Έντυπη Έκδοση

Νόμος και αναλαμπή μιας νέας εποχής

Μυρτώ Ρήγου

Εκδοχές του Νόμου: Kant, Sade, Kafka

εκδόσεις Πλέθρον, σ. 480, ευρώ 26

Με μεγάλο ενδιαφέρον διαβάσαμε το θαυμάσιο βιβλίο της Μυρτώς Ρήγου, καθηγήτριας της Θεωρίας της Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Εκδοχές του Νόμου. Το εν λόγω πόνημα, καρπός πολυετούς δουλειάς της συγγραφέως, αποτελεί μια εμπεριστατωμένη έρευνα σχετικά με τη φύση και τις εκδοχές του νόμου, μια προβληματική που μέσα από κλασικά κείμενα της νεωτερικότητας -και όχι μόνο- έρχεται να προβληματίσει (γι' ακόμα μια φορά) πάνω σε μια σειρά από συναφή με τον κύριο άξονα του βιβλίου θέματα, όπως είναι το νόημα και η φύση της νεωτερικότητας, η εξουσία, οι αξίες και το νεωτερικό υποκείμενο. Η συγγραφέας, πέρα από την πρόθεσή της να περιχαρακώσει από παντού και να τεκμηριώσει το εκτενές υλικό της, επιχειρεί να στοχαστεί με τόλμη και να θίξει περιοχές του φιλοσοφικού λόγου (κλασική οντολογία, πρακτικός λόγος) που σπάνια θίγονται και σχολιάζονται διεξοδικά, καθώς μια τέτοια ψηλάφηση δεν είναι άμοιρη συνεπειών. Αναλαμβάνοντας τις ευθύνες μιας τόσο ριψοκίνδυνης προσπάθειας, όπως είναι η σύνταξη του εκτενούς θεωρητικού πονήματος που εμφανίζεται στον περιορισμένο ελληνικό περίγυρο, υπερβαίνει ίσως κατά πολύ τους προφανείς της στόχους, καθώς το βιβλίο Εκδοχές του Νόμου αποτελεί ένα είδος έκκλησης σε καλύτερους καιρούς -που είναι δυνατόν να έρθουν-, τόσο με την ποιότητα όσο και με το περιεχόμενό του, μιλώντας μέσα σ' ένα περιβάλλον ακραίας πολιτικής ένδειας, όπως είναι η νεοελληνική πραγματικότητα.

Στόχος της εργασίας αυτής είναι: «Να αποσυνδέσει τον νόμο από τη νομιμότητα, προκειμένου να φανεί ο δεσμός του με την "ηθική του πραγματικού". Επιπλέον, να αποκαλύψει τις εκδοχές του, δηλαδή να εμφανίσει τις αντινομίες του. Τέλος, να καταδείξει τη σχέση του με την παράβαση και τη διαστροφή, προκειμένου να αποσαφηνιστεί η εγγενής του σχέση εντός και εκτός συμβολικών προδιαγραφών, ώστε να καθίσταται δυνατή η εξήγηση φαινομένων που προκύπτουν από την ερμηνεία, την εφαρμογή και τον καταναγκαστικό του χαρακτήρα, όταν νομιμοποιεί τη βία της εξουσίας (Μυρτώ Ρήγου, Εκδοχές του Νόμου, Πλέθρον, σ. 12).

Διαβάζοντας το βιβλίο, προσπαθήσαμε να επισημάνουμε τις υπόρρητες προϋποθέσεις της πολύ πλούσιας προβληματικής του, κάποιες από τις οποίες θα επιχειρήσουμε να εκθέσουμε.

