Έντυπη Έκδοση

Βασίλης Βαρβαρέσος: πιανίστας των άκρων

Ηχοι ζωντανοί

Οπως πέρυσι, έτσι κι εφέτος το Φεστιβάλ Αθηνών φιλοξένησε εκδηλώσεις μουσικής δωματίου στην όμορφη νεοκλασική αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Μεταξύ άλλων δόθηκαν εκεί δύο ρεσιτάλ πιάνου από την Ντόρα Μπακοπούλου (1/7/2010) και τον Βασίλη Βαρβαρέσο (1/7/2010), εστιασμένα στη φετινή επέτειο 200 χρόνων από τη γέννηση του Σοπέν.

Στην αίθουσα του «Παρνασσού», όπου έδωσε το μοναδικό ρεσιτάλ του στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών (φωτ.: Μπίλιος) Στην αίθουσα του «Παρνασσού», όπου έδωσε το μοναδικό ρεσιτάλ του στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών (φωτ.: Μπίλιος) Παρακολουθήσαμε αυτό του πιανίστα. Ηταν η πρώτη φορά που ακούσαμε τον πολυβραβευμένο Θεσσαλονικιό σολίστα. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα ταλαντούχο μουσικό με πολύ έντονη προσωπικότητα, ευρυμάθεια, φιλέρευνο πνεύμα και εξαιρετική τεχνική, που του επιτρέπει να κινείται δίχως περιορισμούς σε όλο το εύρος του πιανιστικού ρεπερτορίου. Ταυτόχρονα, βέβαια, τα προσόντα αυτά δίνουν στον 27χρονο μουσικό τη δυνατότητα να διαπλάθει τις ερμηνείες του με άνεση και αυτοπεποίθηση, ακριβώς όπως το επιθυμεί. Από το επιτηδευμένης σύνθεσης αυτό ρεσιτάλ αποκομίσαμε ανάμεικτες εντυπώσεις -πολύ καλές, αλλά και εν μέρει δυσάρεστες!- οφειλόμενες σε ένα στοιχείο ανεξέλεγκτης υπερβολής, το οποίο διακατείχε το όλον.

Η βραδιά ξεκίνησε συμβατικά με τη «Σονάτα, Hob.XVI:40» του Χάιδν. Ο Βαρβαρέσος έλεγξε απόλυτα το μεγάλο, σύγχρονο πιάνο Steinway, αντλώντας από αυτό έναν καθαρό, σφιχτό ήχο, που υπηρέτησε άριστα τη μουσική αισθητική της εποχής. Κομψή, ευλύγιστη, ιδιαίτερα προσεγμένη φραστική, ορθολογιστικά κατατμημένη, με μετρημένες στίξεις και ήπιες εξάρσεις δυναμικής, απέδωσε υποδειγματικά το «Allegretto e innocente», αίφνης, ωστόσο, το σύντομο καταληκτικό «Presto» δόθηκε με συνειδητά ιλιγγιώδη ταχύτητα, σαν αφηνιασμένο! Παραμένοντας από άποψη διάθεσης στον 18ο αιώνα, αλλά κάνοντας ένα τεράστιο χρονικό άλμα μπροστά, ακολούθησε το «Μενουέτο επάνω στο όνομα του Χάιδν» του Ραβέλ. Το σύντομο ατμοσφαιρικό κομμάτι δόθηκε με τη δέουσα ρευστότητα και επιτηδευμένα διστακτικό βηματισμό.

Ως κάθετη αντίδραση στην αβρότητα και κομψότητα όσων είχαν προηγηθεί, αμέσως μετά τα πράγματα μετακινήθηκαν στο αντίθετο άκρο! Στην ερμηνεία της «Σονάτας αρ. 6» (1940) του Προκόφιεφ κυριάρχησαν ο τραχύς ήχος και το βάναυσο, ανελέητο σφυροκόπημα μηχανιστικών ρυθμών. Με ατσάλινα νεύρα ο Βαρβαρέσος δάμασε τη μουσική του «κακού παιδιού» της σοβιετικής μουσικής, αποδίδοντας υπερτονισμένα -αλλά πάντως σωστά- τα κυρίαρχα στοιχεία της: τους βηματιστούς μπαλετικούς ρυθμούς, τις έρπουσες εκτυλίξεις οφιοειδών μελωδιών, τις έντονες εναλλαγές διαθέσεων.

