Έντυπη Έκδοση

Το ονειρόδραμα του Πετρούσκα

Αύγουστος Κορτώ

Δεκαέξι

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 503, ευρώ 18,99

Η αγάπη είναι δώρο και διδαχή, χάρη και χαρά, πόνος και πένθος, Οδύσσεια και οδύνη. Μια δοκιμασία της ψυχής με ό,τι την υπερβαίνει και μαζί την πλαταίνει. Υποφέροντας από τον ζόφο αδήριτων συναισθημάτων, που σωρεύονταν μέσα του ανανταπόδοτα, εξαιτίας του θανάτου του ανθρώπου προς τον οποίο απευθύνονταν, ο μυθιστορηματικός ήρωας του Αύγουστου Κορτώ ανακαλύπτει την αθανασία στην αγάπη. Παρά το συντριπτικό του πένθος, ο Αλεξέι Σαμοϊλένκο καταφέρνει να διακρίνει μέσα στην αδυσώπητη ερημία, που χαρτογραφεί η απώλεια, έναν τόπο υπερβατικής συνάντησης μ' εκείνον που είχε χαθεί. Διαπλέοντας τα λυρικά ύδατα της ονειροφαντασίας του, ο Αλεξέι φτάνει τελικά στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου σ' ένα ονειρώδες μνήμα, όπου ο θάνατος κείτεται ενταφιασμένος μέσα σε μια μαγευτική πλαστογραφία του περασμένου χρόνου. Υστερα από αλυσιτελείς περιπλανήσεις ο τεθλιμμένος ήρωας βρίσκει τελικά ένα μέρος φαντασιακό, που τον αναπαύει από την αφόρητη αλήθεια του θανάτου. Σε αυτό το μέρος, «ένα μικρό βασίλειο σε μια κρυφή ακτή», εγκατοικεί, περιφρονώντας τη θνητότητα, ο Πιοτρ Ραμπίνοβιτς, «μελωδός καρδιά» της Σοβιετικής Ενωσης και πεφιλημένο στοιχειό του Αλεξέι. Η απόκοσμη σκηνογραφία, το «σκήνωμα της παιδικής ηλικίας» του συνθέτη, αποσιωπά την απουσία του. Καταβυθιζόμενος στην έκπαγλη λειψανοθήκη και εξερευνώντας τις επώδυνες κρύπτες της, ο ήρωας συνειδητοποιεί «πως τα αποκαλυπτήρια αυτού του πόνου ήταν η κληρονομιά του, το καθήκον του». Τα πένθη του αγαπημένου νεκρού, εγκατασπαρμένα σε αυτό τον υπερκόσμιο τάφο, θανατώνουν τελικά το θηριώδες πένθος του Αλεξέι, αναλαμβάνοντας μια ύστατη πράξη αγάπης.

Καθώς ο ήρωας προσάραζε στην κρυφή ακτή, «η πραγματικότητα κρατούσε την ανάσα της», αδημονώντας να δεξιωθεί τη μαγεία. Για να αντιμετωπίσει την επιστροφή στην πραγματική ζωή, ο Αλεξέι σκηνογραφεί τον μικρόκοσμό του αντιστρέφοντας το σκηνικό του ονειρικού ενδιαιτήματος. Ανακατεύοντας σε κόκκινη μπογιά την τέφρα του Ραμπίνοβιτς, μοιάζει να παραχωρεί στον θάνατο μια θέση ανεξίτηλη μέσα στην καθημερινότητά του, η οποία, ούτως ή άλλως, ψυχορραγούσε αδιάκοπα από το ανεπούλωτο τραύμα της απουσίας. Σ' έναν από τους «Αφορισμούς», αποθησαυρισμένους σε ένα βιβλίο γραμμένο στο τέλος της εφηβείας του, ο Ραμπίνοβιτς συνθέτει ένα ποίημα για την αγάπη. Το τρίστιχο προφητεύει πως τη στιγμή του θανάτου το μόνο απομεινάρι από την αγάπη, την οργή και τον πόνο που έκαναν την κόκκινη καρδιά του ποιητή να πάλλεται, θα είναι η σιωπή. Ομως ο θάνατός του διέψευσε την προφητεία, καθώς στο δωμάτιο του Αλεξέι οι αιματόβρεχτοι μ' ένα ψευδεπίγραφο αίμα τοίχοι μετατρέπουν κάθε βράδυ τη σιωπή σε νηπενθές τραγούδι.