Σχετικά με τη νεωτερικότητα· το καρτεσιανό και το καντιανό υποκείμενο

Η νεωτερικότητα, σύμφωνα με τον Χάμπερμας, υπήρξε ένα «ημιτελές πρόταγμα» και σύμφωνα με τον γερμανό στοχαστή, δεν έμεινε ανολοκλήρωτη, αλλά αδιαφώτιστη. Ως έκφραση μιας πραγματικότητας που δεν δέχεται ν' αγκαλιάσει την ολότητα της ανθρώπινης εμπειρίας και να μιλήσει ως λόγος ενός ενοποιημένου και αυτοστοχαζόμενου όντος, βυθίζεται στην αυτοκαταστροφική διαδικασία που τόσο εύστοχα σκιαγράφησαν οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ και καταλήγει αναπόδραστα στην εργαλειακότητα. Πολλές εικασίες έχουν διατυπωθεί για τούτη την κατάληξη της όψιμης δυτικής σκέψης, θα προσθέταμε ακόμη μία: από τη ratio, η πραγματικότητα εκφράστηκε μόνο αποσπασματικά, ενώ ένας αχανής οντολογικός χώρος αποσιωπήθηκε τελείως. Η επισημανθείσα από τη Μυρτώ Ρήγου αλλά και από τον Δημήτρι Βεργέτη «σχάση στον νόμο», έλκει, θα λέγαμε, την καταγωγή της από μια σειρά εγγενείς με τη νεωτερικότητα αντινομίες, που στιγματίζουν ανεξίτηλα το σώμα του θεσμίζοντος και θεσμιζόμενου δυτικού υποκειμένου, που καταλήγει να ζήσει σε έναν «εγελιανό, εννοιολογικά συγκροτημένο κόσμο» (Κοσμάς Ψυχοπαίδης) μέσα στην έσχατη αλλοτρίωση.

Ο θεμελιωτής του δυτικού υποκειμένου Καρτέσιος στηρίζει «τη θεσμοθετούσα συνείδηση», το cogito, πάνω σ' ένα υπόβαθρο από πολλές πλευρές ελλειμματικό: Η ανθρώπινη ύπαρξη γνωρίζει τη βάσανο της «υπερβολικής αμφιβολίας» και βυθίζεται στην Αβυσσο· εκεί, η πρώτη βεβαιότητα που μπορεί να βρει η συνείδηση είναι η βεβαιότητά της για τον ίδιο της τον εαυτό - αυτό καλεί ο Καρτέσιος cogito και αυτό είναι μια res cogitans, που θεμελιώνεται πάνω από μια Αβυσσο αλλά και μέσα σε μιαν Αβυσσο. Μέσα στο βάθος του ρήγματος της αμφιβολίας, η ύπαρξη ταλανίζεται από μια σειρά υπαρξιακής φύσεως ερωτήματα - αυτή είναι η στιγμή, ο «οντολογικός χώρος» ανάδυσης της «υπαρξιακής εμπειρίας». Το εγώ ζει τις «Οριακές καταστάσεις» (του Γιάσπερς) και δοκιμάζεται από ένα ασύλληπτο βίωμα αγωνίας και αυτοακύρωσης, που το εξωθεί στην αυτοκτονία, στην τρέλα ή και στον φόνο. Καθώς και η βούληση και η φαντασία είναι αποκλεισμένες από το καρτεσιανό cogito -και δικαίως είναι εκμηδενισμένες κατά τη δοκιμασία της υπερβολικής αμφιβολίας- το εγώ θα προσφύγει αναγκαστικά στον Αλλον -τον οποίο αναγκαστικά θα συναντήσει κατά την ανάβαση του από το Ρήγμα-, από τον οποίο θα ζητήσει «να δανειστεί» τους ανύπαρκτους σ' αυτό το ίδιο το εγώ όρους συγκρότησής του. Ο Αλλος έχει την αυταπάτη πως συναντά ένα ήδη συγκροτημένο εγώ, αφού συναντά μια συνείδηση που έχει συγκροτηθεί «ψευδαισθησιακά» - μέσα από μια δεύτερη αυταπάτη, πως δήθεν επιβίωσε από την επιθανάτιά της οδύνη και από τον κίνδυνο αφανισμού της με αποκλειστικά δικές της δυνάμεις. Αυτό «το ψευδαισθησιακά συγκροτημένο cogito» το ενσωματώνει ο Αλλος στη δική του εμπειρία - το ίδιο το cogito είναι έργο μιας διπλής φαντασίωσης: της φαντασίωσής του ότι συγκροτήθηκε το ίδιο με δικές του δυνάμεις και του ότι, όντας αυτοδύναμο, παραμένει αύταρκες έναντι του Αλλου.

