Έντυπη Έκδοση

Ο Σαμάνος και η κοινωνία του

Diana Riboli

Tunsuriban

Ανθρωπολογική μελέτη του Σαμανισμού των Chepang του Νοτίου και Κεντρικού Νεπάλ

μτφρ.: Ρουμπίνη Ψαρούλη - Αναστασία Κελεσάκου

επιμ.-εισαγ.: Ειρήνη Καμπριάνη

εκδ. Παπαζήση, σ. 471, 27,17 ευρώ

Ο Σαμανισμός στη Δύση. Σχέδιο του Μάρτιν Κάρεϊ: Ο Υδροχόος του Woodstock Ο Σαμανισμός στη Δύση. Σχέδιο του Μάρτιν Κάρεϊ: Ο Υδροχόος του Woodstock Ο σαμανισμός, μία από τις στοιχειωδέστερες μορφές τελετουργικής δραστηριότητας, έχει εδώ και λίγες δεκαετίες κερδίσει μεγάλο ενδιαφέρον και έξω από τους κύκλους των ειδικών. Η παγκόσμια βιβλιογραφία του διογκώνεται θεαματικά, και ήδη στα ελληνικά μπορεί να βρει κάποιος καμιά δεκαριά έργα, μεταξύ των οποίων το μνημειώδες του Mircea Eliade.1 Τα περισσότερα απ' αυτά όμως είναι θρησκειολογικά εγχειρίδια τα οποία -όπως κατ' εξοχήν η εντυπωσιακή σπουδή του Eliade- παρουσιάζουν το θέμα τους πανοραμικά και, κατά κάποιον τρόπο, in vacuum. Λείπουν δηλαδή εστιασμένες εθνογραφικές μελέτες που δεν αρκούνται στην παράθεση εξωτικών θρύλων, παράδοξων πρακτικών και αξιοπερίεργων αντικειμένων, αλλά εστιάζουν από κοντά τον φακό σε μία συγκεκριμένη κοινωνία, αναπλάθουν το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και αναγκών μέσα στις οποίες αναπτύσσεται η σαμανική πρακτική και σε συνάρτηση με τις οποίες παράγεται το πάντα ειδικό νόημά της. Το βιβλίο της Diana Riboli ανήκει σε αυτή την τελευταία κατηγορία, και από αυτή την άποψη αντιπροσωπεύει μια ελλείπουσα συμβολή στην ελληνική βιβλιογραφία.

Η Diana Riboli, ιταλικής καταγωγής, είναι από το 2007 λέκτορας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, όπου διδάσκει Κοινωνική Ανθρωπολογία. Στη διάρκεια της δεκαετίας του '90, σε δέκα διαδοχικές εθνογραφικές αποστολές στο Νεπάλ, αφιερώθηκε στην επιτόπια έρευνα της εθνότητας των Τσεπάνγκ, με εστιασμό ειδικά στον σαμανισμό τους. Από το 2005 διευθύνει ένα ερευνητικό πρόγραμμα στη χερσόνησο της Μαλαισίας που αφορά τη μελέτη των παραδοσιακών πολιτισμών και θρησκειών των Σεμάνγκ-Νεγκρίτο και τις σχέσεις ανάμεσα στον σαμανισμό και την παραδοσιακή ιατρική τους. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα στρέφονται δηλαδή προς το πεδίο που σήμερα ονομάζεται Medical Anthropology και η ειδίκευσή της είναι στις παραδοσιακές κοινωνίες της Ασίας, ιδίως στη ζώνη εξάπλωσης των θιβετοβιρμανικών γλωσσών. Και σε αυτές ανήκουν οι Τσεπάνγκ του Νεπάλ, ένας πληθυσμός πρώην κυνηγοσυλλεκτών και σήμερα υποχρεωτικά εγκαταστημένων υπό δραματικές συνθήκες διαβίωσης, που είναι το υλικό αυτού του πρώτου της βιβλίου.