Ωστόσο, ο Ραμπίνοβιτς δικαιώθηκε από την επαλήθευση του αλγεινού χρησμού, που είχε επιδώσει κάποτε στον προστατευόμενό του. «Ωσπου να σου κάνει καλό, η αγάπη θα σου κάνει ασύλληπτο κακό». Ο Αλεξέι θα χρειαστεί να φτάσει στον πάτο των λυγμών του, για να συνεχίσει να αναπνέει αγαπώντας. Αν τελικά επιβιώνει από το βούλιαγμα στην «ψυχική άβυσσο» της απώλειας, αυτό οφείλεται στη μουσική, που μεταμορφώνεται σε αγγελιαφόρο νευμάτων από το επέκεινα. Ο Ραμπίνοβιτς διατεινόταν ότι η μουσική «είναι το άφατο, αφηρημένο ισοδύναμο της αγάπης - μια άυλη ουσία τρομερής αντοχής και αισθηματικής ισχύος, που ίσως είναι το μόνο μέσο με το οποίο τα ανθρώπινα όντα μπορούν να επικοινωνήσουν με ανώτερες σφαίρες ύπαρξης». Οι νότες της κύκνειας συμφωνίας του, της «Δεκάτης Εκτης» -το, τρόπον τινά, διαφυγόν σημείωμα της αυτοκτονίας του- έγιναν πράγματι για τον Αλεξέι τα οδόσημα που τον κατηύθυναν προς την παραδείσια Αχερουσία των καταληκτικών σελίδων. Κάθε φορά που στο βιβλίο ακούγεται μουσική, ο θάνατος μοιάζει να πεθαίνει και η ματαιότητα ως έννοια εκπνέει. Μπορεί η καρδιά του Ραμπίνοβιτς να σταμάτησε από το κρύο και ο Αλεξέι να μην ήταν εκεί για να λιώσει το χιόνι με δάκρυα, αλλά η μουσική κατίσχυε τόσο της απόγνωσης όσο και της ενοχής. Οι συνθέσεις του Ραμπίνοβιτς, μολονότι ήταν αποκυήματα ενός ανυπολόγιστου ψυχικού πόνου, τον οποίο απέτυχαν να παρηγορήσουν, ισοδυναμούν για τον κληρονόμο του με την αναίρεση της ματαιότητας της δικής του ύπαρξης. Η μουσική του αρνούνταν τον χαμό του και την ίδια στιγμή κατέφασκε στην αγάπη του Αλεξέι. Ηταν αποχαιρετισμός και μαζί κάλεσμα, που αψηφούσαν το μάργωμα του θανάτου. Υπέροχη η σκηνή, όπου ο Αλεξέι συναντιέται με τη μελιχρή φωνή του Ραμπίνοβιτς, η οποία αναθάλλει μέσα από το πιάνο. Διατρέχοντας στα πλήκτρα τα πρώτα μέτρα του «Δεκαέξι», «ο υπόκωφος ήχος των χορδών, με την τσόχα να τις στραγγαλίζει, έδινε στην ονειρική, γαλήνια μουσική μια σχεδόν τρομαχτική χροιά: σαν πιάνο που παίζει κάτω από τάφο, με τη μελωδία να σκαρφαλώνει μέσα απ' το χώμα και το μάρμαρο, ασθενική, μα καθηλωτική σαν φάντασμα».

