Έντυπη Έκδοση

Ελλάς Ελλήνων... βασανιστών

35 χρόνια από τις δίκες και τις (μερικές) καταδίκες τους

«Το θέμα του βιβλίου αυτού είναι ανατριχιαστικό.

Τα βασανιστήρια ανήκουν στην πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης συμπεριφοράς», γράφει ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζέιμς Μπέκετ, στο πόνημά του με τίτλο «Βαρβαρότητα στην Ελλάδα, 1967-1969», που εκδόθηκε το 1970 στη Ν. Υόρκη και στη συνέχεια σε Καναδά, Ιταλία, Σουηδία, Βρετανία - ακόμη και στην Τουρκία. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1997 (μτφρ. Φραγκώ Καράογλαν, εκδόσεις «Το Ποντίκι»).

Ο Μπέκετ είχε έρθει στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1967, ως δικηγόρος της Διεθνούς Αμνηστίας, για να ερευνήσει τις καταγγελίες βασανιστηρίων και στη συνέχεια να δημοσιοποιήσει -με πολυάριθμες ομιλίες και εμφανίσεις- την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το δικτατορικό καθεστώς. Στο αμέσως επόμενο ταξίδι του στην Ελλάδα είχε κηρυχθεί «persona non grata» και του απαγορεύτηκε η είσοδος.

Ηταν τότε που ο δικτάτορας Παπαδόπουλος κατηγορούσε ως ψευδή τα περί βασανιστηρίων και δήλωνε πως «αν προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξις, θα κρεμάσω τους ενόχους εις την πλατείαν Συντάγματος»!

Βασανιστές και τιμωρία

Τα βασανιστήρια, ωστόσο, συνεχίστηκαν ώς την πτώση της χούντας, χωρίς να κρεμαστεί κανένας αυτουργός στην πλατεία Συντάγματος. Ηταν -όπως θα θυμίσω πιο κάτω- η μεταδικτατορική Δικαιοσύνη που τιμώρησε κάποιους.

Στο προαναφερθέν βιβλίο του, ο Μπέκετ δεν αρκείται στις δικές του διαπιστώσεις κι επισημάνσεις· παραθέτει τις μαρτυρίες αρκετών βασανισθέντων για την αντιδικτατορική τους δράση, μεταξύ άλλων της ηθοποιού Κίττυς Αρσένη, του δημοσιογράφου (και μεταδικτατορικού υπουργού) Διονύση Λιβανού, του πολιτικού επιστήμονα Γεράσιμου Νέστορα, του αρχαιολόγου και δημοσιογράφου Γιάννη Λελούδα, του ταξίαρχου Αγγελου Πνευματικού, ακόμη κι ενός ιερωμένου, του Πέτρου Γαβαλά.

Η Κίττυ Αρσένη είναι και η πρώτη που, καταφέρνοντας να φύγει στο εξωτερικό, κατήγγειλε τους βασανισμούς στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ έγραψε και σχετικό βιβλίο. Βιβλία-μαρτυρίες για τα βασανιστήρια έγραψαν επίσης ο Περικλής Κοροβέσης, ο Ελληνογάλλος δημοσιογράφος Γιάννης Σταράκης, ο Διονύσης Λιβανός, ο Γιάννης Κάτρης και άλλοι.

Οι δίκες των βασανιστών έλαβαν χώρα πριν από 35 χρόνια -από το καλοκαίρι ώς τον χειμώνα του 1975-, έναν χρόνο μετά την πτώση της χούντας, σε Αθήνα, Πάτρα και Χαλκίδα (την πρώτη δίκη, κάλυψα για λογαριασμό της «Ε», σ' ένα διάλειμμα αποκόλλησης από το πολιτιστικό ρεπορτάζ), με τους περισσότερους κατηγορουμένους να πέφτουν «στα μαλακά» και μερικούς να αθωώνονται. Μεταξύ των αθωωθέντων και οι -γνωστοί από πολλές καταγγελίες- αστυνόμοι Ευάγγελος Μάλλιος και Πέτρος Μπάμπαλης, που έπεσαν νεκροί λίγο αργότερα - ο πρώτος τον Δεκέμβριο του 1976 από τα πυρά της οργάνωσης «17 Νοέμβρη» και ο δεύτερος τον Ιανουάριο του 1979 από την οργάνωση «Ιούνης '78».