Αν τούτη η ύπορρητη στο σώμα της νεωτερικής συνείδησης διαλεκτική αποκαλύπτει πλευρές της σχέσης «Κυρίου και δούλου», όπως σκιαγραφήθηκαν από τον Χέγκελ στη διαβόητη «Φαινομενολογία του πνεύματος», άμεσοι είναι οι συνειρμοί που αφορούν τη «φιλοσοφία στο μπουντουάρ», και τον ιδιοφυώς παρεμβατικό λόγο του μαρκησίου Ντε Σαντ, που προσφυώς θέλει να συνεκφέρει την έννοια της απόλαυσης με αυτήν του κακού και της υπονόμευσης του καντιανού νόμου.

Η Μυρτώ Ρήγου, δίχως να το δηλώνει ρητά, ψηλαφεί, μέσα από την έννοια του νόμου, το πρόβλημα του νεωτερικού υποκειμένου, καθώς μέσα από την καντιανή κατηγορική προσταγή συναντά το καρτεσιανό υποκείμενο, ολόπλευρα, στις ακρώρειές του. Το καρτεσιανό υποκείμενο δυσκολεύεται να νομοθετήσει - δυσκολεύεται να ορίσει την πραγματικότητα ως κάτι το αμιγές· θα λέγαμε πως κατ' εξοχήν «νομοθετείται» από τον Αλλον όσο και από την επιθυμία του Αλλου, πολύ συχνά και στη σαδική της εκδοχή, «ενός Αλλου που τόσο συνέβαλε στη συγκρότησή του - συγκρότηση που, όπως επισημαίνουμε, είναι σε μεγάλο βαθμό φαντασιωσική και ψευδαισθησιακή· και εδώ περνάμε στον Καντ.

Το καντιανό υποκείμενο, ολιγόλογο και εργατικό, θέλει να περιορίζεται στις λογικο-εμπειρικές του δυνατότητες, καθώς δυσκολεύεται ν' αποφασίσει ανάμεσα στον πανλογισμό και στον ανορθολογισμό, ορίζεται τελικά μέσα από έναν επτασφράγιστο «σιωπηλό» χώρο - τον χώρο του πράγματος καθεαυτό, έναν χώρο η ύπαρξη του οποίου τού είναι αναγκαία για τη συγκρότησή του. Με την απόφανσή του «Κάθε φυσικό αντικείμενο είναι πλήρως προσδιορισμένο ως προς όλα τα δυνατά κατηγορήματά του» (Κριτική του Καθαρού Λόγου) ο Καντ ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του να προσχωρήσει αποφασιστικά προς την πλευρά της «προσδιοριστικότητας» -γνήσιος επίγονος τόσο του Καρτέσιου όσο και του Πλάτωνα-, προετοιμάζοντας τη δυτική φιλοσοφική παράδοση για το εγελιανό έργο, το κύκνειο άσμα της νεωτερικότητας. Η παράκαμψη της έννοιας «της απροσδιοριστίας» και του αναξιμάνδρειου «απείρου» -παράκαμψη που θα επισφραγιστεί με το καντιανό έργο, σε μια κρίσιμη στιγμή της φιλοσοφικής ιστορίας- δεν θα πάψει ούτε με την ανορθολογίζουσα ανάγνωση που θα επιχειρήσει ο Χάιντεγκερ στον προσωκρατικό φιλόσοφο - ο Καντ όμως θα δώσει μια τολμηρή λύση στην περιορισμένη δραστηριότητα του ερμητικού του υποκειμένου: τον Πρακτικό Λόγο. Ο Καντ αποδεικνύεται γνήσια νεωτερικός, καθώς επαναπροσλαμβάνει την πλατωνική παράδοση του «πολιτικώς πράττειν», τώρα, με την «κατηγορική προσταγή», αποκαλύπτοντας ουσιώδεις πτυχές της φιλοσοφικής σκέψης: το πρόβλημα της εφαρμογής του Λόγου είναι πρωτίστως ηθικολογικό, αλλά και η ίδια η γνώση δεν συγκροτείται δίχως ηθικοπρακτικούς όρους. Στον καντιανό πρακτικό Λόγο το πρακτικό συνδέεται με το γενικό ως αξία και με την έννοια της αξιοπρέπειας ως νόμου (Ψυχοπαίδης), ο δε νόμος διατυπώνεται μέσω της καθολικής εγκυρότητας της κατηγορικής προσταγής ενάντια σε κάθε επιθυμία του υποκειμένου.

