Έντυπη Έκδοση

Ανάμεσα σε δύο χώρες

«Οποιους ο Θεός θέλει να καταστρέψει, τους οδηγεί πρώτα στην παραφροσύνη»... Ετσι ξεκινά το νέο μυθιστόρημα του Πάνου Καρνέζη «Το Μοναστήρι» (εκδ. Λιβάνη), που εκτυλίσσεται στις αρχές του 20ού αιώνα σε μια παραδεισένια πλαγιά του ισπανικού Νότου, σ' έναν τόπο γαλήνης και περισυλλογής.

«Η συναισθηματική απόσταση σου επιτρέπει να σκέφτεσαι πιο ψυχρά, με κριτικό πνεύμα, τα θέματά σου, αποφεύγοντας τους τυποποιημένους τρόπους συμπεριφοράς και έκφρασης», λέει ο Πάνος Καρνέζης, αναφερόμενος στα πλεονεκτήματα της γραφής σε μια γλώσσα διαφορετική από τη μητρική του. «Η συναισθηματική απόσταση σου επιτρέπει να σκέφτεσαι πιο ψυχρά, με κριτικό πνεύμα, τα θέματά σου, αποφεύγοντας τους τυποποιημένους τρόπους συμπεριφοράς και έκφρασης», λέει ο Πάνος Καρνέζης, αναφερόμενος στα πλεονεκτήματα της γραφής σε μια γλώσσα διαφορετική από τη μητρική του. Εκεί, στη φθαρμένη αλλά πάντα μεγαλοπρεπή Μονή της Παναγίας του Ελέους, μακριά -υποτίθεται- από τις μικρότητες και τους πειρασμούς του έξω κόσμου, έχουν καταφύγει οι ηρωίδες του Καρνέζη, είτε για να λυτρωθούν από παλιές αμαρτίες, είτε για να ξεφύγουν από θανατηφόρες επιδημίες, είτε για να «σταδιοδρομήσουν» ως άψογες δούλες του Θεού.

Κι είναι πράγματι μια ιστορία παραφροσύνης που, με κινηματογραφικό σχεδόν τρόπο, ξεδιπλώνεται στο βιβλίο του. Αυτής που κυριεύει την αδελφή Μαρία Ινές, ηγουμένη του μοναστηριού, η οποία επί τριάντα χρόνια βασανιζόταν από ενοχές για την οικειοθελή απαλλαγή της από τον καρπό της πρώτης και μοναδικής ερωτικής της συνεύρεσης. Γι' αυτό κι όταν ανακαλύπτει ένα βρέφος έξω από τη μονή εκλαμβάνει τον ερχομό του ως θείο δώρο, αρνείται να εξερευνήσει το μυστήριο της προέλευσής του, και γαντζώνεται μ' εμμονή πάνω του, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

Εμαθε διαβάζοντας

Γραμμένο απ' ευθείας στ' αγγλικά -τη γλώσσα στην οποία όχι μόνο σκέφτεται αλλά και ονειρεύεται πια ο 43χρονος πρώην μηχανολόγος από την Αμαλιάδα- το «Μοναστήρι» είναι το τρίτο μυθιστόρημα ενός συγγραφέα που ξεπήδησε από το φημισμένο τμήμα δημιουργικής γραφής του East Anglia, που έμαθε την τέχνη του «κατ' αρχήν, διαβάζοντας διηγήματα» και που κατάφερε να ξεχωρίσει στη Βρετανία το 2002 με τις παρθενικές «Μικρές ατιμίες» του. Κι όπως ο «Λαβύρινθος» και το «Πάρτι γενεθλίων» που προηγήθηκαν, από μια εικόνα γεννήθηκε κι αυτό:

«Την εικόνα μιας παλιάς βαλίτσας αφημένης στα σκαλοπάτια ενός μοναστηριού, στη μέση του πουθενά. Η βαλίτσα έχει μέσα ένα μωρό. Αυτό ήταν όλο. Τι θα συνέβαινε στη συνέχεια, δεν είχα ιδέα. Καταλήγοντας στους χαρακτήρες των μοναχών, ήμουν πια έτοιμος να ξεκινήσω. Γιατί είναι πάντα οι ήρωες ενός μυθιστορήματος που αφηγούνται την ιστορία. Κι οι όποιοι προβληματισμοί του αναγνώστη θέλω να είναι συνέπειες της αφήγησης, όχι το αντίστροφο».

