Έντυπη Έκδοση

Αιρετική ηθογραφία

Τζίλιαν Φλιν

Σκοτεινός Τόπος

μτφρ.: Γωγώ Αρβανίτη

εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 475, 21 ευρώ

«Οι οικογένειές τους είχαν κουραστεί τόσο πολύ από την ανευθυνότητά τους να αραδιάζουν κουτσούβελα, που η τέταρτη εγκυμοσύνη ήταν σκέτη ντροπή. Η Λίμπι μούλιαζε επί εννιά μήνες στο άγχος, ρούφηξε όλη την αγωνία και τον φόβο του κόσμου. Η πρώτη επαφή της με το γιογιό ήταν σουρεαλιστική: έβγαλε ένα ουρλιαχτό όταν είδε αυτό που είχε βγει από μέσα της, και έφυγε τρέχοντας, γυμνή, σε αλλόφρονα κατάσταση. Το νηπιαγωγείο το βίωνε σαν μια καθημερινή πράξη εγκατάλειψης, με το πρόσωπό της κολλημένο στο τζάμι, τα μάτια ορθάνοιχτα, κόκκινα από το κλάμα και από πίσω μια δασκάλα να την κρατάει. Το περασμένο καλοκαίρι αρνιόταν να βάλει μπουκιά στο στόμα της επί μία βδομάδα, χλόμιασε, αδυνάτισε και τελικά (επιτέλους, επιτέλους) έδειξε στην Πάτι μια δροτσίλα που είχε βγάλει πίσω από το γόνατό της. Με τα μάτια κατεβασμένα κι αφού η Πάτι παιδεύτηκε επί μία ώρα να της βγάζει τις λέξεις με το τσιγκέλι, η Λίμπι εξήγησε στη μαμά της ότι ίσως είχε ακουμπήσει σε δηλητηριώδη κισσό και πως φοβόταν ότι θα γέμιζε παντού σπιθούρια και (σνιφ!) θα γινόταν σαν τέρας και δεν θα την αναγνώριζε πια κανείς. Και όταν η Πάτι τη ρώτησε γιατί στην ευχή δεν έλεγε από την αρχή στη μαμά της αυτό που τη φόβιζε, η Λίμπι απλώς γύρισε και την κοίταξε σαν να ήταν τρελή».

Με σίγουρες πινελιές, που ανεξαιρέτως συλλαμβάνουν την ουσία του θέματος, και με μια χρωματική γκάμα που κυμαίνεται από τον πιο μέλανα αυτοσαρκασμό μέχρι το υποτονικό γκρίζο της δυσλειτουργίας και το πηχτό καφεκόκκινο της απόγνωσης, η Τζίλιαν Φλιν, μετά τα Αιχμηρά αντικείμενα, μας παρασύρει μέσα σ' έναν ακόμα ερεβώδη καμβά, σ' έναν ακόμα Σκοτεινό Τόπο (Dark Places).

Ηρωίδα της η σήμερα τριαντάχρονη Λίμπι Ντέι, μόνη επιζήσασα στην ηλικία των επτά από την περιλάλητη Σατανική Σφαγή του Κίνακι, Τέξας, όπου μέσα σ' ένα βράδυ η μητέρα και οι δύο μεγαλύτερες αδελφές της δολοφονήθηκαν μέσα στην οικογενειακή αγροικία, η κάθε μια με διαφορετικό τρόπο. Στη Λίμπι, τη μοναδική μάρτυρα, εκείνη η νύχτα κόστισε δύο δάχτυλα του ποδιού και ένα του χεριού της, από κρυοπαγήματα, καθώς την πέρασε κρυμμένη στα χωράφια, τουρτουρίζοντας και περιμένοντας το ξημέρωμα για να ξανασυρθεί πίσω στο αιματοβαμμένο σπίτι της.