Τις τρεις εκδοχές του νόμου κατά τη νεωτερικότητα, τον καντιανό φορμαλισμό, τη σαδική ωμότητα και την καφκική ειρωνεία, θα διασχίσει η Μυρτώ Ρήγου στην τολμηρή εξερεύνησή της του χώρου τού πρακτικού Λόγου στη νεωτερικότητα, αλλά και της αυτοδέσμευσής του στο σύγχρονο ψυχαναλυτικό πρόταγμα.

Ο Ντε Σαντ και η συμβολή του στη συγκρότηση των προϋποθέσεων για την απόκτηση της γνώσης

Αν η «σαδική» αισθησιοκρατία εμφανίζεται, μέσα από το πρόταγμα της ικανοποίησης των ορμών, να τορπιλίζει την καντιανή «κατηγορική προσταγή», η Μυρτώ Ρήγου επισημαίνει πως, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Λακάν, «Η Φιλοσοφία στο μπουντουάρ προσφέρει την αλήθεια της Κριτικής του Πρακτικού Λόγου» (Μυρτώ Ρήγου, Εκδοχές του Νόμου, σ. 45), συνδυάζοντας τον προβληματισμό του γάλλου ψυχαναλυτή με μια δική της θέση: «Ο σκοπός του Σαντ προφανώς δεν απέχει από την καντιανή στοχοθεσία: ηθικοποιείται η διαστροφή ως πράξη που υπακούει σε μια "ιδέα": στην "ιδέα" του απολύτου κακού. Συμφιλιώνοντας τον νόμο με τη φύση και με τις προσίδιες τυπικές απαιτήσεις της, προτείνει έναν -ανάλογο του καντιανού- φορμαλισμό, τον οποίο υποστηρίζει με άκρα αυστηρότητα (στο ίδιο, σ. 16).

