Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

ΑΝ-ΕΞΟΔΟΣ

  • Σεμνά, ωραία προσφυγικά

    ΠΡΟ ΑΜΝΗΜΟΝΕΥΤΩΝ είχα κι εγώ νονά, τη Νίνα, μοδίστρα στο επάγγελμα, που έμενε στη Χαραυγή. Πότε με το λεωφορείο, πότε με τα πόδια, αφού κατοικούσαμε στη Δάφνη, την επισκεπτόμασταν, συνήθως με τη μητέρα μου, μέσω Υμηττού. Στη δεύτερη περίπτωση ο ποδαρόδρομος γινόταν αφορμή για μουρμούρα εκ μέρους μου, στην οποία συγκεντρωνόμουν εξ ολοκλήρου, δίχως να βλέπω τίποτα γύρω μου, πάρεξ τις πέτρες που κλοτσούσα θυμωμένος, μέχρι να φάω το αναγκαίο σκαμπίλι, αφού χαλούσα τα παπούτσια μου (επί παραγγελία τότε).

    Η επιστροφή, ως κατηφόρα, ήταν βολικότερη, άλλωστε ερχόταν να μας πάρει ο πατέρας μου, για τον οποίο γινόμουν χαλί να με πατήσει. Μου μιλούσε, κρεμόμουν από το στόμα του και απ' αυτόν πρωτόμαθα πως η τεράστια μάντρα που συναντούσαμε λίγο πριν βγούμε στην πλατεία Καλογήρων ανήκε στο εργοστάσιο Μαλτσινιώτη, όπου «επί Κατοχής είχαν εκραγεί τα πυρομαχικά και είχε τρομοκρατηθεί ο κόσμος».

    Τότε βεβαίως δεν μου έλεγε πως είχε βάλει το χεράκι του στην ανατίναξη ο ΕΛΑΣ. Θα μου πείτε, και να μου το 'λεγε, τι θα καταλάβαινα;

    ΜΕΤΑ πέθανε η νονά η Νίνα, μεγάλωσα εγώ και οι συμπτώσεις τα έφεραν έτσι που δεν περπάτησα ξανά στον Υμηττό, κυριολεκτικά επί δεκαετίες. Μέχρι που την προηγούμενη εβδομάδα μέσα από μια ευτυχισμένη σύμπτωση βρέθηκα ξανά εκεί, με την προσοχή μου εστιασμένη στην ομορφιά των σεμνών, παλιών προσφυγικών σπιτιών. Αλλα ετοιμόρροπα και άλλα περιποιημένα, συχνά με αυλίτσα εμπρός και κήπο πίσω, μ' έκαναν αμέσως να ονειρεύομαι το πόσο θα 'θελα ν' άρχιζα να φυτεύω τριανταφυλλιές και μαρουλάκια, γιασεμιά και κρεμμυδάκια, γαρίφαλα και κουνουπίδια. Και πόσο θα 'θελα επίσης να έβλεπα να αναθρώσκει ο καπνός από τις καμινάδες τους ξανά, αποδεικνύοντας έτσι πως η ζωή είναι παρούσα.

    Είναι αυτά τα σπίτια ηλικίας 83 χρόνων, αφού η συνοικία ιδρύθηκε το 1928, όταν γέμισε ασφυκτικά από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας ο Βύρωνας και δημιουργήθηκε η ανάγκη στέγασης των φτωχών ψυχών. Κι έτσι απαλλοτριώθηκαν τα εγκαταλειμμένα αμπέλια των Αθηναίων και το 1930 παραδόθηκαν οι πρώτες προσφυγικές κατοικίες.

    Στο μεταξύ εγώ εξακολουθούσα να περπατώ και να τα χαζεύω, όπου αίφνης μπαίνοντας σ' ένα στενό, αντί για τις συνηθισμένες τυπικές νεραντζιές της Αθήνας είδα στα πεζοδρόμια λεμονιές όλο καρπούς. Απλωσα αυθόρμητα το χέρι μου, έκοψα δυο λεμόνια κι αυτόματα πήγα να δικαιολογηθώ σε μια κυρία που με κοιτούσε απ' το παράθυρό της. «Κόψτε κι άλλα», μου είπε «για όλους είναι, δεν πειράζει».

    Η ΧΑΡΙΣΤΙΚΗ βολή μου ήρθε όταν συναντήθηκα μ' ένα ολάνθιστο γιασεμί. Γύρισα στην εφημερίδα κι έγραψα δυο αράδες, για να ξεπλαντάξω: «Να περπατάς λατρεύοντας τα προσφυγικά του Υμηττού, να τρυγάς τις λεμονιές στα πεζοδρόμια, αίφνης να σου σπάει τη μύτη ένα γιασεμί ολάνθιστο και να σε ντύνει ένα χαμόγελο...».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Μουσική
Οι Beatles ξανά στον αέρα
Μουσική
Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου
26ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού κινηματογράφου
Σινεμά
Σινεμα
Πήγα Cinema
Εικαστικά
Εικαστικά
Θέατρο
Θέατρο
Αφιέρωμα
Ο μαέστρος με τα γυμνά χέρια
Εκθέσεις
Αχ, Βαλεντίνα...
Εθνική Λυρική Σκηνή
Τρία τυχερά γουρουνάκια