Οργιαστικό φινάλε

Το δεύτερο μισό του ρεσιτάλ ξεκίνησε με μια επιλογή συνθέσεων του Σοπέν. Οι ερμηνείες υπήρξαν εντυπωσιακά αριστοτεχνικές, αλλά σποραδικά χρωματισμένες με εκτός θέματος εκφραστικούς μανιερισμούς και υπερβολές που «μόλυναν» την πρόσληψη με μια αίσθηση ανορθόδοξου. Η «Φαντασία-Αυτοσχεδιασμός», έργο 66, ξεκίνησε υπερβολικά τραχιά και ανήσυχα, σαν Σκριάμπιν, για να εκτυλιχθεί στη συνέχεια απολύτως ομαλά, με υπέροχα ρευστή μελωδία και αιθέριες φωτοσκιάσεις δυναμικής. Απόλυτα γοητευτικές στην ιδιοσυγκρασιακή τους απόδοση ήσαν οι «Μαζούρκες» αρ.2/op.63, αρ.3/op63, αρ.1/op67 και αρ.4/op67. Τονισμένες με μυώδη άρθρωση σε ιδανικά χορευτικό λίκνισμα, παίχτηκαν ορμητικά, με έναν ερεθιστικό συνδυασμό εκφραστικής εκζήτησης και συναισθηματικής αμεσότητας. Αντίθετα, η «Μπαλάντα αρ. 1», ενώ ξεκίνησε στους αναμενόμενους λυρικούς/στοχαστικούς τόνους, στη συνέχεια φορτίστηκε ακραία με εντάσεις και κυρίως με μια εκφραστική δριμύτητα που θύμιζε περισσότερο «Βαλς του Μεφιστοφελή» παρά «επαναστατικό» Σοπέν!

Ακολούθησε η νεανική «Τοκάτα», έργο 7 του Σούμαν, που παίχτηκε με υστερική ένταση και νεύρο. Σύντομο διάλειμμα ανάπαυλας αποτέλεσε το απαλό, ευαίσθητο «Νυχτερινό» του Ρεσπίγκι. Το υπερπλήρους διάρκειας ρεσιτάλ ολοκληρώθηκε με ένα από τα δυσκολότερα δεξιοτεχνικά κομμάτια του πιανιστικού ρεπερτορίου, την «Ανατολίτικη φαντασία Ιζλαμέι» του Μπαλάκιρεφ. Επιλέγοντας εξ αρχής ιλιγγιώδη ταχύτητα και παροξυσμικές εντάσεις δυναμικής, ο Βαρβαρέσος οδήγησε την εκτέλεση αυτού του λαμπερής δεξιοτεχνίας κομματιού σε αδιέξοδα πρόωρη κορύφωση, στερώντας την κατ' αρχήν από το κατ' εξοχήν ηδονικό στοιχείο της βαθμιαίας κλιμάκωσης που προσδίδει στην ακρόαση προσμονή, προσανατολισμό και ενδιαφέρον. Ετσι, όταν ήρθε η πραγματική στιγμή της κορύφωσης, υποχρεώθηκε να φορτίσει ακόμη περισσότερο δυναμική και ταχύτητες, γεγονός που αποχρωμάτισε τον ήχο και βίασε τη μουσική με μια αίσθηση οδυνηρή και άκρως αγχωτική, κάτι ολότελα διαφορετικό από την αβίαστη, λυτρωτική απελευθέρωση ενέργειας ενός οργιαστικού φινάλε!

Αναμφίβολα, ο Βαρβαρέσος διαθέτει όλα τα τεχνικά προσόντα ενός μεγάλου πιανίστα. Ομως του λείπουν κάποτε η αίσθηση του μέτρου και ο αυτοέλεγχος: δίχως αυτά παρασύρεται σε υπερβολές που, μοιραία, οδηγούν σε παραμορφώσεις, μετατρέποντας τις συναρπαστικές ερμηνείες του σε ασκήσεις δύναμης ή επιδείξεις εκζήτησης. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Σχετικά θέματα: Μουσική
Η Τήνος έκανε θαύμα και στην τζαζ
Η αγία τριάδα του λαϊκού τραγουδιού
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Μετρό Χολαργού
Αρχαίος δρόμος στον νέο «υπόγειο»
Αυγουστιάτικη πανσέληνος
Βούλιαξε το Μουσείο, άντεξε η Ακρόπολη
Μουσική
Η Τήνος έκανε θαύμα και στην τζαζ
Βασίλης Βαρβαρέσος: πιανίστας των άκρων
Η αγία τριάδα του λαϊκού τραγουδιού
Νομισματικό Μουσείο
Τετράδραχμο της Αίτνας στην Αθήνα
Συνέντευξη: Κρίστοφερ Νόλαν
Μετά την ταινία μου θα βλέπετε περισσότερα όνειρα
Εικαστικά
Στα ίχνη των Ελευσίνιων μυστών με φως και ήχους
Τηλεόραση
Αρχίζουν οι «κόντρες» των πρωινών
Προσπερνούν τις διαφημίσεις όταν έχουν τη δυνατότητα
Αμοιβές εκτός «γραμμής» για διευθύνοντα σύμβουλο και γενικούς της ΕΡΤ