Ο Κορτώ είναι ένας εξαίσιος υμνητής της αγάπης, ικανός να υφαίνει στο όνομά της σπαρακτικές ελεγείες, εξ ων οι ηδύτερες κατατίθενται στη μητρική μορφή. Και εδώ η μητέρα συμβολοποιείται σαν το απώτατο άκρο της οδύνης. Τα δύο τελευταία κεφάλαια, αμφότερα μαγευτικά, αποτίουν περιπαθείς φόρους τιμής στις μητέρες των δύο κεντρικών ηρώων. Αν ο Αλεξέι καταφέρνει να αναλογιστεί θαρραλέα την προοπτική του τέλους της μητέρας του ως τη «μετάγγιση της ψυχής της» στη δική του, ο Ραμπίνοβιτς εμφανίζεται εξαρχής ως αιμάσσουσα λεία μιας αδυσώπητης ορφάνιας, την οποία αενάως θρηνούσε η μουσική του. Μολονότι η συγκινησιακή ένταση του «Δεκαέξι» προτείνεται σαν απάντηση του συνθέτη στο ακαταδάμαστο πένθος του για τη μητέρα του, ο Κορτώ καθοδηγώντας τον Αλεξέι στον λιμναίο μνημονικό ονειρότοπο του Ραμπίνοβιτς, τον φέρνει σε μια κρεβατοκάμαρα, όπου αντί για λίκνο δεσπόζει μια κλίνη ερωτική. Η χθόνια μήτρα μετατρέπεται αίφνης στο μνήμα μιας πολυδάκρυτης αγαπημένης, τόσο ξεχωριστής που ο εραστής της είχε επιλέξει να μεταμφιέσει σε μητέρα, υποδυόμενος ο ίδιος «το μοναχικό παιδί της απουσίας» της, το οποίο είχε κυοφορήσει η αγάπη της. Στο δεκάλεπτο μελαγχολικό κομμάτι του Ραμπίνοβιτς μαρμαίρει «το πρόσωπο του πόνου» του, μια γυναίκα που είχε πεθάνει σε ηλικία δεκαέξι ετών.

Το «Δεκαέξι», πέρα από μύχια αναθηματική στήλη, είναι πρωτίστως η καύσιμη ύλη του μυθιστορήματος. Το απροσπέλαστο μυστήριο της σύνθεσης πυροδοτεί μια φρενιτιώδη πλοκή με αφετηρία τη Μόσχα του 1953. Λίγες ημέρες μετά την επίσημη ανακοίνωση του θανάτου τού Στάλιν, ενσκήπτει μια επιδημία αποσκιρτήσεων προς τη Δύση, την οποία τα ανώτατα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος συνδέουν με τη συμφωνική διαθήκη του Ραμπίνοβιτς. Ο προστατευόμενός του καλείται να αναλάβει χρέη κατασκόπου προκειμένου να ανιχνευθεί ο υφέρπων δόλος του μουσικού κομματιού. Ο Αλεξέι περιδιαβαίνει πανικόβλητος την Ευρώπη, ενόσω κατατρύχεται από την αίσθηση μιας βέβηλης εκταφής, μιας προδοτικής νεκροτομής. Την κατασκοπευτική του αδεξιότητα επιδεινώνουν ακατάσχετες αναμνήσεις από παλαιότερα ταξίδια, συνοδεία του μέντορά του. Ομως στις αναδρομές αυτές δεν κυριαρχεί η αθυμία της νοσταλγίας, αλλά η ξεκαρδιστική αναβίωση της υστερικής μεγαλομανίας του Ραμπίνοβιτς. Αναγκαίες οι ταξιδιωτικές παρενθέσεις, ημερεύουν τη διάτορη δραματικότητα της αφήγησης.

