Έντυπη Έκδοση

Ο φόβος της Κίνας ευνοεί τις κινήσεις της Ουάσιγκτον

Αν το Πεκίνο σταματούσε να αγοράζει το αμερικανικό χρέος

Πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν, συνάντηση με τον δαλάι λάμα στον Λευκό Οίκο, ενδεχόμενες διεθνείς κυρώσεις εναντίον του Ιράν...

Σε αυτά τα σημεία τριβής μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών προστίθεται και το ζήτημα της ισοτιμίας των νομισμάτων τους. Ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα κατηγορεί το Πεκίνο ότι διατηρεί το νόμισμά του υποτιμημένο για να στηρίζει τις κινεζικές εξαγωγές. Η Κίνα αποτελεί, όμως, και πολύτιμο εταίρο, ο οποίος χρηματοδοτεί τα αμερικανικά ελλείμματα. Αν και αντίπαλες γεωπολιτικά, οι δύο δυνάμεις διαπλέκονται στενά σε οικονομικό επίπεδο.

Τι θα συνέβαινε εάν κάτι τέτοιο σταματούσε;

Στις ΗΠΑ, εδώ και έναν χρόνο, τα πνεύματα εξάπτονται στη σκέψη ότι η Κίνα, εκφράζοντας τη δυσφορία της για την εξωτερική πολιτική του προέδρου Ομπάμα, θα μπορούσε, για αντίποινα, να μην αγοράζει, πλέον, αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Αν επαληθεύονταν οι σκοτεινές προφητείες πολλών αναλυτών, θα πυροδοτείτο μια χρηματιστηριακή Αποκάλυψη, η οποία θα γονάτιζε την αμερικανική οικονομία (1).

Η κινεζική απειλή αποτελεί βολικό επιχείρημα για να ωθήσει τον Λευκό Οίκο να συγκλίνει περισσότερο προς τη γνωστή δημοσιονομική και νομισματική ορθοδοξία. Ασκεί πίεση, ώστε η κυβέρνηση Ομπάμα να εγκαταλείψει τις προσπάθειές της να πετύχει την ανατίμηση του γουάν, σε σχέση με το δολάριο. Το ίδιο επιχείρημα μπορεί επίσης να αξιοποιηθεί ως πρόσχημα για να ζητηθούν περικοπές στα προγράμματα βοήθειας προς τα φτωχότερα στρώματα, με πρώτο το σχέδιο αναμόρφωσης των συντάξεων.

Το φάσμα των κινεζικών αντιποίνων κατέχει, σήμερα, κεντρική θέση στη δημόσια συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανάλογη με τον κίνδυνο ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Και στις δύο περιπτώσεις, επισείεται ένα κόκκινο φόβητρο για να επιβληθούν οι πιο συντηρητικές πολιτικές λύσεις.

Ωστόσο, μεταξύ των δύο περιπτώσεων υπάρχει μία μεγάλη διαφορά. Μολονότι ο φόβος ενός πυρηνικού πολέμου είχε καλλιεργηθεί υπερβολικά -στην πραγματικότητα, οι αντίπαλοι αποδεικνύονταν αρκετά φειδωλοί στις απειλές τους για πυρηνικό χτύπημα- το ενδεχόμενο ολοκαυτώματος ήταν σε κάποιον βαθμό πιθανό. Το εντελώς αντίθετο ισχύει, όμως, για την απειλή της κινεζικής εκδίκησης, η οποία έχει επινοηθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου για τις ανάγκες της πολιτικής διαμάχης. Στην πραγματικότητα, εάν το Πεκίνο σταματούσε να αγοράζει αμερικανικά κρατικά ομόλογα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα πλήττονταν. Μπορούμε, μάλιστα, να στοιχηματίσουμε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ευνοούσε την αμερικανική οικονομία. Για να πεισθεί κανείς, αρκεί να υπενθυμίσουμε κάποιες βασικές οικονομικές αρχές.

Η κεντρική τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών (Fed) και η κινεζική κεντρική τράπεζα αποτελούν τους παράγοντες-κλειδιά της αμερικανικής οικονομίας. Και οι δύο παίζουν περίπου τον ίδιο ρόλο: διοχετεύουν μέρος των τεράστιων ρευστών διαθεσίμων τους στην αγορά, κάνοντας βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις. Η Fed επεμβαίνει συνήθως στις βραχυπρόθεσμες αγορές. Ομως, από τότε που ξέσπασε η κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων (subprime), άλλαξε τακτική, ανοίγοντας τις πιστωτικές στρόφιγγες και προχωρώντας σε μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις. Ο αναπροσανατολισμός αυτός μεταφράστηκε σε μαζικές αγορές αμερικανικών κρατικών ομολόγων και ενυπόθηκων τίτλων.

