Έντυπη Έκδοση

Ο βρόμικος ρεαλισμός του Κάρβερ

Ο Ρέιμοντ Κάρβερ το 'καψε γρήγορα το φιτιλάκι του - πέθανε στα πενήντα του, το 1988, από καρκίνο των πνευμόνων. Τα όσα δημοσίευσε όμως στον σύντομο βίο του έφτασαν και περίσσεψαν για να του εξασφαλίσουν την αθανασία.

Κορυφαίος εκπρόσωπος του «βρόμικου ρεαλισμού», αυτής της νεο-ρεαλιστικής τάσης που άνθησε στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του '80, έδωσε φωνή σε ήρωες καθημερινούς, τσακισμένους από το κυνήγι του αμερικανικού ονείρου, αιχμαλωτίζοντας την ένταση της απόγνωσής τους με τις πιο απλές λέξεις του κόσμου.

Λαχτάρα για επαφή

Σαν πίνακες με τη ζωγραφική σαφήνεια ενός Εντουαρντ Χόπερ, οι ιστορίες του Κάρβερ μιλούν για άντρες και γυναίκες που ερωτεύτηκαν και μισήθηκαν, για τη βία που καιροφυλαχτεί σε συνθήκες ρουτίνας και ανέχειας, για την λαχτάρα γι' ανθρώπινη επαφή, για το ποτό που μεταμορφώνει σε κτήνη και τους πιο ευαίσθητους, για τις ανεπούλωτες πληγές της απιστίας. Τέτοιες ιστορίες απλώνονται και στους «Αρχάριους» που κυκλοφόρησαν φέτος απ' το «Μεταίχμιο» (μετ. Γιάννης Τζώρτζης), με την αυθεντική εκδοχή των διηγημάτων του «Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη» που είχε πρωτοδημοσιευτεί πριν από μια εικοσαετία (στα ελληνικά το '93, από τον ίδιο μεταφραστή, εκδ. Απόπειρα).

Γεννημένος στο Ορεγκον τα χρόνια που ακολούθησαν την οικονομική κρίση του '29, γιος μιας σερβιτόρας κι ενός εργάτη σε εργοστάσιο ξυλείας, ο Κάρβερ βίωσε στο πετσί του την αθλιότητα, τις δυσκολίες και την αποξένωση που αποτύπωσε στο έργο του. Μικροπαντρεμένος και πατέρας, στα είκοσι κιόλας, δύο παιδιών, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μετακινούμενος από τη μια πολιτεία στην άλλη κάνοντας δουλειές του ποδαριού και καταναλώνοντας απίστευτες ποσότητες αλκοόλ, ενώ το μόνο που επιθυμούσε ήταν να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο γράψιμο. Κάποια στιγμή, γύρω στα 1976-77, τα κατάφερε. Αποτοξινωμένος με τη βοήθεια των Ανώνυμων Αλκοολικών κι έχοντας πλάι του μια νέα γυναίκα, την ποιήτρια Τες Γκάλαχερ, κέρδισε τη μάχη της επιβίωσης διδάσκοντας σε πανεπιστήμια δημιουργική γραφή, κι απολαμβάνοντας παράλληλα την τεράστια λογοτεχνική του επιτυχία.

Ενα σεβαστό μερίδιο για την καταξίωση του Κάρβερ αναλογεί στον εκδότη κι επιμελητή του Γκόρντον Λις, που τον ενεθάρρυνε αλλά και τον «διόρθωσε» όσο κανείς στα πρώτα του βήματα. Δεν είναι τυχαίο που η τωρινή συλλογή τών «Αρχαρίων» είναι σχεδόν διπλάσια σε όγκο από την αρχική. Ο Λις είχε πετσοκόψει κατά 40% τα χειρόγραφα του συγγραφέα, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην ανάδειξη μιας κοφτής, λακωνικής γραφής που έγινε σήμα κατατεθέν του Κάρβερ και των χιλιάδων μιμητών του έκτοτε. Εξ ου και τα βέλη από τους κριτικούς που δέχτηκε η χήρα του, όταν βάλθηκε να δρομολογήσει τη συγκεκριμένη έκδοση.

Μια χαραμάδα ελπίδας

Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι ακόμα και «φλύαρος» στις περιγραφές του, ο Κάρβερ εξακολουθεί να συγκινεί. Πίσω από τις μικρές και μεγάλες τραγωδίες που περνούν οι ήρωές του, κρύβονται πάντα τα χνάρια της βασανισμένης του διαδρομής, όπως η αγωνία του να βρει μια χαραμάδα ελπίδας ακόμη και μέσα στα ερείπια. Ερείπια σαν κι αυτά που κατακλύζουν τις σελίδες τού «Μια μικρή παρηγοριά», για παράδειγμα, ενός από τα διασημότερα διηγήματά του, που πέρασε και στο σινεμά ως ένα από τα «Στιγμιότυπα» της ομώνυμης ταινίας του Ρόμπερτ Αλτμαν.

Στο «Μια μικρή παρηγοριά», ένα αγοράκι τραυματίζεται βαριά σε τροχαίο ατύχημα, λίγες μέρες πριν γιορτάσει τα γενέθλιά του. Κι ενώ οι γονείς του, παραλυμένοι απ' το σοκ, ξημεροβραδιάζονται πλάι του στο νοσοκομείο, ο φούρναρης της γειτονιάς, ανύποπτος για το τι έχει συμβεί, απότομος, απηυδισμένος, επιθετικός, τους βομβαρδίζει με τηλεφωνήματα για να παραλάβουν επιτέλους την τούρτα που του είχαν παραγγείλει... Οταν πεθαίνει το παιδί, πάνε κι οι δύο ένα βράδυ στο μαγαζί του, πετώντας πάνω του σαν βρισιά τη συμφορά που τους βρήκε. Κι εκεί, αυτό το «παλιοτόμαρο» με τα «μικροσκοπικά, όλο μοχθηρία, μάτια», όπως τον βλέπουν αρχικά, θα τους φιλέψει φρέσκα κουλουράκια, και θα τους ζεστάνει την καρδιά, ανοίγοντάς τους την ψυχή του: «Μιλούσαν μέχρι που χάραξε, μέχρι που το πρώτο φως της μέρας ξεχύθηκε απ' τα ψηλά παράθυρα, κι ούτε που τους πέρασε από το μυαλό να φύγουν». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Μάθημα ελληνικών
Η Πόλη του ονείρου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Έκθεση
Η αβανγκάρντ παίζει
Μουσική
Γιορτές μετά μουσικής
Τσέλο και συμπάθεια
Κινηματογράφος
Ψυχανάλυση δι' αλληλογραφίας
Φως στην άκρη του τούνελ
Θέατρο
«Τραπεζάκι» έξω
Ντοκιμαντέρ
Σκοτώνοντας τα δελφίνια
Αφιέρωμα
Το Αλφαβητάρι της τέχνης
Βιβλίο
Μάθημα ελληνικών
Η Πόλη του ονείρου
Ο βρόμικος ρεαλισμός του Κάρβερ
Συνέντευξη: Λεονάρδο Παδούρα
«Η δική μου Κούβα ζει στα σοκάκια»