Οι Τσεπάνγκ κατοικούν στη νοτιοκεντρική ζώνη της χώρας σε υψόμετρο 1.000-2.400 μέτρων· η βίαιη αποψίλωση του περιβάλλοντος και η απαγόρευση του κυνηγιού έκανε αυτούς τους πρώην νομάδες της ζούγκλας να στραφούν στην απλή γεωργική οικονομία σ' ένα απρόσφορο ορεινό έδαφος. Η εξοντωτική φτώχεια που τους μαστίζει επιδεινώνεται από την κοινωνική τους απομόνωση, αφού μη εντασσόμενοι στο ινδουιστικό σύστημα των καστών της χώρας θεωρούνται ότι ανήκουν στο κατώτατο κοινωνικό στρώμα, τους «ανέγγιχτους». Οι συχνές σιτοδείες, η έλλειψη πρόσβασης σε ιατρικές υπηρεσίες, η αποτυχία των κρατικών προγραμμάτων στήριξης που ξεκίνησαν από το 1977, έχουν αφήσει αυτό τον πληθυσμό -μεταξύ 10.000 και 20.000- έρμαιο αλλεπάλληλων λιμών και ασθενειών που τους έχουν φέρει στο χείλος της εξαφάνισης. Σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες, το μόνο όπλο που έχουν οι Τσεπάνγκ για να διατηρήσουν την πολιτισμική τους αυτοτέλεια και να συνδεθούν με το παρελθόν, να αντεπεξέλθουν τη βία του περιβάλλοντος, να αντιμετωπίσουν ένα σύνθετο πλέγμα διαταραχών σε όλο το εύρος του ψυχικού/σωματικού φάσματος, να επιλύσουν ενδοκοινοτικές εντάσεις και να διατηρήσουν την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη, είναι οι παραδοσιακές σαμανιστικές τους πρακτικές. Οχι τυχαία, οι σαμάνοι Τσεπάνγκ θεωρούνται από τους ισχυρότερους σαμάνους της χώρας, κάτι που αναγνωρίζεται τόσο από τους ίδιους όσο και από άλλες εθνοτικές ομάδες: αποκαλούνται τουνσουριμπάν (ικανοί να κινούνται ελεύθερα τόσο στο βασίλειο των Ουρανών όσο και στον Κάτω Κόσμο), σε αντίθεση με σαμάνους άλλων φυλών που είναι απλώς ουργκσουριμπάν (ικανοί να εποικοινωνούν μόνο με τους Ουρανούς, οι οποίοι θα αποτύγχαναν σε κάθε απόπειρα επαφής με τον Κάτω Κόσμο). Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν το συνδέσει κανείς με τους μύθους της χθόνιας καταγωγής των Τσεπάνγκ, καθώς και με την αντίστροφη αξιολογία τους περί του πάνω και του κάτω: γι' αυτούς, τα επικίνδυνα πνεύματα και οι δαιμονικές οντότητες κατοικούν στους Ουρανούς, ενώ οι ευεργετικές δυνάμεις και οι πρόγονοι έχουν κατοικία τον Κάτω Κόσμο.