Η μονήρης, ανεπάγγελτη και απολαυστικά αντικοινωνική Λίμπι, προκειμένου να επιβιώσει οικονομικά, αποφασίζει να πουλήσει την ιστορία της. Στην πορεία ανακαλύπτει ότι, καθώς ανακρίνει εκ νέου τα γεγονότα, καμία από τις απαντήσεις δεν είναι αυτή για την οποία είχε πείσει τον εαυτό της και τους άλλους είκοσι τέσσερα χρόνια νωρίτερα.

Τα κεφάλαια που περιγράφουν την έρευνα της Λίμπι σε πρώτο πρόσωπο, εναλλάσσονται με κεφάλαια τριτοπρόσωπης αφήγησης των γεγονότων που οδήγησαν στη βραδιά του μακελειού από τη σκοπιά της μητέρας της, Πάτι, και του δεκαπεντάχρονου αδελφού της, Μπεν. Αυτός είναι ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός τρόπος να ειπωθεί η ιστορία καθώς οι τρεις ροές αλληλοσυμπληρώνονται και συγκλίνουν με αυξανόμενη ορμή στις τελικές αποκαλύψεις του βιβλίου.

Παρά, ωστόσο, την έξυπνη δόμησή της, δεν είναι η πλοκή που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει, αλλά η ευθύβολη και διεισδυτική ματιά τής Φλιν, η οποία κατέχει άριστα το πώς να δίνει το στίγμα ενός χαρακτήρα ή μιας κατάστασης από μια αντιπροσωπευτική λεπτομέρεια. Για κάποιον, για παράδειγμα, που τον χαρακτηρίζει η συστολή διαβάζουμε: «Ο Λάιλ, όπως πάντα, κοίταζε τα πόδια του και με άκουγε πλαγίως. Είχε τη συνήθεια να τεντώνει το ένα αυτί του προς τη μεριά του συνομιλητή και να σωπαίνει για μερικές στιγμές σαν να μετάφραζε νοερά ό,τι του έλεγαν σε κάποια άλλη γλώσσα». Η στο όριο της χρεοκοπίας διαβίωση της οικογένειας της Πάτι Ντέι μας δίνεται, μεταξύ άλλων, μέσα από την περιγραφή του εξής γεύματος: «Τους έφτιαχνε τοματόσουπα από κέτσαπ και γάλα από σκόνη. Και τοστ από μπαγιάτικο ψωμί με λίγη μουστάρδα από πάνω. Αλλά ποτέ δεν τα άφηνε νηστικά».

Το πιεστικό αδιέξοδο της αγρότισσας με τα τέσσερα παιδιά, τα χρόνια συναισθήματα μειονεκτικότητας του έφηβου γιου, ο ανεύθυνος και χειριστικός αλκοολικός πατέρας, το εικοσαετές μούδιασμα και το καταθλιπτικό χιούμορ της Λίμπι, όλα αυτά δίνονται με τέτοια εύγλωττη οικονομία που κλέβουν κυριολεκτικά την παράσταση.

Οι ίδιες αρετές διαφαίνονται στη διαχείριση θεμάτων, όπως τα στριπτιζάδικα της εθνικής οδού ανάμεσα στο Κάνσας Σίτι και το Σεν Λούις, η παιδική σεξουαλικότητα, η χρήση ναρκωτικών και η λατρεία του Αρχοντα του Σκότους (τα δύο τελευταία, συνδυασμός αγαπημένος των εφήβων της επαρχιακής Αμερικής κατά τη δεκαετία του '80). Σε ό,τι και αν στρέφει η Φλιν το βλέμμα της, εισχωρεί στις συγκεκριμένες του βιωματικές συντεταγμένες χωρίς να πλεονάζει και χωρίς ίχνος σκανδαλοθηρίας, εξανθρωπίζοντάς το και καθιστώντας το, αν όχι αποδεκτό, σαφώς πολύ πιο κατανοητό. Ιδού, φέρ' ειπείν, οι δισταγμοί του Μπεν κατά την τελετή μύησής του στον Σατανισμό, μέσα από τη θυσία ενός κακότυχου ταύρου: «Αν σάλευε, σήμαινε ότι θα συμμετείχε, κι αυτός δεν ήθελε, δεν ήθελε να νιώσει τη σάρκα του ταύρου να σκίζεται από το χέρι του, όχι γιατί ήταν λάθος, αλλά γιατί μπορεί να του άρεσε πολύ, έτσι όπως είχε γίνει και με το χόρτο, που όταν τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά ήξερε ότι δεν θα το έκοβε ποτέ. Σαν, ας πούμε, η ουσία να είχε βρει μέσα του έναν χώρο, ένα μικρό κενό που να περίμενε την ουσία να μπει εκεί μέσα και να φωλιάσει για τα καλά. Μπορεί να υπήρχε χώρος και γι' αυτό, την αίσθηση του να σκοτώνεις. Μπορεί να υπήρχε ένα κενό που θα το γέμιζε».

