα αφελώς αφήσει).

    Δεν είχε περάσει μισή ώρα από τότε που έκανα ανάληψη τις οικονομίες μου για να καπαρώσω ένα σπίτι. Δίπλα μου η συνεργός, σε σπαστά γερμανικά (Γιουγκοσλάβοι ήταν) με κολάκευε «πώς σου πάνε οι γόβες»... Τους κυνήγησα στον υπόγειο λαβύρινθο του ηλεκτρικού... είδα να ανεβαίνουν τις σκάλες και να χάνονται... έπειτα με πήραν οι αστυνομικοί (που έκλαιγα), με οδήγησαν στο τμήμα για κατάθεση και μου δώσανε ένα χαρτί που έγραφε ότι είμαι θύμα κλοπής.

    Αυτό έδειξα στους δύο ελεγκτές του τρόλεϊ αργότερα στον έλεγχο εισιτηρίων. Εκείνοι με παρακάλεσαν ευγενικά να κατεβώ μαζί τους στην επόμενη στάση, έβαλε ο καθένας από μισό μάρκο και αγοράσανε ένα εισιτήριο. Μου το δώσανε και με βάλανε στο τρόλεϊ να πάω στο καλό...

    Ομως... μ' αυτά τα μοιραία (που έγιναν αιτία να επιστρέψω στην Ελλάδα και πίσω στο θέατρο), πέρασε η ώρα... και ξημέρωσε Δεκαπενταύγουστος. Από μακριά στη μεριά του δρόμου ακούγονται οι μπάσες συγχορδίες ενός ακορντεόν. Ο οργανοπαίκτης, ένας νεαρός μετανάστης, πάει μπροστά και η γυναίκα του με τα τρία μικρά παιδιά τους (το ένα στο καροτσάκι) τον ακολουθούν.

    Προχωράνε στη μέση του άδειου δρόμου και κοιτάζουν τα μπαλκόνια... «Στάσου» του κάνω νόημα και τρέχω μέσα να βρω την τσάντα μου. Ενα σλάβικο τραγούδι ερωτικό, σαν αεράκι, ανασηκώνει ελαφρά τις κουρτίνες...

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνεντεύξεις
«Η τέχνη είναι γεμάτη υποκρισία και σνομπισμό»
Μυθιστορήματα
Λολίτα γένους αρσενικού
Αρχαιολογικοί χώροι
Στέρεψε από νερό αλλά αναβλύζει Ιστορία
Σινεμά
Ο έρωτας δεν έχει φύλο
Γκέι, οι μεγάλες ερωτικές ιστορίες
Βιβλίο
Το λάθος αστέρι
Με μαύρο και πνευματώδες χιούμορ
Δεν ωραιοποιεί τα βάσανα των ηρώων του
Το μαύρο διαμάντι της παγκόσμιας λογοτεχνίας
Πικρή σάτιρα για το μέλλον της λογοτεχνίας
«Ισορροπώ μεταξύ αυτοβιογραφίας και επινόησης»
Υγεία
Η μελαγχολία μετά τις διακοπές
Εξαντλημένοι οι νέοι μπαμπάδες, ακόμη και για σεξ
Σήμα κινδύνου ο προδιαβήτης
Στη Θεσσαλονίκη το «Διαβητικό Χωριό»
Οταν το μέγεθος μετράει
Ενας διάλογος για τα ψυχιατρικά φάρμακα
Χτυπήστε τον πόνο με βότανα!
Οταν η καριέρα «τρώει» το θηλασμό!
Ρόδι: το ελιξίριο της νεότητας