Η συγγραφέας αρθρώνει το βιβλίο της σαν μια γλαφυρή πρωτοπρόσωπη αφήγηση, διάστικτη από στιγμιότυπα προσωπικών συναντήσεων και εμπειριών, όπου σε κανένα σημείο δεν κρύβονται η αγάπη της και η βαθιά έγνοια για τους ανθρώπους με τους οποίους μοιράστηκε τη ζωή τους. Ταυτόχρονα διεξέρχεται με ευσυνειδησία όσα της επιβάλλει το εθνογραφικό της καθήκον: αναλύει την παρούσα κοινωνική, οικονομική και δημογραφική κατάσταση των Τσεπάνγκ, κρίνει την τρέχουσα κρατική πολιτική, συνοψίζει τις μυθικές τους αφηγήσεις για το παρελθόν και κάνει την απαραίτητη μνεία σε προγενέστερες μελέτες τους· ανασχεδιάζει την (οριζόντια) κοινωνική τους δομή και παρουσιάζει τις τελετές του κύκλου της ζωής· περιγράφει εκτενώς τις μεγάλες γιορτές των Τσεπάνγκ -που είναι δύο: το τσχόναμ, ισοδύναμο με την έναρξη της χρονιάς, και το ναμρούνγκ πούτζα, μυστική τελετουργία του κυνηγιού που επανασυνδέει συμβολικά την ομάδα με το κυνηγοσυλλεκτικό της παρελθόν-, δείχνοντας τον δεσπόζοντα ρόλο των σαμάνων (πάντε) στη διεξαγωγή τους. Και βέβαια στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζει ειδικά στη σαμανική παράδοση: καταγράφει το φάσμα των αρμοδιοτήτων του σαμάνου στους Τσεπάνγκ (ιδιαίτερα ευρύ, όπως επισημαίνει, ακόμη και για τα δεδομένα των «κλασικών» σαμανικών κοινωνιών της κεντρασιατικής στέπας)· αναλύει λεπτομερώς την κλήση των σαμάνων, τον ρόλο των πνευμάτων και των ονείρων σε αυτήν τη δραματική συμπτωματολογία που την υποδεικνύει και την επικυρώνει· περιγράφει εκτενώς το σαμανικό τύμπανο και τις λειτουργίες του, καθώς και το σύνολο των τελετουργικών αντικειμένων που υπεισέρχονται στη σαμανική άσκηση· αναπλάθει, μέσα από προσωπικές αφηγήσεις και εκτενείς παραθέσεις σαμανικών τραγουδιών, τη μαγική πτήση και το ταξίδι στον Κάτω Κόσμο καθώς και την «κοσμοθεωρία» των σαμάνων. Προβαίνει σε ενδιαφέρουσες συγκρίσεις με την καθιερωμένη θρησκεία (εν προκειμένω, ινδουισμό ή και βουδισμό) δείχνοντας αφ' ενός τον άτυπο και ατομικό χαρακτήρα του σαμανικού «πανθέου» (κάθε σαμάνος έχει δικούς του θεούς και πνεύματα, τα οποία δεν αποκαλύπτει), εν αντιθέσει προς τον τυποποιημένο χαρακτήρα του θρησκευτικού σύμπαντος, αφ' ετέρου, τις πραγματικές εντάσεις που ανακύπτουν όταν ο τοπικός σαμάνος έρχεται σε επαφή ή αναγκάζεται να συλλειτουργήσει με τον βραχμάνο ιερέα. Χειριζόμενη με προσοχή και σεβασμό το υλικό της, δείχνει πόσο άστοχο είναι να χρησιμοποιούνται έτοιμες έννοιες του δυτικού πολιτισμού, π.χ. ορολογία της Ψυχιατρικής, της Ψυχανάλυσης είτε των βιοϊατρικών επιστημών, για να περιγράψουν ριζικά διαφορετικές πολιτισμικές εμπειρίες.

