Έντυπη Έκδοση

Κουρσάροι με το νόμο

Ηταν μια εποχή, τον 17ο και 18ο αιώνα, που δεν ήσουν ασφαλής στα νερά της Μεσογείου ακόμα κι αν έβγαινες για ψάρεμα. Αλλωστε οι κουρσάροι δεν αρκούνταν στο να κυριεύουν εμπορικά ή πολεμικά πλοία αλλά αποβιβάζονταν κιόλας διαγουμίζοντας μαζί με το βιος τους και τους κατοίκους, που έπαιρναν στη συνέχεια την άγουσα για τα σκλαβοπάζαρα.

ΤΟΥΡΚΟΙ ΕΙΣΒΑΛΛΟΥΝ ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΠΛΟΙΟ ΤΟΥΡΚΟΙ ΕΙΣΒΑΛΛΟΥΝ ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΠΛΟΙΟ Είναι από τα πολλά που μαθαίνει ο αναγνώστης διαβάζοντας το «Κουρσάροι της Μάλτας και της Μπαρμπαριάς» του Πίτερ Ερλ (μετάφραση Μιχάλης Κοκολάκης, εκδόσεις «Αλεξάνδρεια»), βιβλίο που ευωδιάζει θάλασσα, θέλει να αποτελεί μελέτη, διαβάζεται όμως και σαν ζουμερό μυθιστόρημα. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο Ερλ, ενώ διδάσκει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, ασχολείται με παρόμοιο θέμα, αφού επί της ουσίας οι κουρσάροι της Μπαρμπαριάς φρόντιζαν για την ανάπτυξη της οικονομίας στην Τρίπολη, στην Τύνιδα και το Αλγέρι, κάτι που αντίστοιχα έκαναν κι εκείνοι της Μάλτας.

Περιέργως πως ο συγγραφέας αρχίζει την αφήγησή του μεταφέροντας ένα απόσπασμα από το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη, όπου λέει ο αγάς: «αν ο Μουχαμέτης μας και ο Χριστός σας έπιναν ρακή και σκουντρούσαν όπως εμείς οι δυο καπετάνιο, θα γίνουνταν φίλοι γκαρδιακοί» για να γράψει στη συνέχεια: «Την περίοδο που εξετάζεται σε τούτο το βιβλίο, ο Χριστός και ο Μουχαμέτης είχαν ξοδέψει ήδη μία χιλιετία βγάζοντας τα μάτια τους» με αποτέλεσμα οι πιστοί τους να έχουν κουραστεί πια και να μην ανταγωνίζονται λόγω θρησκευτικού ζήλου αλλά λόγω της απληστίας τους. Επειδή δε οι ιεροί πόλεμοι, έπρεπε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να συνεχιστούν έστω και χάνοντας το επικό μεγαλείο τους, μεταφέρθηκαν στη θάλασσα, όπου ιδιώτες (οι κουρσάροι) εφοδιασμένοι από τον ηγεμόνα τους με ειδική άδεια, μπορούσαν να αρματώσουν ένα πλοίο και να χτυπήσουν τους εχθρούς της πίστης τους, κάνοντας παράλληλα την μπάζα τους, από την οποία βεβαίως και ο ηγεμόνας θα εισέπραττε μερίδιο. Η συνθήκη αυτή ήταν που διαχώριζε πλήρως την «εργασία» τους από εκείνη των πειρατών που χτυπούσαν όποιο καράβι έβλεπαν μπροστά τους.

Ηγεμόνες στην Μπαρμπαριά ήσαν φυσικά οι ντόπιοι άρχοντες, υποτελείς (με χαλαρούς δεσμούς) προς τον σουλτάνο, στη δε Μάλτα οι ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη των Ιεροσολύμων, οι λεγόμενοι επίσης και Σπιταλιώτες (νοσοκόμοι), που ποδηγετούνταν ηθικά από τον εκάστοτε πάπα της Ρώμης. Επί της ουσίας όμως οι Ιωαννίτες ιππότες φρόντιζαν να τα πηγαίνουν πολύ καλά, τόσο με τους Γάλλους (κάποιοι θεωρούσαν τη Μάλτα αποικία τους) όσο και με το βασίλειο των Δύο Σικελιών που κάλυπτε τις ελλείψεις του νησιού σε στάρι. Και οι δυο πλευρές είχαν στη θάλασσα κατά τον 17ο αιώνα περί τα εκατό πλοία διαφορετικών μεγεθών, κάτι που θα μπορούσε να υποχρεώσει το θαλάσσιο εμπόριο να νεκρωθεί, αν δεν εξαρτάτο από αυτό η επιβίωση των μεγάλων πόλεων και των εκατοντάδων νησιών.