Οταν, το 1781 ο Ιμάνουελ Καντ πρωτοδημοσίευσε την Κριτική του καθαρού Λόγου, είχε σκεφτεί ν' αφιερώσει ένα τμήμα του συγγράμματός του στο τεράστιο κατ' αυτόν πρόβλημα των «Αντινομιών». Οι καντιανές αντινομίες καταπιάνονται με τα μεγάλα κοσμολογικά θέματα (της ύπαρξης του Θεού και της αναγκαιότητας στον κόσμο, της διαιρετότητας της ύλης κ.λπ.). Εν προκειμένω, η μέθοδος του Καντ συνίσταται στο να συγκροτήσει τα ανωτέρω προβλήματα -θεματικές της σκέψης- ανά ζεύγη αντινομιών. Π.χ., Θέση: στον Κόσμο υπάρχει ένα άπειρο, αιώνιο και απόλυτα αναγκαίο Υπέρτατο Ον. Αντίθεση: Στον κόσμο δεν υπάρχει κάποιο άπειρο, αιώνιο και απόλυτα αναγκαίο Ον. Θέση: Η ύλη είναι σε απεριόριστο βαθμό διαιρετή. Αντίθεση: Η ύλη δεν είναι απεριόριστα διαιρετή. Σύμφωνα με τον γερμανό στοχαστή, σε ανάλογες αποφάνσεις φτάνει η ανθρώπινη σκέψη όταν επιχειρεί να σκεφτεί πέραν αυτού που είναι εμπειρικά προσπελάσιμο, π.χ. δεν μπορούμε να έχουμε καμία εμπειρική γνώση για την πραγματικότητα ή μη του Θεού, κατά συνέπεια, κάτι τέτοιο μπορούμε μεν «να το σκεφτόμαστε», μα δεν μπορούμε με τίποτα να έχουμε σχετικά με αυτό τις όποιες θετικές βεβαιότητες. Αυτό όμως που θέλουμε να επισημάνουμε είναι το εξής: στο σχήμα του Καντ η κάθε πρόταση συνιστά την προϋπόθεση για να διατυπωθεί η αντίθετή της, και αντίστροφα: Δεν μπορούμε να μιλάμε για την απειρότητα του κόσμου όταν δεν υπάρχει το ενδεχόμενο, από μια άλλη σκοπιά, τούτος ο κόσμος να είναι πεπερασμένος. Επίσης, δεν μπορούμε να μιλάμε για έναν κόσμο μέσα σε όρια, αν δεν υπάρχει και το ενδεχόμενο, τούτος ο κόσμος να είναι άπειρος.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που εντοπίζουμε τη μεγάλη προσφορά των επιχειρημάτων του Ντε Σαντ. Οι θέσεις του για έναν Θεό «βρικόλακα» ή «ανύπαρκτο» ή ακόμη για το ότι οι άνθρωποι πρέπει ανενδοίαστα να φτάνουν στον φόνο, γεννούν, «παράγουν» τις λογικά αντίθετές τους, ήτοι, θέσεις για έναν «θεό αγαθό και σοφό» ή ακόμη, θέσεις που προκρίνουν την οποιαδήποτε θεσμοθετημένη ηθική. Κατ' αυτήν την έννοια, θα λέγαμε πως τούτη η ιδιότυπη διαλεκτική, την οποία μας προτείνει ο γάλλος μαρκήσιος, όχι μόνο δεν ακυρώνει την πρόταξη μιας ηθικής και αξιών, μα αντιθέτως την ενισχύει. Αυτό όμως δεν εξαντλεί τη συνεισφορά του Ντε Σαντ: Ο Ντε Σαντ εμφανίζεται να σχολιάζει όχι μόνο την «Κριτική του πρακτικού Λόγου» αλλά και την «Κριτική του καθαρού Λόγου», υπηρετώντας και στηρίζοντας το ακρογωνιαίο θεμέλιο της «πρώτης καντιανής κριτικής»: τις καντιανές αντινομίες, ένα σχήμα που δεν υφίσταται δίχως την πρόταξη ενός δεσμευτικού γνωσιοθεωρητικού αντίλογου - και ο λόγος του Σαντ είναι και τέτοιας φύσης.

Αν ο μαρκήσιος Ντε Σαντ διασχίζει σαν φωτεινός μετεωρίτης τις «καντιανές κριτικές», η Μυρτώ Ρήγου εμφανίζεται να γνωρίζει καλά, όχι μόνον την προβληματική των κυρίων μοτίβων της νεωτερικότητας, όσον αφορά τον πρακτικό λόγο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει η κλασική νεωτερική σκέψη· τόσο στον Καντ όσο και στον Χέγκελ είναι κομβική η διατύπωση αντινομιών, όχι τόσο στο πεδίο του πρακτικού λόγου, μα όσον αφορά αυτή καθεαυτήν τη συγκρότηση του γνωστικού αντικειμένου. Η Μυρτώ Ρήγου, δίνοντας βαρύτητα στις προκείμενες των δύο πρώτων καντιανών κριτικών, συντάσσει το κύριο σώμα του συγγράμματός της αντιπαραθέτοντας τις σκέψεις των δύο ευρωπαίων συγγραφέων -του Καντ και του Ντε Σαντ, ο Κάφκα έρχεται σαν λύση της αντινομίας- επιχειρώντας μια ιδιότυπη οντολογία: την οντολογία του Νόμου. Η προβληματική του νόμου εμφανίζεται έτσι σαν λυδία λίθος του κατηγοριακού συστήματος της νεωτερικότητας και συνάμα ένα τολμηρό άνοιγμα στο πολιτικώς σκέπτεσθαι και στο πολιτικώς πράττειν.