Η Diana Riboli έγραψε το βιβλίο της στα ιταλικά, βάσει των εποτόπιων σημειώσεών της. Ακολούθησε μία αγγλική μετάφραση, κι εν συνεχεία η παρούσα ελληνική. Μολονότι η γλώσσα της μετάφρασης μπορεί να χαρακτηριστεί γλαφυρή και ζωντανή διασώζοντας την αφηγηματική γοητεία του κειμένου, βρίθει από ενδείξεις τουλάχιστον μιας αμηχανίας απέναντι στην ελληνική, για να το πω έτσι. Θα ήταν δικαιολογημένο αν η ίδια η συγγραφέας το έγραφε εξαρχής ελληνικά, δηλαδή σε μια γλώσσα εκμαθημένη και όχι μητρική, αλλά είναι ακατανόητο από τη στιγμή που το βιβλίο έχει δύο ελληνίδες μεταφράστιες και μία επιμελήτρια. Υπάρχουν εν πρώτοις αδικαιολόγητοι σολοικισμοί και γραμματικά λάθη: εσφαλμένες συντάξεις γενικών, απέτιναν (σεβασμό) αντί απέτιαν, χρίζει (μελέτης) αντί χρήζει, απαγάγει (οριστική ενεστώτος) αντί απάγει, καθοδηγός αντί είτε οδηγός είτε καθοδηγητής· σε δεύτερο επίπεδο, αυτή η μανία να παρεμβάλλουν όσο το δυνατόν περισσότερες ξένες λέξεις, άκλιτες είτε αμετάφραστες, και ονόματα από μη ευρωπαϊκές γλώσσες στο λατινικό αλφάβητο: γιατί δηλαδή Chepang και όχι Τσεπάνγκ, Buryat και όχι Μπουριάτες, Krishora (γυναικείο όνομα) και όχι Κρισόρα, parafernalia και όχι παραφερνάλια (ή, ακόμη καλύτερα, σύνεργα); Πώς είναι δυνατό να αφήνουμε αμετάφραστο το trance, έστω και με τις νοηματικές προειδοποιήσεις της σημ. 1 της Εισαγωγής; Δουλειά του μεταφραστή, και μάλιστα με επιστημονικές αρμοδιότητες, είναι ακριβώς να επινοήσει μια λύση, και αν χρειαστεί να την επιβάλει. Εχει κανείς την εντύπωση ότι έτσι το έργο γίνεται πιο επιστημονικό, ή είναι τα φραγκολεβαντίνικα των πανεπιστημιακών που πρωτοδιάβασαν όλ' αυτά τα πράγματα σε εγχειρίδια των σπουδών τους στο εξωτερικό και είναι ανίκανοι να τα επανεντάξουν στη μητρική τους γλώσσα (και σκέψη) χωρίς να μοιάζουν με μπαλώματα από ξένο υλικό; Τέλος, μια καθαρά μεταφραστική παρατήρηση: η απόδοση των μεταβατικών φάσεων στις διαβατήριες τελετές που συνήθως δηλώνονται με το επίθετο liminal ως «περιθωριακές» είναι εντελώς άστοχη. Μπορεί κανείς να διαλέξει ανάμεσα στο «οριακές» και το «μεθοριακές» - και καλύτερα το δεύτερο, για ν' αποφευχθεί η σύγχυση με τον ψυχαναλυτικό όρο για τις οριακές (borderline) παθολογίες.

1. Mircea Eliade, Σαμανισμός, μτφρ.: Ιφιγένεια Μποτηροπούλου (Χατζηνικολή, Αθήνα 1978)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Με ολίγο ομηρικό άρωμα
Αιρετική ηθογραφία
Ιδεώδης περιήγηση
Οι σύγχρονες επιστήμες στο φως της φιλοσοφίας
Καθημερινές φιλίες και σκέψεις
Το Υπέρτατο Ον ως αίτημα του ανθρώπινου υποκειμένου
Ο βίος του Διονυσίου Λαυράγκα με λέξεις και όχι νότες
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο Σαμάνος και η κοινωνία του
Με ολίγο ομηρικό άρωμα
Αιρετική ηθογραφία
Ιδεώδης περιήγηση
Οι σύγχρονες επιστήμες στο φως της φιλοσοφίας
Καθημερινές φιλίες και σκέψεις
Το Υπέρτατο Ον ως αίτημα του ανθρώπινου υποκειμένου
Ο βίος του Διονυσίου Λαυράγκα με λέξεις και όχι νότες
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενας ηγέτης της σύγχρονης μουσικής
Άλλες ειδήσεις
Pecs - Οδός Πιλανγκό
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς
Βιβλία και Πολιτικοί, Ι
Οπως σείστηκε ο νεκρός