Χωρίς λαϊκή στήριξη

Αλλά προς τι και γιατί τα βασανιστήρια; το (μάλλον αφελές) ερώτημα. Και η απάντηση του Μπέκετ: «Επειδή το καθεστώς δεν μπορεί να στηρίζεται στη λαϊκή στήριξη, υπάρχει μια σαφής λογική στη χρήση βασανιστηρίων: τα βασανιστήρια εφαρμόζονται από εκείνους που κατέλαβαν την εξουσία για να την κρατήσουν».

Η Λιλή Ζωγράφου, στο βιβλίο της «17 Νοεμβρίου 1973» (3η έκδ., «Γραμμή», 1984), αναφερόμενη στους συλληφθέντες φοιτητές στην εξέγερση του Πολυτεχνείου που βασανίστηκαν, γράφει: «Από ποιους Ελληνες στρατολογήθηκαν οι χιλιάδες βασανιστές των Ελλήνων; [...] Γιατί είναι γεγονός ότι τα βασανιστήρια των ναζί ωχριούν μπροστά στα μεθοδευμένα βασανιστήρια των δικών μας βασανιστών. Αν εξαιρέσουμε το κομφόρ της ομαδικής εξόντωσης που διαθέτανε τα γερμανικά στρατόπεδα, εμείς ξεπεράσαμε σε θηριωδία τους ναζί».

Και: «Με ποιον τρόπο, με ποια μέσα νικήσαμε την ανθρωπιά του Ρωμιού; Με ποια επιχειρήματα στραγγαλίσαμε το φυσικό συναισθηματισμό του; Πώς τον μεταβάλαμε από γείτονα, συγγενή, κουμπάρο, σε σαδιστή ψύχραιμο, σε βασανιστή όχι ξένων εισβολέων, όχι αλλόγλωσσων κι αλλόθρησκων;»

Θα τελειώσω με μια καίρια επισήμανση του καθηγητή (και μεταδικτατορικού υπουργού) Γ. Α. Μαγκάκη (επίσης από τους δεινοπαθήσαντες επί χούντας) στο βιβλίο του «Γράμμα από τη φυλακή για τους Ευρωπαίους» (εκδ. «Ικαρος», 1974), που, δημοσιευμένο σε εφημερίδες και περιοδικά ανά τον κόσμο, χαρακτηρίστηκε ως «ένα μεγάλο ντοκουμέντο της εποχής μας»: «Η βία, που στραγγαλίζει τη χώρα μου, μ' έμαθε πολλά. Ανάμεσα σ' αυτά, και την αξία της άρνησης στην υποταγή».

Και ο συνταγματολόγος Δημήτρης Τσάτσος (... ομοιοπαθής κι αυτός), προλογίζοντας την επανέκδοση του ίδιου βιβλίου, το 2007: «Αναγνώστη της νέας γενιάς, επανέρχομαι σ' εσένα. Εχασες που είσαι νέος κι έτσι δεν έζησες εκείνη την εποχή. Θα γνώριζες το όραμα. Θα σου γινόταν (πιο;) ορατή η σημερινή μεγάλη παρακμή. Η παρακμή μέσα στην οποία γεννήθηκες και συνεχίζεις να ζεις». *

Ετσι & Αλλιώς

Ανήκω σ' αυτούς που είναι -και παραμένουν- λάτρεις του βιβλίου και της ανάγνωσης.