Η κινεζική κεντρική τράπεζα διοχέτευσε και αυτή, από την πλευρά της, τεράστια ποσά ρευστών διαθεσίμων στην αγορά, προχωρώντας συστηματικά σε βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις. Τη στιγμή που η κρίση εκτίνασσε στα ύψη το αμερικανικό δημοσιονομικό έλλειμμα, η κινεζική κεντρική τράπεζα έδειξε ιδιαίτερη προτίμηση στα δεκαετή αμερικανικά κρατικά ομόλογα (2).

Ας υποθέσουμε, τώρα, ότι η κεντρική τράπεζα της Κίνας διακόπτει απότομα τις επενδύσεις της στο αμερικανικό χρέος, είτε για να τιμωρήσει την κυβέρνηση Ομπάμα, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Σύμφωνα με τις υστερικές κραυγές των μέσων ενημέρωσης, κάτι τέτοιο θα προκαλούσε αναπόφευκτα κατακόρυφη άνοδο στα αμερικανικά επιτόκια και θα απομάκρυνε κάθε ελπίδα οικονομικής ανάκαμψης. Το συγκεκριμένο σενάριο τρόμου αγνοεί μια απλούστατη λεπτομέρεια: θα μπορούσε η Fed να πάρει τη θέση της κινεζικής κεντρικής τράπεζας και να αγοράσει η ίδια τα αδιάθετα αμερικανικά ομόλογα.

Παρέμβαση της Fed

Στο ενδεχόμενο αυτό, οι ειδικοί που συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση αντιτείνουν εσπευσμένα ότι η ενισχυμένη παρέμβαση της Fed θα προκαλούσε καλπάζοντα πληθωρισμό, την επιστροφή στο «εργοστάσιο που κόβει χρήμα». Πρόκειται για έμμονη ιδέα που δεν έχει βάση. Η υγεία της αμερικανικής οικονομίας εξαρτάται από τον όγκο της διαθέσιμης ρευστότητας, όχι από την προέλευσή της.

Οι αμερικανοί προφήτες που κινδυνολογούν, διαβεβαιώνουν ότι το Πεκίνο θα συνεχίσει να αγοράζει κινητές αξίες σε δολάρια, για να διατηρήσει το κινεζικό νόμισμα σε λογικά επίπεδα. Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να τους απαντήσει: «και λοιπόν;». Στην περίπτωση που η πρόβλεψή τους επαληθευόταν, θα βρισκόμασταν απλώς μπροστά σε μια αντιστροφή ρόλων: στην κατοχή της κινεζικής κεντρικής τράπεζας θα περιέρχονταν περισσότερες βραχυπρόθεσμες αξίες και θα μειώνονταν οι μακροπρόθεσμες, ενώ η Fed θα κινείτο προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Εάν το Πεκίνο σταματούσε να αγοράζει αμερικανικά κρατικά ομόλογα και κινητές αξίες σε δολάρια με τα βουνά συναλλάγματος που συγκεντρώνει από το εμπορικό του πλεόνασμα, τότε το αποτέλεσμα θα ήταν να αρχίσει να ανατιμάται το γουάν σε σχέση με το δολάριο.

Με λίγα λόγια, η κινεζική απειλή δεν σημαίνει τίποτε άλλο από μια πιθανή ανατίμηση του γουάν. Πού βρίσκεται, λοιπόν, η «απειλή» εάν το Πεκίνο ικανοποιούσε, επιτέλους, τις επιθυμίες της Ουάσιγκτον;