Μια λύση ήταν βέβαια τα (τσουχτερά) ασφάλιστρα. Οι όμηροι μπορούσαν να απελευθερωθούν πληρώνοντας λύτρα. Πρώτοι κατέφευγαν σ' αυτό οι έμποροι, αφού δεν συνέφερε κανέναν να μένουν άπραγοι. Γενικά και οι δύο πλευρές φέρονταν σχετικά καλά στους σκλάβους αφού αποτελούσαν οικονομικά μεγέθη, το ίδιο και στις γυναίκες ανάμεσά τους, περισσότερο οι μωαμεθανοί. Ως και εκείνοι οι σκλάβοι που δυστυχούσαν στα κουπιά κάποιας γαλέρας (τα κάτεργα δηλαδή, εξ ου και «κατεργάρης») τύχαιναν ιδιαίτερης προσοχής, αφού αποτελούσαν την κινητήρια δύναμή της. Σε περίπτωση μάχης ή καταδίωξης όμως, προκειμένου να αποδώσουν το μέγιστο της... ιπποδύναμης, τους όργωναν τις πλάτες.

Οταν κάποια στιγμή τα γαλλικά, αγγλικά, ολλανδικά αλλά και πλοία με άλλες σημαίες μέσα από συνθήκες που υπογράφηκαν με την Μπαρμπαριά και τη Μάλτα έπαψαν να είναι στόχος, εκείνα που κατά κύριο λόγο πλήρωσαν τη νύφη ήταν τα ελληνικά, αφού οι Βαρβερίνοι θεωρούσαν τους Ελληνες άπιστους, οι δε Μαλτέζοι επέμεναν πως μετέφεραν φορτία τουρκικών συμφερόντων. Ηταν κι αυτός ένας από τους δεκάδες τρόπους που μηχανεύτηκαν και οι δύο πλευρές για να μην πάψει ποτέ το κούρσεμα. Η μόνη λύση που είχαν οι γραικοί χριστιανοί, ήταν να καταφεύγουν στα δικαστήρια της Μάλτας, όπερ και εγένετο ειδικά μεταξύ 1735 και 1745.

Τα δικαιώματα των κουρσάρων όταν καταλάμβαναν ένα πλοίο, καθορίζονταν επακριβώς. Μαρτυρούσε ο πλοίαρχος Μπαλεστριέρ από τη Μαγιόρκα σε μια δίκη του 1742: «Οι κουρσάροι έχουν πάντοτε σύστημα, τα λεφτά οποιουδήποτε βρεθεί στ' αμπάρι και ό,τι αρπάξουν, στρωσίδια, κουτιά και ψιλά των επιβατών και των μαρινέρων που είναι σκόρπια και όχι σφραγισμένα, φτάνει να μην είναι κομμάτι του φορτίου. Κι αν τέτοια πράγματα βρεθούν στην καμπίνα, τα παίρνει ο ύπαρχος, και όσα βρεθούν στο μπαλαούρο τα παίρνει ο κελευστής, και όσα στη δεσπέντζα ο σιτιστής».

Το φορτίο, ό,τι ήταν σφραγισμένο και το ίδιο το πλοίο, αποτελούσε τη λεία που θα μοιραζόταν στη συνέχεια στους δικαιούχους (ηγεμόνας, χρηματοδότες, ασφαλιστές, καπετάνιος και πλήρωμα εν τέλει). Το 1743 ήσαν εβδομήντα πέντε οι ομολογιούχοι σ' ένα κουρσάρικο ανάμεσά τους και κάποιοι παπάδες της Μάλτας που είχαν επενδύσει τα χρήματα των ενοριτών τους.