Γι' αυτό μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι με την επέλαση των ηλεκτρονικών το βιβλίο θα καταντήσει μουσειακό είδος. Μου είναι δύσκολο -να προσθέσω- το ότι η ανάγνωση μ' ένα βιβλίο στο κρεβάτι, στην πλαζ ή όπου αλλού, η αίσθηση του τυπωμένου και η συντροφιά μιας βιβλιοθήκης θ' αντικατασταθούν από κάποιο ηλεκτρονικό μαραφέτι. Αλλά βέβαια δεν μπορώ να μιλάω και για λογαριασμό των νέων που δεν έχουν τα δικά μου βιώματα.

***

Γιατί τώρα αυτές οι σκέψεις; Τελείωσα την ανάγνωση ενός βιβλίου με τίτλο «Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα», του περί τις εκδόσεις ασχολούμενου Γάλλου Ζακ Μονέ (μεταφρ. Βάνας Χατζάκη, εκδ. «Αγρα»). Ενός βιβλιομανούς και βιβλιοσυλλέκτη, που αναφέρεται και σε άλλους... ομοιοπαθείς. Οπως σε έναν Γάλλο μόδιστρο, ο οποίος δήλωνε κάτοχος τριακοσίων χιλιάδων τόμων, που είχε κατανείμει στις πέντε κατοικίες του (αν ξέραμε και τι τα έκαναν οι κληρονόμοι...)

«Το μόνο πλεονέκτημα με μια βιβλιοθήκη σαν τη δική μου», γράφει ο Μονέ, «είναι πως ποτέ δεν τράβηξε το ενδιαφέρον των διαρρηκτών που με τίμησαν κατά καιρούς με τις επισκέψεις τους: τα βιβλία είναι πολύ βαριά και έχουν ελάχιστη μεταπωλητική αξία». Οπως λένε συχνά παλαιοπώλες: «Δεν παίρνω πια βιβλία, δεν έχω πού να τα βάλω και δεν πωλούνται». (Επ' ευκαιρία: Το υπόγειο παλαιοβιβλιοπωλείο τού -για χρόνια πνευματικού μας προμηθευτή- Γιώργη Νασιώτη, στο Μοναστηράκι, κατέβασε ρολά.) Και μια επισήμανση: Σχετικά με την περίφημη ρήση «βιβλίο δανεισμένο, βιβλίο χαμένο», η λύση είναι απλούστατη: «δεν τα δανείζεις, τα χαρίζεις».

Και το άκρον άωτον ενός βιβλιομανούς: «Θυμάμαι μια ιστορία που διάβασα κάπου, για εκείνον τον μελλοθάνατο στην περίοδο της τρομοκρατίας, ο οποίος διάβαζε ένα βιβλίο μέσα στο κάρο που τον πήγαινε στην αγχόνη και πριν ανέβει στην γκιλοτίνα σημάδεψε τη σελίδα στην οποία είχε φτάσει».

ΣΗΜ.: Ορατές οι συνέπειες της ύφεσης: πληθαίνουν οι παχύσαρκοι.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
«Παραμύθι χωρίς όνομα» στην εποχή του Μνημονίου
Συνέντευξη: Μαίρη-Ελεν Νέζη
Η δική μου Κάρμεν χορεύει φλαμένκο
Χορός
Οι Κοζάκοι χορεύουν την Kalinka
Λογοτεχνία
Ο κριτικός που υπερασπίστηκε τον μοντερνισμό
Κριτική θεάτρου
Μολιέρος χωρίς νεύρο και ενθουσιασμό
Συνέντευξη: Νίκος Παναγιωτόπουλος
Η χαζομάρα κάνει καλό, ιδίως όταν δεν μας κοιτάζει κανείς
Σπιναλόγκα
Μετά το Mega ήρθε και το κράτος
Κομικςοδρόμιο
Μαύρο χιούμορ με πετρέλαιο αντί για μελάνι!
Ενα παιδί με δύο πρωτιές