Ο Κάφκα και η γραφή

Η Μυρτώ Ρήγου ξεκινά ως εξής, στο τρίτο μέρος του συγγράμματός της, την αναφορά στον Κάφκα: «Κι εφόσον η ανάγνωση που προτείνω διαβάζει τα κείμενα του Κάφκα ως ανακοινωθέντα ενός εσωτερικού πολέμου, όχι μόνο του συγγραφέα με τον χαρακτήρα του, αλλά και με τις προκαταλήψεις του καιρού του, τότε παράλληλα με την προσωπική ιστορία του ανακοινώνεται και η ιστορία της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού. Προφανώς, στα μυθιστορήματα και στις νουβέλες διαλέγονται με τον λογοτέχνη τόσο ο Καντ όσο και ο Σαντ» (Μυρτώ Ρήγου, Εκδοχές του Νόμου, σ. 388). Ο Φραντς Κάφκα, πρωτεργάτης του μυθιστορήματος του 20ού αιώνα, αλλά και πιονιέρος ενός νέου ύφος, που επρόκειτο να λάμψει και να κυριαρχήσει, απασχολεί τη Μυρτώ Ρήγου ως συντάκτης ενός κειμένου που, μαζί με τα όμοιά του κορυφαία λογοτεχνήματα του περασμένου αιώνα, όχι μόνον εκφράζουν, μα και συγκροτούν, θεσμοθετούν, μια ολόκληρη εποχή. «Ο νόμος του Κάφκα, όπως και ο καντιανός νόμος, δεν είναι ο νόμος του Θεού, ούτε του Αγαθού, αλλά η καθαρή μορφή του» (στο ίδιο, σ. 106), σημειώνει η συγγραφέας, επιχειρώντας έξοδο, «λύση» της αντινομίας Καντ - Σαντ μέσα από τη γλώσσα και τη λογοτεχνία.

Αν και το «ρηγματώδες» καρτεσιανό υποκείμενο αδυνατεί να συγκροτήσει, σε πρώτη φάση, θεσμικά και νοηματικά έναν αμιγή Κόσμο, εν τούτοις δεν παύει να σκέφτεται και να μιλά. Καθώς δεν είμαστε πάντα «κύριοι» των σκέψεών μας και των λεγομένων μας, στον νου των κατοίκων τούτου του κόσμου σχηματίζονται σκέψεις - καθώς και στα στόματά τους σχηματίζονται λόγια - αρχικά ως «πρωτονοήματα» (αποσπασματική και εν πολλοίς «ασχημάτιστη» σκέψη αλλά και λόγος). Με τη συνεπικουρία των ασυνείδητων συνειρμών και τελικά με την τελική καταγραφή των σκέψεων σε κείμενο, συγκροτείται ένα «αχανές σύγγραμμα», αυτό που καλούμε ο Κόσμος ως Κείμενο. Τούτο το κείμενο, όντας μια εκατό τοις εκατό ζωντανή οντότητα, συγκροτείται από το ανθρώπινο υποκείμενο, ενώ με τη σειρά του συγκροτεί το υποκείμενο σε μια διαλεκτική ακατάλυτη σχέση. Το κείμενο του Κάφκα ή του Τζόις νομοθετείται από το υποκείμενο, ενώ, σε μια κυκλική διαδικασία, με τη σειρά του, νομοθετεί το υποκείμενο, ως κομμάτι του αχανούς Κοσμικού Κειμένου, αλλά και ως πρωτεργάτης τούτης της διαλεκτικής της νομοθεσίας, σαν λογοτεχνικό αριστούργημα. Ο Κάφκα τόσο ως προσωπικότητα όσο και ως έργο εκφράζει εύγλωττα τα ρήγματα ενός υποκειμένου που, αμήχανο μπροστά στις προκλήσεις μιας δύσκολης εποχής, επιχειρεί, σαν μαριονέτα, να δώσει νόημα σ' εκείνον που την κινεί, ανανεώνοντας την ακατάλυτη σύμβαση γράφοντος και αναγνώστη.