Ενα ακριβότερο γουάν θα προκαλούσε, βέβαια, άνοδο του πληθωρισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά πρόκειται για δευτερεύουσα επίπτωση που αναμένεται επί μακρόν. Η πολιτική του φθηνού γουάν αποτελεί για το Πεκίνο ένα μέσο επιδότησης των εξαγωγών του στην αμερικανική αγορά -και, μάλιστα, στην παγκόσμια αγορά, αφού την ίδια νομισματική στρατηγική ακολουθεί απέναντι σε όλα τα νομίσματα και όχι μόνο απέναντι στο δολάριο. Εάν η Κίνα αρχίσει να απαλλάσσεται από τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα και αφήσει το νόμισμά της να ανατιμηθεί, το σύστημα επιδότησης των εξαγωγών της θα έχει τελειώσει.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, θα πωλούνταν ακριβότερα στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτείων τόσο τα κινεζικά προϊόντα όσο και τα εμπορεύματα των χωρών που έχουν συνδέσει το νόμισμά τους με το γουάν. Ασφαλώς, αυτές οι ανατιμήσεις θα προκαλούσαν άνοδο του πληθωρισμού, όχι, όμως, σε τέτοιο βαθμό που να καταστραφεί η αμερικανική οικονομία. Οι ανατιμήσεις στα κινεζικά προϊόντα θα επέτρεπαν, μάλιστα, στις Ηνωμένες Πολιτείες να περιορίσουν κάπως το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών τους, που αποδεικνύεται όλο και πιο δυσβάστακτο.

Οι εισαγωγές από την Κίνα και τις χώρες που έχουν συνδέσει το νόμισμά τους με το γουάν αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 4% του αμερικανικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Μια ανατίμηση 30% στα προϊόντα αυτά θα μεταφραζόταν σε άνοδο του πληθωρισμού κατά 1,2%. Δεν είναι ασήμαντη άνοδος, αλλά σίγουρα απέχει πολύ από τον υπερπληθωρισμό της Ζιμπάμπουε (3), τον οποίο επικαλούνται ορισμένοι σχολιαστές, φρίττοντας...

Τα ακριβότερα κινεζικά προϊόντα θα έκαναν την αμερικανική βιομηχανία πιο ανταγωνιστική σε πολλούς κλάδους, θα τόνωναν την οικονομική δραστηριότητα σε αμερικανικό έδαφος και θα κατέληγαν σε σημαντική μείωση των εισαγωγών -εάν όχι σε απόλυτο όγκο, τουλάχιστον ποσοστιαία. Θα παρατηρείτο, τότε, μια σωτήρια εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου, με την ανάπτυξη, λόγω της αύξησης των αμερικανικών εξαγωγών, να αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό τις αρνητικές συνέπειες μιας ανόδου των επιτοκίων.

Επομένως, δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να αναστατώνεται κανείς στη σκέψη ότι η Κίνα θα μποϊκοτάρει τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, το αντίθετο μάλιστα. Τέτοια αντίποινα θα μπορούσαν να ευνοήσουν το υποτιθέμενο θύμα τους, τις Ηνωμένες Πολιτείες...

(1) Με 889 δισεκατομμύρια δολάρια τον Ιανουάριο του 2010, η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο κάτοχο αμερικανικού κρατικού χρέους. Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Ιαπωνία (765 δισεκατομμύρια δολάρια).

(2) Βλ. Martine Bulard, «Finance, puissances... le monde bascule», «Le Monde diplomatique», Νοέμβριος 2008.

(3) Υπολογίζεται σε 231.000.000% το 2008!

*Οικονομολόγος, συνδιευθυντής του Center for Economic and Policy Research, στην Ουάσιγκτον.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Le Monde diplomatique
Σχετικά θέματα: Le Monde diplomatique
Δεν είναι η Ελλάδα που πρέπει να αποπεμφθεί, η Γερμανία είναι!
Άλλα θέματα στην κατηγορία Διεθνή της έντυπης έκδοσης
Ευρωπαϊκή Ενωση
Ζητείται ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική
Οι συνέπειες της έκρηξης
Οικονομία στο έλεος της λάβας
Ο εύθραυστος δυτικός τρόπος ζωής
Σενάρια της επόμενης μέρας
Πόσο απειλεί η τέφρα την Ελλάδα;
Τουρκία
Μεταρρύθμιση με προσφυγή στο λαό
ΗΠΑ
Πολιτική επένδυση υψηλού ρίσκου
Η ακροδεξιά ετοιμάζει πόλεμο κατά του Ομπάμα
Ανθρωποι & Τόποι
Ζωηρά παιδιά ή διαταραγμένες ψυχές;
Ο πρόεδρος, ο μαφιόζος και η κοκαΐνη
Le Monde diplomatique
Δεν είναι η Ελλάδα που πρέπει να αποπεμφθεί, η Γερμανία είναι!
Αν το Πεκίνο σταματούσε να αγοράζει το αμερικανικό χρέος