- Η λεπτή γραμμή που διαχωρίζει το καλό από το κακό, την πίστη από τη δεισιδαιμονία, τα λόγια από τις πράξεις, ήταν κάτι που σας απασχολούσε από παιδί;

«Επιστρέφω συχνά στις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, ίσως επειδή είναι οι πιο έντονες και μαγικές στιγμές της ζωής. Είχα μια μάλλον συνηθισμένη αστική ανατροφή αλλά η καταγωγή μου είναι από την επαρχία και τα συχνά ταξίδια εκεί μ' έφεραν σ' επαφή με έναν άλλο τρόπο ζωής. Μικρές κοινότητες, η δεισιδαιμονία στην καθημερινή ζωή, η επίδραση της φύσης στον ανθρώπινο χαρακτήρα... Ολα αυτά ήταν χαραγμένα στη μνήμη μου κι όταν άρχισα να γράφω, ανασύρθηκαν στην επιφάνεια».

- Υπάρχει κάτι στη γύρω σας πραγματικότητα που σας απωθεί; Γιατί επιμένετε να στήνετε ατμόσφαιρες μέσα σ' ένα απώτερο παρελθόν;

«Είναι μια ενστικτώδης επιλογή. Νιώθω πιο άνετα σε έναν κόσμο όπου οι νόμοι της φυσικής, η ιστορία, ο χρόνος, η γεωγραφία δεν υπακούν σε απόλυτους κανόνες αλλά είναι παράμετροι που μπορώ να πλάσω σε ό,τι σχήμα επιθυμώ. Ισως είναι και συνέπεια του ότι ζω ανάμεσα σε δύο χώρες, χωρίς να ανήκω πλήρως σε καμία, όπως γίνεται με κάθε μετανάστη».

- Ποιοι είναι οι περιορισμοί και ποιες οι ελευθερίες όταν γράφει κανείς σε άλλη από τη μητρική του γλώσσα;

«Ο σημαντικότερος περιορισμός, νομίζω, είναι η έλλειψη της συναισθηματικής ταύτισης που υπάρχει με τη μητρική γλώσσα, η ικανότητα ν' αναγνωρίζεις τη μελωδία της, οι συνειρμοί που μια λέξη φέρνει στο νου. Ολα αυτά βοηθάνε για να γράψεις με περισσότερη ακρίβεια. Δεν είναι κάτι που έρχεται αυτόματα σ' όποιον γράφει σε μια δεύτερη γλώσσα, αλλά δεν είναι αδύνατον. Ελπίζω με τον καιρό να γίνω καλύτερος σ' αυτό. Από την άλλη, αυτή η συναισθηματική απόσταση σου επιτρέπει να σκέφτεσαι πιο ψυχρά, με κριτικό πνεύμα, τα θέματά σου, αποφεύγοντας τους τυποποιημένους τρόπους συμπεριφοράς και έκφρασης».

Για τις ανάγκες του «Μοναστηριού» ο Καρνέζης χρειάστηκε να κάνει αρκετή έρευνα γύρω από τη ζωή και τις συνήθειες των μοναχών σ' ένα καθολικό μοναστήρι, καθώς και για την ιστορία και τη γεωγραφία της Ισπανίας. Κατά τα άλλα, «διαβάζω χωρίς υστεροβουλία, μόνο για διασκέδαση», λέει. Και σύγχρονη λογοτεχνία -«Φίλιπ Ροθ, Ιαν Μακ Γιούαν...»- αλλά, κυρίως, «κλασικούς, βιβλία Ιστορίας, βιογραφίες, ταξιδιωτικά. Από Ελληνες, διάβασα πέρσι το "Logicomix" του Δοξιάδη και μου άρεσε πολύ».