Είναι πλήθος οι πληροφορίες, αποτέλεσμα της κοπιώδους έρευνας του Ερλ, που για φινάλε όμως κρατάει το καλύτερο: στοιχεία από τη ζωή και τη δράση πέντε κουρσάρων, τριών χριστιανών, ενός ακόμα που αλλαξοπίστησε και του διάσημου ανάμεσα στους συναδέλφους του Ρεΐς Χαμιντού που έδρασε στο Αλγέρι. Ανάμεσά τους και ο Αλόνσο ντε Κοντρέρας, ισπανός μισθοφόρος και απόλυτος φανφαρόνος, όπως αντιλαμβάνεται κανείς από τα απομνημονεύματά του. Να ένα απόσπασμα:

«Ενας ολλανδός πυροβολητής γέμιζε ακάλυπτος το κανόνι του, και του έριξαν μια κανονιά που τον πήρε κατακέφαλα. Εγινε το κεφάλι του χίλια κομμάτια, πιτσιλώντας τους γύρω με τα μυαλά του. Κι ένα κόκαλο βρήκε ένα ναύτη στη μύτη, που ήταν από γεννησιμιού του στραβή και τότε γιατρεύτηκε η μύτη του και έγινε ίσα σαν τη δικιά μου».

Και αλλού, σχετικά με τη χριστιανικότητα: «Μέσα στο πλήθος των πεθαμένων που ρίχναμε στο νερό, ήταν ένας που επέπλεε ανάσκελα, σε αντίθεση με τους Τούρκους και τους Σαρακηνούς, που όταν πετάς το κουφάρι τους στο νερό αμέσως γυρνάνε μπρούμυτα».

Ναυμαχία 25 λεπτών

Ο Ρεΐς Χαμιντού, ο ναύαρχος του αλγερινού στόλου, ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του γύρω στα 1790, έντεκα χρόνια αργότερα, έχοντας γίνει διάσημος, έχτισε μια φρεγάτα με σαράντα τέσσερα κανόνια ενώ ένα χρόνο αργότερα έκανε το γνωστότερό του ανδραγάθημα κυριεύοντας μια πορτογαλική φρεγάτα, επίσης σαράντα τεσσάρων κανονιών, χωρίς να χυθεί σχεδόν αίμα, αφού την πλεύρισε έχοντας σηκώσει αγγλική σημαία. Το τέλος του ήταν απρόβλεπτο και αντάξιο των κατορθωμάτων του. Οι Αμερικανοί που επί δεκαετίες πλήρωναν φόρο στους Αλγερινούς, ώστε να μην επιτίθενται στα πλοία τους, κάτι που φυσικά οι δεύτεροι εξακολουθούσαν παρ' όλ' αυτά να κάνουν, έστειλαν μια ναυτική μοίρα που πέρασε το Γιβραλτάρ στις 15 Ιουνίου 1815. Η μοίρα τους περίμενε τον Χαμιντού κοντά στο Κάβο Γάτα. Εκεί ήταν από τους πρώτους που έχασαν τη ζωή τους στη ναυμαχία που διάρκεσε μόλις είκοσι πέντε λεπτά.

Από τα σημαντικά ατού του βιβλίου είναι ακριβώς οι εξαιρετικές περιγραφές των ναυμαχιών αλλά και το φωτογραφικό υλικό από γκραβούρες εποχής που παρουσιάζουν μάχες και τους πρωταγωνιστές τους. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Πώς η μουσική έγινε βιομηχανία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Σκάρλετ Γιόχανσον
Η Σκάρλετ πήρε τ' όπλο της
Διεθνές Φεστιβάλ Ομοφυλοφιλικού Κινηματογράφου
Και τα ομώνυμα έλκονται
Κινηματογράφος
Ακατάλληλη δι' ανηλίκους
Συνέντευξη: Στέλλα Γαδέδη
Η «Μόνα Λίζα» στο λαϊκό
Διασκέδαση
Παρνασσός on the rocks
Θέατρο
Εγινε παρεξήγηση
Συνέντευξη: Αντζελίκ Κιτζό
«Η απληστία σκοτώνει τον κόσμο σας»
Συνέντευξη: Socrates
Οι Socrates βρήκαν τον εαυτό τους
Μουσική
Μια σιωπηλή παράσταση
Αρχιτεκτονική
Οι Ισπανοί τα κατάφεραν
Ρεπορτάζ
Μουσεία σε χειμερία νάρκη
Συνέντευξη: Σάρα Λούκας
«Τολμήστε ενάντια στους πολλούς»
Βιβλίο
Πώς η μουσική έγινε βιομηχανία
Κουρσάροι με το νόμο
Νομισματικό Μουσείο
Θησαυρέ μου!
Συνέντευξη: Πάνος Καρνέζης
Ανάμεσα σε δύο χώρες
Γκράφικ νόβελ
Από το κόμμα στο κόμικ