Αντίστοιχα, η Φλιν ουδόλως χαρίζεται στην εύπορη, συντηρητική τάξη των μεσοδυτικών Πολιτειών και στην αμυντική υστερία της απέναντι σε ό,τι την ξενίζει ή την υπερβαίνει. Για ένα βιβλίο που χαρακτηρίζεται «ψυχολογικό θρίλερ» όλα αυτά είναι αναπάντεχα δώρα. Συγκρινόμενες με την αμερικανική ανθρωπογεωγραφία της Τ.Φ. αντίστοιχες περιγραφές, π.χ. στον Στίβεν Κινγκ (ο οποίος δηλώνει θερμός αναγνώστης τής Φλιν), φαντάζουν φλύαρες και επαναληπτικές.

Η φρεσκάδα και η ακρίβεια της γραφής εντυπωσιάζουν ακόμα περισσότερο στον βαθμό που η κορύφωση της ιστορίας, χωρίς να είναι ανεπαρκής, ούτε και εφάμιλλή τους είναι. Οσο και αν εδώ δεσμευόμαστε από το «αφηγηματικό απόρρητο» και δεν μπορούμε να μιλήσουμε ξεκάθαρα, υπάρχει μια απτή αίσθηση ασυνέχειας ανάμεσα στην ανάπτυξη των χαρακτήρων και στον τελικό μηχανισμό του εγκλήματος. Το μετείκασμα, οπωσδήποτε, που αφήνει ο Σκοτεινός Τόπος είναι μάλλον αυτό μιας αιρετικής ηθογραφίας με φλεγματικό, μαύρο χιούμορ και αξιόλογα ψυχογραφήματα. Χαιρετίζουμε και τη χωρίς αναστολές μετάφραση της Γωγώς Αρβανίτη, όπου συναντάμε αποδόσεις όπως η εξής: «Το σπίτι της... ήταν άσχημο και είχε κι ένα στιλάκι: έγερνε μονόπαντα σαν τσαντισμένη γκόμενα που έχει πετάξει γοφό!».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο Σαμάνος και η κοινωνία του
Με ολίγο ομηρικό άρωμα
Ιδεώδης περιήγηση
Οι σύγχρονες επιστήμες στο φως της φιλοσοφίας
Καθημερινές φιλίες και σκέψεις
Το Υπέρτατο Ον ως αίτημα του ανθρώπινου υποκειμένου
Ο βίος του Διονυσίου Λαυράγκα με λέξεις και όχι νότες
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο Σαμάνος και η κοινωνία του
Με ολίγο ομηρικό άρωμα
Αιρετική ηθογραφία
Ιδεώδης περιήγηση
Οι σύγχρονες επιστήμες στο φως της φιλοσοφίας
Καθημερινές φιλίες και σκέψεις
Το Υπέρτατο Ον ως αίτημα του ανθρώπινου υποκειμένου
Ο βίος του Διονυσίου Λαυράγκα με λέξεις και όχι νότες
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενας ηγέτης της σύγχρονης μουσικής
Άλλες ειδήσεις
Pecs - Οδός Πιλανγκό
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς
Βιβλία και Πολιτικοί, Ι
Οπως σείστηκε ο νεκρός