Αν και το βιβλίο της Μυρτώς Ρήγου Εκδοχές του Νόμου ενέχει τον χαρακτήρα μιας ολοκληρωμένης πραγματείας, ο προσεκτικός αναγνώστης είναι δυνατόν «ανάμεσα από τις γραμμές» να διακρίνει κάτι ακόμα: τη σαφή νύξη της όλης προβληματικής όσον αφορά το αξιακό πρόβλημα, πρόβλημα δεσπόζον σε μια κοινωνία όπως η σημερινή, μια κοινωνία δίχως νόρμες και πρότυπα, καθώς και το άνοιγμα ενός ολόκληρου διαλόγου που είναι δυνατόν ν' ακολουθήσει και που αφορά το πολιτικώς σκέπτεσθαι αλλά και το πολιτικώς πράττειν. Διαβάσαμε την τολμηρή προσπάθεια της Μυρτώς Ρήγου σαν ένα εγχείρημα που δεν σχολιάζει απλώς κάποιες κεντρικές όψεις της νεωτερικότητας, μα που ρισκάρει να προλειάνει το έδαφος για ένα επερχόμενο μέλλον και που μονάχα ως νοερή αναλαμπή το υποψιαζόμαστε. Ευχαριστούμε τη συγγραφέα για τη θαυμάσια προσπάθειά της. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Προς αναζήτηση εαυτού
Αναζητώντας μια θεωρία των κοινωνικών κινημάτων
Η κεντρική ιδέα ύπαρξης του ανθρώπου
Η επίτευξη της πολυπόθητης αρμονίας
Η σκοτεινή πλευρά της «Γης της Επαγγελίας»
11 βιβλία από τους πάγκους
Παλίμψηστη αίσθηση
Η αλφαβήτα της επιβίωσης
Η επιστροφή της συγκίνησης
Μια συνειδητά μισοκατεστραμμένη τοιχογραφία
Κυκλοφορεί επίσης
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Προς αναζήτηση εαυτού
Αναζητώντας μια θεωρία των κοινωνικών κινημάτων
Η κεντρική ιδέα ύπαρξης του ανθρώπου
Η επίτευξη της πολυπόθητης αρμονίας
Η σκοτεινή πλευρά της «Γης της Επαγγελίας»
11 βιβλία από τους πάγκους
Παλίμψηστη αίσθηση
Νόμος και αναλαμπή μιας νέας εποχής
Η αλφαβήτα της επιβίωσης
Η επιστροφή της συγκίνησης
Μια συνειδητά μισοκατεστραμμένη τοιχογραφία
Κυκλοφορεί επίσης
Τάκης Βαρβιτσιώτης
Η λυρική εκδοχή της Θεσσαλονίκης
Εικαστικά
Γιώργος Τσάτσος. Ενας εικαστικός άνθρωπος των Γραμμάτων
Λογοτεχνία
Τόνιο Κρέγκερ
Μουσική
Σχολείο, χώρος μουσικών αναμνήσεων
Ενας μύθος της κάντρι ροκ
Άλλες ειδήσεις
Η γαλανή σαγήνη
Νυν υπέρ πάντων ο αγών στη Λίμνη της Βουλιαγμένης