«Τα χειρότερα πέρασαν»

- Πώς νιώθετε όλους αυτούς τους μήνες που η Ελλάδα δέχεται αρνητική δημοσιότητα για τα οικονομικά της προβλήματα; Γίνατε αποδέκτης σχολίων που σας έφεραν σε αμηχανία;

«Ηταν ανησυχητικό. Οι εφημερίδες και η τηλεόραση στην Αγγλία αναφέρθηκαν πολλές φορές στην περίπτωσή μας. Αλλά ήταν ενδιαφέρον ότι δεν το έκαναν με το σαρκασμό που ακούγαμε πριν τους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Ισως γιατί και η αγγλική οικονομία πέρασε και περνάει δύσκολες στιγμές, κι έτσι είδαν την κατάσταση στην Ελλάδα ως άλλη μια συνέπεια της παγκόσμιας ύφεσης».

- Πώς μεταφράζεται η κρίση στον εκδοτικό χώρο;

«Τα χειρότερα μάλλον πέρασαν. Τα δυο τελευταία χρόνια εκδόθηκαν πολύ λιγότερα βιβλία, ενώ και οι αμοιβές των συγγραφέων σε μορφή προκαταβολής μειώθηκαν στο ένα τρίτο ή και στο μισό».

- Το ότι κινείστε μέσα σ' ένα πολύ ανταγωνιστικό περιβάλλον επηρεάζει τις δημιουργικές σας επιλογές;

«Ευτυχώς δεν είχα πρόβλημα έως τώρα. Η αλήθεια όμως είναι πως οι εκδότες περιμένουν την επιτυχία, κριτική ή εμπορική, από το πρώτο κιόλας βιβλίο ενός συγγραφέα, ενώ οι περισσότεροι χρειάζονται τέσσερα και πέντε βιβλία για να μπορούν να γράφουν με αυτοπεποίθηση και να ελπίζουν στην αναγνώριση. Το μόνο που μπορεί κανείς να κάνει είναι να συνεχίσει να γράφει όσο καλύτερα μπορεί. Και να κρατάει τις αποστάσεις του από μια κατάσταση που αδυνατεί να επηρεάσει και που ελάχιστη σχέση έχει με την τέχνη της γραφής». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Σκάρλετ Γιόχανσον
Η Σκάρλετ πήρε τ' όπλο της
Διεθνές Φεστιβάλ Ομοφυλοφιλικού Κινηματογράφου
Και τα ομώνυμα έλκονται
Κινηματογράφος
Ακατάλληλη δι' ανηλίκους
Συνέντευξη: Στέλλα Γαδέδη
Η «Μόνα Λίζα» στο λαϊκό
Διασκέδαση
Παρνασσός on the rocks
Θέατρο
Εγινε παρεξήγηση
Συνέντευξη: Αντζελίκ Κιτζό
«Η απληστία σκοτώνει τον κόσμο σας»
Συνέντευξη: Socrates
Οι Socrates βρήκαν τον εαυτό τους
Μουσική
Μια σιωπηλή παράσταση
Αρχιτεκτονική
Οι Ισπανοί τα κατάφεραν
Ρεπορτάζ
Μουσεία σε χειμερία νάρκη
Συνέντευξη: Σάρα Λούκας
«Τολμήστε ενάντια στους πολλούς»
Βιβλίο
Πώς η μουσική έγινε βιομηχανία
Κουρσάροι με το νόμο
Νομισματικό Μουσείο
Θησαυρέ μου!
Συνέντευξη: Πάνος Καρνέζης
Ανάμεσα σε δύο χώρες
Γκράφικ νόβελ
Από το κόμμα στο κόμικ