Στο δέκατο κεφάλαιο, από τα ομορφότερα του βιβλίου, ο Αλεξέι σταθμεύει στη Φλωρεντία, ιδανικό φόντο για το πορτρέτο ενός αντικειμένου τού πόθου. Στο πρόσωπο ενός ρασοφόρου Αδωνη, μια ανείπωτη δοκιμασία για τη φιμωμένη σεξουαλικότητα του Αλεξέι -ίδια ένα «υποσιτισμένο και κακοπαθημένο» θηρίο που έγδερνε τη σάρκα του- ο Κορτώ αποτυπώνει έναν συνταρακτικό στοχασμό πάνω στον αδύνατο έρωτα. Στο βλέμμα του Ιταλού ο δύσμοιρος ήρωας βλέπει να λαμποκοπά το φάσμα μιας άλλης ζωής, μαυλιστικής όσο και αδιανόητης, στο υπέδαφος της οποίας έδρευε «η ρίζα της υπέρτατης αγάπης, η ενσάρκωση του θείου Ερωτος». Ωστόσο, ο δυνάμει εραστής είχε την υπόσταση οφθαλμαπάτης, ήταν, με άλλα λόγια, το αντικείμενο μιας φαντασίωσης που θα παρέμενε άμωμη. Διότι τα μάτια του μιλούσαν για το μαρτύριο των πλατωνικών ημίσεων, που οιμώζουν για την καθαίρεσή τους «από κείνη την έκσταση του ενός». Αντιμέτωπος με το αντικαθρέφτισμα του ειδώλου του στις σκότιες ίριδες του φίλου του, ο Αλεξέι ένιωθε πως οι δυο τους έμοιαζαν με «σάρκινα δοχεία κομμένα σαν σφάγια στη μέση, μα σφάγια ζωντανά, που αιμορραγούσαν και πονούσαν για το άλλο τους μισό που περιπλανιόταν άπιαστο στη γη, ένα πλάσμα ξένο, που δεν μπορούσαν να το προσεγγίσουν μήτε η μνήμη μηδέ οι αισθήσεις, που ήταν υπαρκτό μονάχα στη βασανιστική του αποθυμία (...)».

Στα ανίατα τραύματα που προκαλούν λατρευτοί, άπιαστοι απόντες, ο Κορτώ αντιτάσσει την ομορφιά, άλλοτε εκδηλωμένη στην ανάκληση του αγαπημένου προσώπου στη μέλαινα μνήμη και άλλοτε μεταστοιχειωμένη σε θεήλατη μελωδία. Και επειδή δεν υπάρχει τίποτε πιο όμορφο από την αγάπη, ο συγγραφέας τής αφιερώνει όλες του τις σελίδες, και όχι μόνο τις τωρινές. Ο ίδιος, ως νάρκισσος, από τα πολλά πρόσωπα της αγάπης αγαπά περισσότερο εκείνο που ταυτίζεται με το δικό του. Επιμελούμενος την αυτοπροσωπογραφία του, ο Πέτρος Χατζόπουλος, όχι πια Κορτώ αλλά Ραμπίνοβιτς, αναμετρήθηκε κατάματα με τη σπαραξικάρδια πλευρά της αυταρέσκειας, εμβαπτίζοντας τον ναρκισσισμό στη χάρη ενός αξιέραστου λογοτεχνικού κειμένου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Αιώνας δικηγορίας και ιστορίας
Η Αλίκη στη Χώρα των Αλλων
Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών
Με μελαγχολίες καθημερινότητας, φαντασίες και εφηβείες
Μήδεια ή το πάντρεμα του έρωτα με την τρέλα
Αναμνήσεις από τον σπασμένο καθρέφτη
Μουσικών πάθη
Ο Αριστοφάνης και ο Χρήστος Λεοντής
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Περιβάλλον
Γράμμα από το Πάπιγκο για ένα τεράστιο περιβαλλοντικό έγκλημα
Κριτική βιβλίου
Αιώνας δικηγορίας και ιστορίας
Η Αλίκη στη Χώρα των Αλλων
Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών
Με μελαγχολίες καθημερινότητας, φαντασίες και εφηβείες
Μήδεια ή το πάντρεμα του έρωτα με την τρέλα
Το ονειρόδραμα του Πετρούσκα
Αναμνήσεις από τον σπασμένο καθρέφτη
Μουσικών πάθη
Ο Αριστοφάνης και ο Χρήστος Λεοντής
Όψεις της ανάγνωσης
Βλέπω τα βιβλία σαν ενιαία αντικείμενα
Προδημοσίευση
Ο Μέγας Αλέξανδρος προ των πυλών των βιβλιοπωλείων / Προδημοσίευση
Συνέντευξη: Γιάννης Βουλτσίδης
Ο καραγκιοζοπαίχτης Γιάννης Βουλτσίδης λέει ...
Κινηματογράφος
Δύο βιβλία για τα 50 χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Από τις 4:00 στις 6:00
Οι Τσιγγάνοι τραγουδιούνται απ' όλους
Αλλος ένας μάχιμος 65άρης